Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Μακριά από τον κόσμο των άλλων;



Υπάρχει, μου φαίνεται, μια έννοια, που όχι μόνο η γενιά μας, αλλά ολόκληρο το σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών κινδυνεύει να απωλέσει. Ένας κοινωνός συναισθήματος, που τα παιδιά μας (αν υποθέσει κανείς πως θα αποκτήσουμε ποτέ τέτοια) δε θα γνωρίσουν καν∙ που συνεχίζει να αναπνέει υποτυπωδώς μέσα σε υπόγεια, συνειδησιακά, αλλά και αληθινών υπό κατάρρευση κτιρίων. Κι αυτή είναι η έννοια της συλλογικής ζωής, που η δυτική τεχνοκρατία έχει εδώ και αιώνες βαλθεί να καταστρέψει.


Τον τελευταίο μήνα δεν είδα σχεδόν καμία ταινία. Απαρνήθηκα την οικεία μου συνήθεια χρόνων, τις Κυριακές τα απογεύματα να κουλουριάζομαι μπροστά στο λάπτοπ, χωμένη μέσα σε μια ζεστή κουβέρτα: η δραστηριότητα που κάνεις πάντα μόνος σου κι έχει καταντήσει ρουτίνα, μακριά από τον κόσμο των άλλων είναι ακόμα ένα στοιχείο που σε απομακρύνει ολοένα από αυτούς. Είδα, όμως, ένα ντοκιμαντέρ, που ήθελα για καιρό να δω, κι ο απόηχός του με κάνει να το σκέφτομαι ακόμα: την Ταξιδιάρα Ψυχή: η ταινία της Αγγελικής Αριστομενοπούλου για τη ζωή και το έργο του Γιάννη Αγγελάκα, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της δραστηριοποίησής του στη μουσική, μετά το τέλος των Τρυπών και μέχρι το 2010.
Τι είδους προσδοκίες μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται κατά τη διάρκεια της θέασης του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ;
Κατ’ αρχάς, όσους όρους ταξινόμησης του ελληνικού ροκ και γενικότερα των σύγχρονων ελληνικών ρευμάτων κι αν υπάρχουν στο κεφάλι σας, σας πληροφορώ πως πρόκειται να τα βρείτε σκούρα στην περίπτωση του Γιάννη Αγγελάκα, ενός από τους λίγους καλλιτέχνες, που εμφατικά αρνήθηκε να υποκύψει στους πειρασμούς της εμπορευματοποίησης, που συνηθίζουν να προσφέρονται πακέτο με την ευρεία ροκ αναγνώριση, για να εξελίξει τη μουσική του (θα βοηθήσει αν σας ξεκαθαρίσω πως όλα αυτά τα διατείνεται μια φαν του Παύλου Παυλίδη, που, επιστρέφοντας από την κοινή συναυλία του με τον Αγγελάκα, ένιωθε πια φαν και των δύο). Πρόκειται για ένα μουσικό που έχει ανάγκη να αφουγκραστεί τον παλμό της ευρύτερης έννοιας της κοινωνίας για να δημιουργήσει κάτι που τόσο συχνά φαίνεται να προέρχεται μέσα από την ψυχή μας την ίδια, κάτι που ενδεχομένως μπορεί να αποδειχθεί εύκολο να κατανοήσει οποιοσδήποτε μη λάτρης του είδους.


Όπως με φοβερή έκπληξη ανακάλυψα στο ντοκιμαντέρ, ο κόσμος του Αγγελάκα απέχει αρκετά από τον αντίστοιχο πολλών αναγνωρισμένων μουσικών: δε γνωρίζει νότες, δε υποκύπτει στο συγκεντρωτισμό του να επινοεί μελωδίες για το σύνολο των μουσικών που συνεργάζονται μαζί του γύρω από μια ιδέα, δε συντηρεί εντελώς μόνιμο τόπο κατοικίας ως τον προσωπικό του δημιουργικό χώρο. Η πρώτη κίνησή του, μετά τη διάλυση του πρώτου συγκροτήματός του, των Τρυπών, με τις τεράστιες ροκ επιτυχίες, ήταν να βγει στο δρόμο αναζητώντας νέα άτομα με τα οποία να μπορέσει να συμπορευθεί στο όραμά του, ξεκινώντας έτσι μια νέα περιπέτεια με άγνωστους συντρόφους προς άγνωστους προορισμούς.

Τον βλέπουμε λοιπόν στο αυτοκίνητό του να ξεκινά, ανάλογα με το ανά περιόδους πρόγραμμα και τους στόχους του, να κατευθύνεται προς έναν τόπο όπου προσδοκά να συναντήσει φίλους ώστε να παίξουν μουσική, να δημιουργήσουν και να περάσουν όμορφα παρέα. Πότε στην ηπειρωτική Ελλάδα, πότε σε ορεινά μέρη της Κρήτης. Τις περισσότερες φορές σε σπίτια-καταφύγια σε φυσικά περιβάλλοντα, μακριά από ένα ξερό, αστικό, υπερφορτωμένο τοπίο. Μαζί με τους αγαπημένους του φίλους-μουσικούς, όπως ο τσελίστας που παράγει τον ιδιόμορφο ήχο, ο Νίκος Βελιώτης ή ο Ντίνος Σαδίκης με το μπαγλαμαδάκι του και τη νοσταλγία για τα ρεμπέτικα κάθονται στο τραπέζι, πίνουν κάτι και πότε πότε συζητούν, έρχονται στο κέφι, γρατζουνούν ένα έγχορδο και τραγουδάνε.
Πράξη και σκέψη που απέχει έντονα από τον τρόπο που σκεφτόμαστε όλοι στην καθημερινότητά μας: να κουρνιάσουμε στη βολή μας στο κονάκι μας στο τέλος της ημέρας, απολαμβάνοντας τους κόπους που σπυρί σπυρί καταφέραμε να μαζέψουμε μακριά από οτιδήποτε μπορεί να προσπάθησε με κάθε τρόπο να αλλάξει λίγο θέση τα πράγματα ή να επηρεάσει την οπτική γωνία από την οποία τα βλέπουμε. Διότι ο μέσος άνθρωπος σπάνια στοχεύει σε κάτι ικανό να επιδράσει σε οποιαδήποτε έκφανση του κοινωνικού γίγνεσθαι και αυτή η παραδοχή δεν περιέχει τίποτε το τρομακτικό. Το τρομακτικό αρχίζει στο σημείο που αυτή η σταδιακή επιδίωξη της συγκομιδής των κόπων μας κλείνει ολοένα το παράθυρο μιας συναισθηματικής κοινής μας πορείας με τον κόσμο των άλλων. Κλείνει, εν τέλει, και σφραγίζει μια πόρτα ασφαλείας που μας απομονώνει από την έννοια της συλλογικότητας.
Έτσι, μαθαίνουμε να μαζευόμαστε σπίτι νωρίς το βράδυ μετά τη δουλειά και να παρηγορούμαστε μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη ή μια οθόνη υπολογιστή χωρίς επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, ούτε ακόμη και μ’ αυτούς που βρίσκονται γύρω μας. Απλώς βυθιζόμαστε στο δρόμο των προσωπικών μας προτιμήσεων όλο και βαθύτερα, χωρίς την ανάγκη να αναζητήσουμε συμπόρευση ή γυρισμό. Ένας αιώνας ατέλειωτα μοναχικών υπάρξεων.


Φέρνω στο μυαλό μου τις συζητήσεις μου με τη μητέρα μου για τα παιδικά της χρόνια. Όσα μου έχει διηγηθεί για την αγροτική κοινωνία της εκτεταμένης, αυτάρκους οικογένειας στην οποία μεγάλωσε, όπου ο καθένας αισθανόταν να εξαρτάται από την καλοτυχία του συνανθρώπου. Η βοήθεια του καθενός προς τον άλλο, είτε αυτός ήταν γείτονας, κοντινός, μακρινός συγγενής ή φίλος ήταν δεδομένη, τη στιγμή που ήξερες πως αυτό το είδος συνήθειας επρόκειτο όχι μόνο να σε βοηθήσει να προβληθείς και να επωφεληθείς προσωπικά, αλλά και να οδηγήσει την τοπική κοινωνία να προκόψει. Ιδέες που μόνο να ξεθωριάζουν μπορούν σήμερα, στην εποχή που, στο βωμό του προσωπικού συμφέροντος και των ψίχουλων που μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τους εαυτούς μας τίποτα απολύτως δε μετράει.
« Ήταν, όμως, ακατανόητο που δεν κρατούσατε τίποτε για τον εαυτό σας μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία» , καταλήγω να της λέω, κάθε φορά που το συζητάμε.


Είναι αστείο κι άτοπο να ισχυριστεί κανείς πως σήμερα οι συλλογικότητες επιβιώνουν μέσα από ορισμένες καλλιτεχνικές συντεχνίες με νέα πνοή. Όλοι, μα όλοι, μα όλοι, ακόμη κι ο νέος μου αγαπημένος, ο Αγγελάκας, δραστηριοποιούνται ολοένα και περισσότερο με κίνητρο το ίδιον όφελος, έστω κι αν αυτό, με μια απλή ματιά δε γίνεται αντιληπτό (είναι χαρακτηριστικό πως το δικό του όνομα φιγουράρει πρώτο και κυριαρχεί στις περισσότερες δισκογραφικές του προσπάθειες, όσο κι αν αυτό το γεγονός φαίνεται ταυτόχρονα να ωφελεί την πορεία και τη φήμη των μουσικών του συνεργατών). Είναι εκείνος, όπως λίγο πολύ ο καθένας μας, το πρόσωπο που αποτυπώνει την προσωπική του σφραγίδα πάνω σε αυτό με το οποίο επιθυμεί να δουλέψει, όπως επιβεβαιώνουν κατά τη διάρκεια της ταινίας πολλοί από τους Επισκέπτες, τους μουσικούς με τους οποίους ολοκλήρωσε ένα από τα πιο σημαντικά δισκογραφικά του βήματα μετά τη διάλυση του εφηβικού ονείρου που έζησε με τις Τρύπες.
Ωστόσο, ένα είδος συμπόρευσης στο έργο του φαίνεται πως δεν κινδυνεύει να χαθεί. Όχι από φόβο μήπως μείνει ξεκρέμαστος κι αναγκαστεί στ’ αλήθεια να αντιμετωπίσει το πραγματικό του είδωλο στον καθρέφτη∙ κάποιοι άνθρωποι, όπως εκείνος, αλλά κι αναρίθμητους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, έχουν αντικρίσει από καιρό τους δαίμονες-προσωπικούς τους διώκτες και συνομιλήσει μαζί τους. Ο Αγγελάκας, όπως κι οποιοδήποτε πρόσωπο σαν αυτόν δε θα ενδιαφερόταν ποτέ για τη διαδικασία του μοναχικού εγκλεισμού σε ένα στούντιο όπου θα υπήρχε για κάποιο καιρό μόνο ο ίδιος, ελεύθερος να παράξει τις ιδέες του. Με τρόπο παρόμοιο με το δικό του παράδειγμα, οφείλουμε, ωστόσο, όλοι, θεωρώ, να ομολογήσουμε πως κάτι που
εντοπίζεται στις αναπόσπαστες αθέλητα ευτυχισμένες στιγμές μας μαζί με τους άλλους δεν υπάρχει ούτε και υπήρξε ποτέ στη συνήθεια της καθημερινής μοναξιάς μας (είναι ίσως η στιγμή της παραδοχής του παραπάνω ισχυρισμού που μπορεί να κάνει κάτι μέσα μας να αλλάξει).

Για να μην αρχίσω καν να απαριθμώ της αρετές της συνεργατικής δημιουργίας ή έστω της αναζήτησης βοήθειας από τον πλησίον (η στιγμή που θα παραδεχθούμε τις προσωπικές μας αδυναμίες εμφανίζεται κρίσιμη) που είναι αδύνατο να χωρέσουν σε ένα σύντομο κείμενο, όπως αυτό εδώ. Το σίγουρο είναι πως κάποια ή όλες από τις προηγούμενες αλήθειες έγινε με κάποιο τρόπο κτήμα του γνωστού αγαπημένου καλλιτέχνη∙ με ορατό αποτέλεσμα τη γνωστή σειρά των αγαπημένων του δίσκων που μένουν πάντα στο μυαλό ενός προσεκτικού ακροατή που εκτιμά ταυτόχρονα κάθε στιχουργική και μελωδική αποκάλυψη. Οι ανάσες των λύκων και το Από ‘δω και πάνω είναι δυο μόνο χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα. Όσο για τις χαρές και τις δυσκολίες του είδους νομαδικής ζωής που έχει βιώσει ο Γιάννης Αγγελάκας προτείνω να σχηματίσετε μια γνώμη βλέποντας οι ίδιοι το ντοκιμαντέρ∙ είναι άλλωστε αμέτρητες οι σκέψεις που μια διαδρομή από κεντρικές συναυλιακές σκηνές σε επαρχιακά χωριά, κι από εγκεκριμένα στούντιο στο εσωτερικό ενός μητάτου μπορεί να δημιουργήσει.



Όσο για το εσωτερικό του καθενός από εμάς, ας κοιτάξουμε απλά τους άλλους δίπλα και γύρω μας, κι ας αφουγκραστούμε με οποιοδήποτε τρόπο αυτό που προσπαθούν να μας πουν. Κάποια μνήμη συλλογικότητας που έρχεται από το παρελθόν κι έχει αποτυπωθεί μέσα βαθιά μπορεί να ξυπνήσει, για αρχή.

By Μαρία Γώγογλου