Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Η Ζωή Αφού Χάσαμε τον Μπαμπά

Τυχαία όσο ενδεχομένως και άκαιρη, η επιλογή αυτού του βιβλίου για την αναγνωστική μου λίστα έγινε γιατί ήθελα με λαχτάρα να διαβάσω κάτι του συγκεκριμένου συγγραφέα για να βιώσω τελείως αποσπασματικά, χωρίς εμφανείς παρωπίδες τη γεύση μέρους της δουλειάς του – επίσης μέρος της πρόσφατης στροφής μου προς πιθανά αξιόλογους Έλληνες συγγραφείς (ένεκα παρελθόντων απογοητεύσεων παραμένει πάντα το ερωτηματικό μέσα σου). Η πολυσημία της φράσης που αποτελεί τον τίτλο του μυθιστορήματος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου δεν είχε αργήσει φυσικά, μερικές στιγμές πριν, να παίξει το δικό της ρόλο.

Πορτραίτο των Ίσα και Άιβαν Μπάρτνετ από το Λεόν Καρπ

Έχω ατέρμονα επιχειρηματολογήσει σε συζητήσεις που έχω κάνει επί εύρους περιπτώσεων ότι η υπερβολική παρουσία γονιών στη ζωή κάποιου (και με τη λέξη παρουσία δεν εννοώ εδώ την απλή ύπαρξη, αλλά ένα είδος πλήρους συμμετοχής) είναι σίγουρα βαθιά προτιμότερη από την απουσία ή την αδιάφορη παρουσία, που συχνά καταλήγει να σημαίνει κάτι πολύ παρόμοιο με την προηγούμενη. Με λίγα λόγια, η καθοδήγηση είναι πολύτιμη, ακόμη κι αν συνοδεύεται από κύματα έντασης της αμφισβήτησης ή της βαρεμάρας των τέκνων, σε σχέση με την πλήρη έλλειψή της, που μας αφήνει παντελώς μόνους να παλέψουμε με έναν ακατανόητο, άγνωστο κόσμο-ζούγκλα που αξιώνει να κατακτήσει όλη την ουσία των αποθεμάτων του ψυχικού και πνευματικού μας κόσμου· κι ακόμη περισσότερα.
Αναγκαστικά ελλείψει των ελαχιστότερων ψηγμάτων αυτής της καθοδήγησης, ο Άγγελος, ο ήρωας του «Χάσαμε τον Μπαμπά», ζει κι ο ίδιος μια ζωή χαμένη, καθορισμένη στο λεπτομερέστερο βαθμό από την πατρική απουσία. Φτάνει στο απόγειο μιας ερωτικής σχέσης με τη Στέλλα, μια χωρισμένη γυναίκα με παιδιά, μεγαλύτερη απ' αυτόν, αδύναμος να υποστηρίξει την ίδια του την επιλογή. Ενώ ζει τον απόλυτο έρωτα σε κάθε επίπεδο, δε μπορεί να αναλάβει τα ηνία του εαυτού του ή την ευθύνη των πράξεών του να μείνει στο πλευρό της φροντίζοντας αυτήν και τα παιδιά της· κι ο μόνος δρόμος που του ανοίγεται και τον ακολουθεί για να κατανοήσει το λάθος του είναι ο συνδυασμός της ανάγνωσης των γραπτών του πατέρα του, που του παραδίδονται χειρόγραφα μετά το θάνατό του, καθώς και η δύναμη της προσωπικής γραφής ως ψυχοθεραπείας. Τα γραπτά αυτά για το πρώτο διάστημα που ο πρόγονός του ζούσε με τη θεία του Τίνα, λίγο μετά το πανεπιστήμιο, και αισθητά αρκετά χρόνια πριν εγκαταλείψει τη μετέπειτα σύζυγο και το παιδί του, για να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του με την ίδια γυναίκα, ξυπνούν στον ήρωα αναμνήσεις από τις πρώτες στιγμές αυτής της εγκατάλειψης, όταν πραγματικά ή στη φαντασία του βασάνιζε τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας του, εξαιτίας της άρνησής τους, κατά τη διάρκεια μιας φαινομενικά «ακατάλληλης» ώρας να ασχοληθούν μαζί του. Έτσι, ο αναγνώστης αποκτά όλο και πιο μεστή ιδέα για τη σύνδεση παρελθόντος και παρόντος· όσο για το μέλλον, θα αποφύγω να προδώσω το τέλος του βιβλίου, απλά λέγοντας πως κατά τρόπον τινά σκιαγραφείται προβλέψιμο, ως απόρροια των προηγούμενων, στη σκιά του πατέρα.
 Μπράις Μπράουν, Πατέρας και Γιός
Δεν αποστρέφομαι τη γραφή και το ύφος του συγγραφέα, παρ' όλο που δεν υπακούει στις πιο συνήθεις επιλογές μου να πάει τον αναγνώστη ένα βήμα πιο πέρα – αποφεύγει, δηλαδή τις συναισθηματικογλωσσικές εξάρσεις και περισσότερο προσιδιάζει σε ένα στυλ απλό και καθημερινό. Η λανθάνουσα αξία που το χαρακτηρίζει βρίσκεται ενδεχομένως ως επί το πλείστον στην κατά γράμμα επιτυχημένη πορεία του ύφους γραφής να ακολουθήσει τον ψυχικό κόσμο και τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του ήρωα, μέσα από τα οποία ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να παρατηρήσει την ηχώ δικών του (παρά το γεγονός ότι συχνά έχεις την αίσθηση ότι ο αρσενικός αρρενωπός αναγνώστης είναι που θα μπορούσε να ταυτιστεί κάπως εγγύτερα από επακριβώς). Η γενικότερη ελλειπτικότητα που χαρακτηρίζει το σταδιακό ξεδίπλωμα της αφήγησης είναι ένας επιπλέον παράγοντας, πέρα από το ήδη γοητευτικό ξεδίπλωμα της πλοκής στο καθρέφτισμα των πράξεων πατέρα-γιού για να θέλεις να συνεχίσεις να γυρίζεις με νόημα τις σελίδες. Και η πρωτοτυπία του θέματος φυσικά, τουλάχιστον στον κόσμο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που μέχρι στιγμής έχω αντικρίσει.
Αυτό το τελευταίο, παρ' όλο που η πατρική φιγούρα στον ελληνικό μικροαστικό κι όχι μόνο κόσμο συνδυάζει την παντοδυναμία με την απομάκρυνση, μια εικόνα που ελάχιστους από εμάς θα μπορούσε να καταπλήξει. Για του λόγου το αληθές, αν κοιτάξετε γύρω σας, δε θα δυσκολευτείτε καθόλου να ξετρυπώσετε ανεξάντλητες περιπτώσεις πατεράδων που απομακρύνθηκαν από την οικογενειακή εστία μια ωραία πρωία ή, που εν πάσι περιπτώσει, χώρισαν με τις συντρόφους τους και δεν ξαναφάνηκαν ποτέ ούτε σε μορφή συσκευασίας δώρου για τα παιδιά τους – χωρίς να προσπαθώ εδώ να πω ότι το οικονομικό είναι το βασικότερο θέμα, αφού είναι εμφανές κι από το μυθιστόρημα ότι ό,τι ουσιαστικότερο σε επίπεδο σχέσης είναι ακριβώς αυτό που λείπει από αυτά τα παιδιά. Από την άλλη, η κάπως άκαμπτη πατρική φυσιογνωμία του πάτρωνα, που επιδεικνύει τη γενναιοδωρία του με την εξελικτική οικονομική ενίσχυση που παρέχει στα παιδιά, επιτρέποντας τους συγκεκριμένα όρια, ακόμη και μέχρι την ενήλικη ζωή τους, με την απειλή ότι θα τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια τους κάποια αόριστη στιγμή, στερώντας τους το μπαξίσι, είναι εξίσου ένα κοινό ελληνικό πρότυπο, από το οποίο ο κεντρικός ήρωας πολύ θα επιθυμούσε να γαντζωθεί, αλλά δεν του παρέχεται με τον κλασικό πατροπαράδοτο τρόπο στο βιβλίο.
Για να μην τα πολυλογούμε, είναι κάτι σαν να βρίσκεται εντυπωμένο στο DNA μας της ελληνικής νοοτροπίας· κι ας παλεύουμε ολημερίς μετακρισιακά ακριβώς με ό,τι ο Άγγελος αντιμετωπίζει στο «Χάσαμε τον Μπαμπά». Οποιοδήποτε φάντασμα πατρικής φιγούρας έχει, κι όσον άφορά την ελληνική κουλτούρα, αποδημήσει εις Κύριον προ πολλού· τόσο στην πολιτική και στην τέχνη, όσο στον επαγγελματισμό και την ηθική. Είμαστε μόνοι μας σε καθεμιά από τις δύσκολες αποφάσεις που απλώνουν μπροστά μας την πολυπλοκότητα των σύγχρονων σχέσεων και καταστάσεων κι οφείλουμε να ενεργούμε με τη δική μας κρίση, αυτή που με το δικό μας κόπο και τις σπασμωδικές μας κινήσεις έχουμε θρέψει. Αλοίμονο αν επιδεικνύουμε καθημερινά την αναπηρία του ήρωα στους χειρισμούς, μόνο εξαιτίας του άλγους μιας απροσδιόριστης στέρησης που ανοίγει μέσα μας αυτοκαταστροφικά μονοπάτια.

Αλλά αυτά είναι μόνο προσωπικές σκέψεις. Προς το παρόν, δέσμιοι της επικαιρότητας, ας παρακολουθήσουμε αναπαυόμενοι ως έθνος πως «Χάσαμε τον Μπαμπά».

By Μαρία Γώγογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου