Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Αναμασώντας τη Λέξη που Δε Λες

Η προβολή αξιόλογων προγραμμάτων στην ελληνική TV έχει καταντήσει δυστυχώς τα τελευταία χρόνια κάτι που εξαιρετικά σπανίζει· ευτυχώς, ωστόσο, επιμένουν να εμφανίζονται εξαιρέσεις. Όχι κάτι τόσο απόλυτα σπάνιο, όσο που και που κάτι που μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς για λίγο, πράγμα που ακόμη κι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος τελευταία σχεδόν αποκλειστικά μόνο κατ' εξαίρεση πετυχαίνει, αφού δε θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε βαθύτερα στην εποχή της κατανάλωσης. Στη Λέξη Που Δε Λες μπορούσε κανείς να εντοπίσει στοιχεία της νεοελληνικής πραγματικότητας τα οποία δε σκεφτόμαστε τόσο συχνά όσο θα έπρεπε ακριβώς επειδή μας πονούν. Δε λάτρεψα κάθε στιγμή της (ετεροχρονισμένη εκτίμηση, μιας και το μεγάλο φινάλε έπεσε ήδη εδώ και μερικές μέρες), αλλά αδιαμφισβήτητα δε με έκανε να μετανιώσω για τις ώρες που πέρασα, επειδή δεν αποτελούσε εντελώς κοινό παράδειγμα αποχαυνωτικής άσκησης.


Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια νεοελληνική οικογένεια, κλασική και όχι, που κατοικεί κάπου σε ένα χωριό της Κρήτης. Ο Παυλής (Γιώργος Στεντούμης), ο μοναδικός γιος της Ελένης (Μαρία Πρωτόπαππα) και του Γιάννη (Βασίλης Μπισμπίκης) φαίνεται διαφορετικός από τα άλλα παιδιά, γεγονός που γίνεται ευρέως αντιληπτό εξαιτίας της μόνιμης αποστροφής του από τις κοινωνικές συναναστροφές, όσο και λόγω της μανιώδους μοναχικής κι αποκλειστικής σχέσης του με τη μουσική που αγαπάει. Οι γονείς, θορυβημένοι όσο και κοντόφθαλμοι, αποτείνονται στους ειδικούς, οι οποίοι με τη σειρά τους επιστρέφουν το μπαλάκι της ετυμηγορίας: το παιδί είναι αυτιστικό και χρίζει ειδικής βοήθειας για σχολική υποστήριξη όσο και για την ενδυνάμωση της προσπάθειάς του για εσωτερικό σχηματισμό της έννοιας της κοινωνικότητας και της συμμετοχικότητας. Σε συναγερμό, ολόκληρη η εκτεταμένη οικογένεια και οι παρατρεχάμενοι, συμπεριλαμβανομένου του παππού του Παυλή, Παύλου (Δημήτρης Καταλειφός), του αδερφού της μητέρας του, Βασίλη (Μάξιμος Μούμουρης) και της συζύγου του, Ιωάννας (Πηνελόπη Τσιλίκα) πρέπει να προσπαθήσουν να βοηθήσουν διατηρώντας το επτασφράγιστο μυστικό της κανονικότητας κάθε πτυχής της οικογένειας, ενσαρκώνοντας ό,τι πλησιέστερο στους εαυτούς τους μπορεί να καταστεί δυνατόν, εξαιτίας και της ευνόητης, σχεδόν ολικής απαγόρευσης έκφρασης· έτοιμοι να υποστούν ανακατατάξεις εξαιτίας της νέας αυτής κατάστασης, αλλά και όχι μόνο.


Η γοητεία του να κρατάμε κάτι κρυφό και το πόσο επιτυχημένα μπορεί να μας κρατήσει σε αποκλειστική επαφή αποστάσεων αναπνοής με τον άμεσο περίγυρό μας είναι γνωστή. Από άλλη οπτική γωνία, η ρήση «τα εν οίκω μη εν δήμω» ενέχει ιδιαίτερη βαρύτητα, ακόμη από την αρχαιότητα· και δε χρειάζεται να μιλήσουμε σχετικά με το πόσο ειδεχθής μπορεί να αποδειχθεί η αδιακρισία ή ό,τι άλλο αισθανόμαστε να αποτελεί απειλή ή εισβολή στη σύγχρονη ατομοκεντρική θεώρηση της πραγματικότητας, δηλαδή στα πρόσωπα και τα αντικείμενα γύρω μας. Αλλά, όταν αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι ότι λες ψέμματα με την πρώτη ευκαιρία και στο απλούστερο που σε ρωτάει κάποιος, με απουσία κινήτρων να αλιεύσει διαμάντια για να διασπείρει φήμες για τον ιδιωτικό σου βίο, τότε μάλλον έχει έρθει η στιγμή συνειδητοποίησης της υπέρβασης μιας νοητής μα ευδιάκριτης γραμμής.
Αυτό ακριβώς αντιλαμβάνονται και οι ήρωες της ταινίας· και είναι ακριβώς τόσο εγωκεντρικοί όσο εμείς, όπως και υπεραπασχολημένοι με το τρέξιμο της καθημερινότητας και τις προσωπικές τους αδυναμίες ώστε να το καταλάβουν. Έτσι η Ελένη λέει ψέμματα στους συγχωριανούς για τη μεσολάβηση ειδικού με αποστολή να αναλάβει ειδικές συμβουλευτικές συνεδρίες με τον Παυλή, αλλά και με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Συγκεκριμένα, την παρουσιάζει ως ξαδέρφη της, κι ας είναι απλώς μια παλιά της συμμαθήτρια, στην οποία παλιά είχε έντονα ασκήσει σχολικό εκφοβισμό. Επίσης, ολοκληρώνει τη στόχευση προς τη δημιουργία μιας ιδεατής, ψεύτικης εικόνας, συστήνοντας την ως παντρεμένη, μητέρα τεσσάρων παιδιών, παρ' όλο που εκείνη δεν έχει καν πρόθεση να επισημοποιήσει τη σχέση της.
Κι όλα αυτά για μια «άγνωστη», προσωρινά απαραίτητη για να προσφέρει βοήθεια στις πολλαπλές κρίσεις της οικογένειας. Πόσα λοιπόν, σκέφτεται κανείς, θα της ήταν δυνατό (όπως επίσης και στην πλειοψηφία των υπολοίπων) να κρύψει από τους ανθρώπους που καθημερινά συναναστρέφεται για το παιδί της που δεν επιδεικνύει καθόλου διάθεση να συμμετέχει, έστω και παθητικά, στον κόσμο γύρω του; Τα δεινά του εγωισμού και της θεώρησης ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από την εξασφάλιση του ατομικού σου συμφέροντος εξερευνώνται σταδιακά στα διάφορα επεισόδια του σίριαλ, μαζί με τη νεοελληνική ευθιξία που χαρακτηρίζεται από τη γενικευμένη τάση για εγκλεισμό στον εαυτό και την απόρριψη της έννοιας της καλλιέργειας περιβάλλοντος συνεργατικής αλληλοβοήθειας με τον κόσμο των άλλων.


Ήταν τουλάχιστον ένα σίριαλ, όπου οι διάφορες συντριπτικές ανακατατάξεις που αντιλαμβανόμαστε γύρω μας στις σχέσεις και τις μονιμότητες, που οι προηγούμενες τείνουν συχνά να επιβάλλουν, αντικατοπτρίζονται επαρκώς. Το μυστήριο του γάμου και των τρόπων που διατηρείται στη φορμόλη της συχνής πάγιας έλλειψης επικοινωνίας καθώς και ο κατακερματισμός της χαραγμένης στη συνείδησή μας δυαδικής (σε ζευγάρια) επίφασης πραγματικότητας έρχονται στο φως. Όπως στην περίπτωση της Ιωάννας και του Βασίλη που αρχικά αισθάνονται την ανάγκη να στήσουν από την αρχή μια ξαναζεσταμένη σχέση, η αβέβαιη επιτυχία της οποίας σταδιακά ανάγεται σε αναντίρρητη πραγματικότητα. Αυτή και άλλες στιγμές του σίριαλ τις τοποθετώ ανάμεσα στις λίγες τηλεοπτικές προσπάθειες να αντικρίσουν την αλήθεια που κατοικούμε κατάματα· κι αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν απέρριψα τη σειρά από την αρχή, χωρίς δεύτερη κουβέντα, αποκλειστικά με βάση το γεγονός ότι διέπεται από τα ενοχλητικά αναγκαία χαρακτηριστικά προβολής κάθε τηλεοπτικής σειράς (διαφημίσεις, επαναληπτικότητα, συχνή έλλειψη έμπνευσης δεδομένης της αυστηρής συχνότητας προβολής, καρικατουρίστικος αντικατοπτρισμός ανθρώπινων χαρακτήρων).
Κι αν περνάτε λίγο χρόνο στην τηλεόραση για να «αποβάλλετε τον καπνό» της τοξικότητας της ημέρας, όπως εγώ, ειδικά όταν η κούραση στο τέλος της ημέρας δε σου αφήνει άλλη οδό, αλλά και για να χαλαρώσετε, μπορεί όλα να μην είναι τόσο μαύρα όσο συχνά πιστεύουμε. Η Λέξη που Δε Λες ήταν υπαρκτό παράδειγμα τηλεοπτικής σειράς ικανό να το επιβεβαιώσει.


By Μαρία Γώγογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου