Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχόλια "Επικαιρότητας". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχόλια "Επικαιρότητας". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Δεν είμαστε βαρετοί



Ένα ερωτηματικό φιγουράρει μέσα μας κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μια παρέα χωρίς να μπορούμε να σταυρώσουμε πολλές κουβέντες: είμαστε τόσο βαρετοί που φαίνεται πως οι άλλοι δεν έχουν τη διάθεση να κάνουν καν τον κόπο να επικοινωνήσουν μαζί μας ή απλώς έχουμε όλοι ξεμείνει από το κάτι νέο, «ενδιαφέρον να ειπωθεί»; Ένα βίντεο του Σχολείου της Ζωής έρχεται να δώσει καθησυχαστικές απαντήσεις στις ανησυχίες μας, έστω κι αν δε μπορεί να χαρακτηριστεί το μόνο άξιο να συμβουλευτούμε σε ανάλογες περιστάσεις.




ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ

Σίγουρα πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία όλοι λίγο-πολύ έχουμε βρεθεί όντας νεοσσοί σε μια καινούργια παρέα ή χαλαρώνοντας στην ήδη υπάρχουσα: ξαφνικά δε μιλάει κανείς. Όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας με το απλανές, ξεχειλίζον κενότητα νοήματος βλέμμα της αγελάδας. Τι, στ’ αλήθεια, συμβαίνει; Εμείς οι ίδιοι το προκαλέσαμε αυτό, με τις απεγνωσμένες, αλλά αποτυχημένες προσπάθειές μας να πιαστούμε από κάπου για να συνεχίσουμε μια συζήτηση ή να εισάγουμε κάτι που δεν έχει προαναφερθεί στην κουβέντα; (Με συνέπεια, φυσικά, ανεπανόρθωτα, να τα θαλασσώσουμε τελείως.) Ή μήπως βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο, όπου φαίνεται όλα να έχουν στερέψει κι ό,τι υπήρξε ποτέ να μοιραστούν τα μέλη της παρέας έχει ήδη μοιραστεί; Μερικές φορές φαντάζει εύκολο να επικαλεστούμε κάτι γενικότερο στην ατμόσφαιρα για να δώσουμε μιαν εύκολη απάντηση ∙ κι όμως, η πραγματικότητα συχνά δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται.


Από τη μια μεριά, υπάρχουν εκείνες οι κλασικές παρέες, των οποίων η σύνθεση δε μεταβάλλεται ποτέ οριστικά ∙ τα άτομα που συνυπάρχουν μεταξύ τους από τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου ή ακόμα και του Δημοτικού (!) μέχρι τα έσχατα της ενηλικίωσης. Είναι η κλασική κατάσταση (όχι ότι την έχω ζήσει στο πετσί μου), όπου λογικά δείγματα προσωπικής σου εξέλιξης ενδέχεται να περιορίζουν την παντοδυναμία του συνόλου, που οφείλει να παραμένει δεμένο παρά τις εξωγενείς απειλές. Κάπως έτσι, έρχονται εκείνες οι αμήχανες στιγμές, κατά τη διάρκεια νυχτερινών εξόδων, που ελλείψει νέων εξωτερικών ερεθισμάτων ή γενικότερης προθυμίας για ειλικρίνεια ∙ και με συνοδεία χαμηλής εντάσεως μουσική, η σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο να πεις βολοδέρνει στα μυαλά όλων. Και είναι μια βαλτώδης κατάσταση, από την οποία δε μπορείς να ξεφύγεις πάρα πολύ εύκολα, αν την έχεις τόσο απόλυτα συνηθίσει.
Προσωπικά, έχω υπάρξει παρατηρήτρια του παραπάνω φαινομένου (ο κακεντρεχής λαός το ονομάζει «μούγκα στη στρούγκα») κυρίως σε ζευγάρια, που διανύουν ήδη την τρίτη ή τέταρτη κοινή τους δεκαετία, αφού παραμένουν μαζί από τις αρχές της δεκαετίας των είκοσι ή κι από ακόμη νωρίτερα. Βλέπεις δυο αγαπημένους, που έχουν βγει για ποτό, να κοιτάζονται χωρίς καμιά αφορμή για να συζητήσουν ∙ η παρατήρηση όσων συμβαίνουν γύρω τους ίσως αποτελεί τη μόνη πιθανή θύρα διεξόδου από την κατάσταση συντριπτικής σιωπής που προφανώς εκείνες τις στιγμές αντιμετωπίζουν. Η προσωπική μου εμπειρία, ωστόσο, μου έχει προσφέρει άλλες περιπτώσεις προς εξέταση. Ολόκληρη η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, με τα ανυπέρβλητα εμπόδια που προορίζεται να συναντήσει στην εποχή μας, είναι ικανή να μας ωθήσει σε παρέες, μέσα στις οποίες ενδέχεται να αισθανόμαστε βαρετοί, ή που η συμπεριφορά των ατόμων μέσα σ’ αυτές μας ωθεί να αντιλαμβανόμαστε τα εν λόγω άτομα ως βαρετά. Κάτι που, αν και εκ πρώτης όψεως μπορεί εύκολα κανείς να χαρακτηρίσει δυσάρεστο και ανοίκειο, τείνει να συμβαίνει όλο και περισσότερο σε παρέες, όπου τα μέλη έχουν εκ των προτέρων αποφασίσει πως δε θα ήθελαν και ίσως δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεθούν μεταξύ τους.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟ!
           
            Όσο περισσότερο παραμένω, πάντως, κοντά σε άτομα με αντίθετο προσανατολισμό, τόσο περισσότερο έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως η σιωπή κατά τη διάρκεια των κοινωνικών συναναστροφών δεν είναι τόσο απόλυτα αρνητική. Ίσως μάλιστα να είναι και απαραίτητη. Η διαπίστωση πως τόσα πολλά έχουν ειπωθεί, ώστε δεν έχει μείνει χώρος να προχωρήσουμε παρακάτω μπορεί να είναι ουσιώδης για την επιβίωση μιας σχέσης, αλλά και για τη διατήρηση ενός είδους εγγύτητας. Εκτός των άλλων, αν κάποιος έχει την ίδια τάση παράτασης της ευχαρίστησης που αισθάνομαι συχνά, θα νιώθει εξίσου την ανάγκη να αναβάλλει το επόμενο πιο συγκλονιστικά υπέροχο να βιωθεί και να ειπωθεί από όλες τις πλευρές την επόμενη φορά.
Εξάλλου μπορεί αυτό το κάτι που βρίσκεται στο κάτω μέρος της γλώσσας σου δευτερόλεπτα πριν εκφραστεί να προκαλέσει μυριάδες απογοητεύσεις ή να αποξενώσει τους πάντες από σένα (ένας από τους χειρότερους φόβους του είδους ανθρώπου που ελπίζει και πάντα προσπαθεί να κοινωνικοποιηθεί). Κι αν οι υπόλοιποι δεν είναι έτοιμοι ψυχολογικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να το ακούσουν, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνεις να τους πιέζεις μόνο και μόνο για να ακούγεται αυτό που θέλεις (κάτι για το ότι πολλές φορές αισθάνεσαι ανέτοιμος ή αδύναμος να μιλήσεις στους άλλους κι αυτό λογικά πρέπει να είναι κατανοητό). Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φορά που πήγα στον κινηματογράφο με μεγάλη παρέα να παρακολουθήσω την ταινία «Μαύρος Κύκνος» την ημέρα της πρεμιέρας της στην Ελλάδα. Ήταν αδύνατο να μεταφέρω στους υπόλοιπους το συναίσθημα της αλλαγής που ένιωθα να έχει συντελεστεί μέσα μου μετά το τέλος της. Γι’ αυτό και δεν το προσπάθησα καν: έμεινα ύποπτη, μα σιωπηλή, αντί να καταλήξω καταπιεστική, ως το τέλος της βραδιάς.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ / ΑΥΤΟΕΚΦΡΑΣΗ

            Ας επιστρέψουμε, τώρα, στο βίντεο, για να λάβουμε στοιχειώδεις συμβουλές (κι ας μου επιτραπεί να τις προσαρμόσω λίγο στα μέτρα και τα σταθμά της κοσμοθεωρίας μου): επιτυχημένος ομιλητής σε μια παρέα, αλλά και κάποιος που γνωρίζει τη σημασία των στιγμών σιωπής, είναι αυτός που έχει επιτύχει τη βαθύτερη γνώση του ίδιου του εαυτού του. Κοινώς, το άτομο που αισθάνεται πότε ήρθε η σωστότερη στιγμή να μιλήσει και πότε να σωπάσει, επειδή έχει μάθει να φέρεται σους άλλους με τον ίδιο σεβασμό που φέρεται και στον εαυτό του. Κι εύλογα θα ρωτούσε κανείς: πού ακριβώς βρίσκεται κρυμμένο ένα τέτοιο άτομο; Η απάντηση είναι πως βρίσκεται μέσα μας όση δυσκολία κι αν φαίνεται να αντιμετωπίζουμε στο να χειριστούμε τους εαυτούς μας και τις περιστάσεις σωστά ώστε να απελευθερωθεί.


            Κατ’ αρχάς, δε χρειάζεται υπερβολές: το ξεκίνημα, για παράδειγμα, μιας φιλίας, όπως και μιας σχέσης μπορεί να είναι δειλό και σταδιακό. Και στ’ αλήθεια δεν υπάρχει ομορφότερη διαδικασία στον κόσμο ή κάτι άλλο που με παρόμοιο τρόπο θα ευχόσουν να του πάρει τόσο καιρό να ευοδωθεί, ακριβώς επειδή περνάς όμορφα κατά τη διάρκειά του. Το σημαντικότερο που αφορά την ειλικρίνειά μας, κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου ξεδιπλώματος είναι να ακούμε τον εαυτό μας, τις προειδοποιήσεις, αλλά και τις παρορμήσεις του σε στιγμές ευτυχίας – κάτι που ασφαλώς ορθά προϋποθέτει να τον γνωρίζουμε. Μόνο έτσι οι συμμετοχές μας στην κουβέντα θα ερμηνεύονται ως καίριες παρεμβάσεις, ακόμη κι όταν αφορούν ένα σύννεφο δυσάρεστης σκέψης ή την αδικαιολόγητη ευφορία μας στις 3 τα ξημερώματα (το θεωρώ εμφανώς το πιο επιτυχημένο παράδειγμα του βίντεο όσον αφορά ιδέες με τις οποίες μπορούμε να στρέψουμε το ενδιαφέρον των άλλων προς τον εσωτερικό μας κόσμο!).
Ο επιτυχημένος συνομιλητής αντικρίζει τους άλλους με γνώμονα τις δυσκολίες που έχει ο ίδιος αντιμετωπίσει, αλλά και τις γενικότερες παρατηρήσεις για τη ζωή που τον έχουν οδηγήσει να διαμορφώσει την κοσμοθεωρία του. Έχει μάθει να ακούει προσεκτικά τις προσωπικές του ανάγκες ακριβώς με το ίδιο τρόπο που επιθυμεί να ακούσει τους άλλους να εκφραστούν. Η κάθε είδους αδιαφορία ή απομάκρυνση άλλων ανθρώπων μπορεί να ερμηνευτεί ως ανεπιτυχής σύνδεση με τις αληθινές προσωπικές τους ανάγκες και προτιμήσεις ∙ ή ως μια απολύτως κατανοητή ασυμφωνία χαρακτήρων. Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα είστε σε μια παρέα, όταν αποφασίσετε να πάρετε το λόγο, εκπροσωπήστε επάξια τον εαυτό σας χωρίς να προδώσετε όλα όσα περισσότερο εκτιμάτε. Με σεβασμό, φυσικά, προς τους γύρω σας, κι αφήνοντάς τους χώρο να ξεδιπλωθούν. 


Το να δημιουργούμε ενδιαφέρον στις καθημερινές μας σχέσεις είναι προσωπική επιλογή και ξεκινά πρωτίστως από βαθιά μέσα μας.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Πώς να Aπέχει Kανείς από το Facebook για Πέντε Ημέρες

Όχι πως το παρόν κείμενο υπόσχεται κάποια συνταγή επιτυχίας ή επιβίωσης. Είναι φανερά αυτονόητο πως το διασημότερο και δημοφιλέστερο μέχρι στιγμής κοινωνικό δίκτυο καταλαμβάνει σημαντικό ρόλο στις ζωές μας· σαφώς ενδεικτικός των παραπάνω είναι ο χρόνος που ξοδεύουμε μέσα σ' αυτό, όσο και αυτός που περνάμε μιλώντας γι' αυτό. Πολλές φορές, όμως, μια προσπάθεια να περιοριστούμε αποκλειστικά και μόνο στην εκμετάλλευση των χρήσιμων και ωφέλιμων δυνατοτήτων του μοιάζει δυσχερέστερη από καθετί. Κοινώς, το facebook έχει με πολλούς τρόπους μπλεχτεί στα πόδια μας και στις ζωές μας και φαίνεται δύσκολο χωρίς δύναμη θέλησης να κατορθώσεις να ξεμπλεχτείς, έστω και για να περάσεις μερικές ώρες ήσυχες μακριά του. Πρόσφατα, ωστόσο, αποπειράθηκα εγώ η ίδια έστω να μπλεχτώ στα γρανάζια της προσπάθειας μιας ζωής μακριά από τη συνεχή χρονοβόρα επαφή με το facebook· μήπως τουλάχιστο καταφέρω να δω αν αυτή η απομάκρυνση έχει κάτι να μου προσφέρει.


Η σύγχρονη μανία με τα κοινωνικά δίκτυα που ξεκινάει από τη χρήση των υπερσύγχρονων smartphones κι επεκτείνεται μέχρι τη δίνη μιας απομόνωσης χωρίς όρια εμφανίζεται με το πρόσωπο της εξάρτησης στην ολότητά της. Αυτά ακριβώς τα τσιμπήματα ενός εξαρτησιογόνου, έστω και με τη μορφή μιας εφαρμογής είναι που ανίχνευσα αρχικά στον εαυτό μου· κι αυτά με ώθησαν στο συγκεκριμένο ανθρωπολογικό πείραμα. Δε λέω πως ξυπνούσα και κοιμόμουν με τη σκέψη του facebook να με ακολουθεί για ένα διάστημα· ούτε πως θεωρούσα πως το συγκεκριμένο κοινωνικό δίκτυο, με τα πολυεπίπεδα δραστικά δυνατά χαρακτηριστικά του έχει επηρεάσει ουσιαστικά ένα σύνολο κοινωνιών που αδυνατούν να επιβιώσουν χωρίς να βασίζονται σ' αυτό. Μια ματιά, όμως, στο news feed το πρωί μετά τον καφέ αναδείχτηκε σιγά σιγά, χωρίς φανφάρες, σε συνήθεια που έγινε λατρεία, και μάλιστα σε σημείο που να αισθάνεσαι δύσκολο να αφήσεις την παλιοσυσκευή κάτω, να σταματήσεις να χαζεύεις, και να προχωρήσεις στις δουλειές σου. Έχοντας ανιχνεύσει αυτήν και μερικές ακόμη προσωπικές παραινέσεις προς τον εαυτό για άνευ ξεκάθαρου χρονικού περιθωρίου ματιές σε προφίλ, ομάδες ή άσκοπα, στην αρχική σελίδα, σε τακτικά και άτακτα διαστήματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, αποφάσισα πως όντως κάτι συμβαίνει εδώ που αξίζει να ερευνηθεί.

Οι πρώτες μέρες
Θεωρητικά, κι επειδή ζούμε σε μια εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας οι εφαρμογές με τις οποίες μπορείς να επικοινωνήσεις μέσω κινητού τηλεφώνου ποικίλουν, κι αυξάνονται σχεδον καθημερινά, η αποχή από το facebook μπορεί να μη σημαίνει απολύτως τίποτα. Απλά ειδοποιείς τους φίλους σου ή όσους τελοσπάντων πιστεύεις ότι σε νοιάζονται και σε αγαπούν ότι θα είσαι διαθέσιμη στο κινητό σου τηλέφωνο ή σε κάποια άλλη εφαρμογή, και το αρχικό άγχος για το πως θα εντοπιστείς από την ομήγυρη έχει ήδη κάνει φτερά. Για να μην αρχίσω να εκθειάζω εδώ τα πλεονεκτήματα της τηλεφωνικής επικοινωνίας, που με τη ζεστασιά της φωνής και το συναίσθημα πως κάποιος άλλος σηκώνει το ακουστικό από την άλλη πλευρά, στ' αλήθεια φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Ή έτσι τουλάχιστον έχουμε προγραμματιστεί να νιώθουμε στην εποχή που οι τρεις τελίτσες αναμονής που εμφανίζει το μέσεντζερ, το πρόγραμμα ανταλλαγής μηνυμάτων που είναι άμεσα συνδεδεμένο με το facebook, έχουν καταλήξει να αποτελούν το χαρακτηριστικότερο σημάδι ένδειξης επιθυμίας για ανθρώπινη επαφή, την ώρα που κάποιος άλλος, σε κάποιο άλλο μέρος βρίσκεται επίσης μπροστά σε μια συσκευή, και πιστεύεις πως προσπαθεί ή ετοιμάζεται να πληκτρολογήσει.
Τα τσιμπήματα άγχους και παρότρυνσης του εαυτού σου να ανοίξεις εδώ και τώρα την εφαρμογή είναι, ωστόσο, έγκυρα σημάδια ύπαρξης ενός
λανθάνοντος είδους εθισμού, τόσο βαθιά ενσωματωμένου στο σύστημά σου, ώστε στάθηκε αδύνατο μέχρι τώρα να τον εντοπίσεις. Όσο στεκόμουν μακριά από το “έξυπνο τηλέφωνο”, ο οργανισμός μου έχασκε ασφαλής, διεκπεραίωνε ευχαριστημένος τα τρέχοντα καθήκοντα ή βυθιζόταν ευτυχής στις πιο αγαπημένες ασχολίες, όπως το διάβασμα ή η γυμναστική. Όσο, όμως, πλησίαζα στη συσκευή, την αισθανόμουν να με κοιτάει· να καίει το χέρι μου, με μια απλή αφή, και να απαιτεί το αυτονόητο, στο οποίο της έμαθα τόσο καιρό πως είναι ο βασικός προορισμός του απαραίτητου της χρησιμότητάς της: το χαζολόγημα στο πιο δημοφιλές κοινωνικό δίκτυο, που συνοδεύεται από θύελλα ποικιλίας αντιδράσεων στις πρόσφατες δραστηριότητες φίλων και γνωστών, η νοητή απόσταση που έχει στοιχειοθετηθεί με πολλούς από τους οποίους στην πραγματική ζωή αίρεται στο πάτημα ή στο αντίκρισμα ενός και μόνο εικονιδίου: “μου αρέσει”, “τέλειο” και “ουάου”, αφού οι λεπτομέρειες από την ανάλυση πρόσφατων εμπειριών είναι δυνατό να αποτυπωθούν σε μια σύντομη μα εύπεπτη φράση.

Δε μου έλειψε γιατί...
Για να μη μιλήσουμε για το γεγονός πως το συγκεκριμένο κοινωνικό δίκτυο έχει επιτελέσει κατά καιρούς για πολλούς από εμάς λειτουργίες ευπροσήγορης βιτρίνας. Είναι, με άλλα λόγια, ο επιδειξιομανής εαυτός, τον κεντρικό ρόλο του οποίου στο σύμπαν δε χρειάζεται να αποδείξουμε με λόγια. Έτσι, ένα μέρος, από το οποίο περάσαμε φευγαλέα για λίγες ώρες μπορεί να αναδείξει το ζενίθ μιας εμπειρίας που θα μπορούσαμε να είχαμε ζήσει, στα δίχτυα της ακαταμάχητης στιγμής μιας προσεκτικά τραβηγμένης φωτογραφίας. Και μπορούμε μάλιστα να σύρουμε στην επίδειξη του τίποτα ή του αυταπόδεικτου και τρίτους, χωρίς να μας απασχολήσει στο ελάχιστο ποια είναι στο βάθος η αληθινή προσωπική τους γνώμη για το ζήτημα.
Για να μην προχωρήσει κανείς ακόμα παραπέρα και το ονομάσει ένα από τα ψέματα της όλης υπόθεσης που λέγεται ζωή. Μπορεί να αγαπώ το facebook επειδή μου δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνώ με τους φίλους μου άμεσα και
χωρίς κανένα κόστος και με φέρνει κοντά με ανθρώπους με τους οποίους θα μου ήταν δύσκολο να σκεφτώ ποτέ πως θα υπήρχε η πιθανότητα να έρθω σε επαφή. Όταν, παρ' όλα αυτά, ανεβάζω περιοδικά κι ανελλιπώς επεξεργασμένες φωτογραφίες του εαυτού μου, ώστε να εξυψώσω με κάποιο τρόπο την εικόνα μου ή αντιδρώ σε παρόμοια ποστς άλλων και κοινοποιώ συνέχεια την παρουσία μου σε διάφορες τοποθεσίες κι εκδηλώσεις, ίσως κάτι από την αληθινή ζωή που θα μπορούσα να ζω, στη διάρκεια των ωρών που ασχολούμαι με το ποστ μου, να έχει οριστικά χαθεί. Έτσι η έκφραση ενός συναισθήματος, το νόημα μιας στιγμής ή η αντίδραση ενός συνανθρώπου ενδέχεται, εξαιτίας της μονομανίας μου, να έχουν πάει οριστικά στράφι. Κι είναι φρικτή απώλεια για τις εξομοιωμένες, πανομοιότυπες μέρες και καταστάσεις που ζούμε να χάνουμε την αίσθηση της μοναδικότητας οποιουδήποτε πλάσματος ή "θαύματος" που σπαρταράει δίπλα ή παραδίπλα μας.

Κι αν θέλετε να μάθετε την κατάληξη του πειράματος, ναι, είναι αλήθεια πως άνοιξα το facebook μετά από πέντε ημέρες, αντί για μια βδομάδα, όπως είχα αρχικά αποφασίσει να κάνω, αναγκαστικά, κι όχι με τη θέλησή μου ή επειδή δεν άντεξα άλλο. Η μητέρα μου απαίτησε την είσοδο σε συγκεκριμένο φεισμπουκικό προφίλ για μια έγκυρη πρόβλεψη του καιρού των αμέσως επόμενων ημερών, εν μέσω κατακλυσμού διαρκείας. Και ναι: το έκλεισα, αμέσως μόλις είδαμε αυτό ακριβώς που ψάχναμε και δε χαζολόγησα ούτε στιγμή, συνήθεια που φαίνεται πως θα μου μείνει, μετά από μια πολλά υποσχόμενη ανανέωση του ενδιαφέροντος για τα βασικά, τα ουσιώδη της ζωής που επιμένουμε να απορρίπτουμε ή να μην παρατηρούμε, όντας δήθεν απασχολημένοι με τους εαυτούς μας και τις αντανακλάσεις των ψεύτικων εικόνων των άλλων επάνω μας. Ας ελπίσουμε πως η ειλικρινής απόφασή μου για μεταστροφή στάσης απέναντι στο κοινωνικό δίκτυο, που ο πλανήτης σύσσωμος έχει αγκαλιάσει, θα διαρκέσει. 

By Μαρία Γώγογλου 

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Μπορεί η τέχνη να σου αλλάξει τη ζωή;

Το ερώτημα παραμένει για τους στενούς φίλους των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων και μη, για αυτούς που παραδέχονται που δε μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτά, αλλά και για όσους δε φοβούνται να τα ανακαλύπτουν πότε πότε. Είναι δυνατόν ένα έργο τέχνης, όπως, για παράδειγμα, ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα γλυπτό ή ένας πίνακας ζωγραφικής, να επηρεάσει τόσο έντονα τη ζωή κάποιου, ώστε να αλλάξει το χαρακτήρα του ή ριζικά τις απόψεις του; Οι αντιδράσεις πάνω στο θέμα, αν και ζωηρές, παραμένουν διχασμένες.


Και πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι, αφού η ίδια η γνώμη των περισσοτέρων από μας πάνω στον καθημερινό ρόλο της τέχνης μετασχηματίζεται ανάλογα με τα βιώματα που προσεγγίζουμε μέρα με τη μέρα; Συχνά στα εφηβικά μας χρόνια, αλλά και στο ξεκίνημα της ενήλικης ζωής μας πιστεύουμε ότι το ξεδίπλωμα ενός έργου τέχνης μπροστά στα μάτια μας ή μέσα στο μυαλό μας διεκδικεί επάξια το δικαίωμα να μας πάρει μακριά από τις μέχρι τότε συνήθειές μας κι όσα ξεκάθαρα γνωρίζαμε. Να αποκαλύψει μπροστά στα μάτια μας όλες τις πλευρές του άγνωστού μας κόσμου, των οποίων αγνοούσαμε την ύπαρξη, και οι οποίες ξαφνικά, μετά από μια απλή θέαση ή σκέψη, μας αιχμαλωτίζουν. Ιδιαίτερα η ενσυναίσθηση του κόσμου των βιβλίων, αυτό το συναίσθημα που μας ωθεί να ταυτιστούμε απόλυτα με πράγματα ή καταστάσεις με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι για πρώτη φορά είναι, για τα πρώτα τουλάχιστο χρόνια των επαφών μας με την τέχνη, κάτι συναρπαστικά πρωτόγνωρο, και γι' αυτό υπέροχο. Κι είναι φυσικά υπέροχο να έχεις άπλετο χρόνο να μπορείς να απολαύσεις κάτι που μόλις ανακάλυψες χωρίς την πίεση των τόσο ενήλικων υποχρεώσεων, που αργότερα είσαι υποχρεωμένος να συνειδητοποιείς, στη δίνη μιας διαδικασίας που δεν επιδέχεται τέλος.
Όσο, ωστόσο, μεγαλώνει κανείς, μπορεί η αγάπη του για την τέχνη να μην εξανεμίζεται (αν τουλάχιστον έχει ριζώσει μέσα του και την έχει έστω ως κάποιο βαθμό καλλιεργήσει). Ένα είδος οπτικής γωνίας, ωστόσο, ως απάντηση στο σύνολο των πραγμάτων παγιώνεται και είναι δώρον άδωρον να προσπαθείς έπειτα να το αλλάξεις. Έτσι, η άποψή μας για τα έργα τέχνης που θεωρούμε εκπληκτικά σταθεροποιείται (πολλοί φτάνουν μέχρι το σημείο να φτιάξουν top 5 ή και top 10 προτιμήσεων, πρακτική που την έχω ακολουθήσει κι εγώ, τουλάχιστον όσον αφορά τα γούστα μου στις ταινίες και τη μουσική. Στις επιλογές αγαπημένων βιβλίων παραμένω πιο χαώδης και ιδιοσυγκρασιακή), πρέπει να έρθει αληθινή σύγκρουση με παγόβουνο για να τη συνταράξει. Κι, επίσης, που είναι και το χειρότερο, παραμένουμε μόνο σ' αυτά, κι όποιος μας προτείνει τα δικά του αγαπημένα ή άλλες εναλλακτικές, απλά τις αφήνουμε στην άκρη, ήδη απορριπτέες από τη δική μας συμπαγή νοοτροπία: κανείς και τίποτα δε δικαιούται να μας συγκινήσει τόσο συμπαγή και σπέσιαλ άτομα που έχουμε ανατραφεί και φροντίσει να γίνουμε.
Επιμένω, ωστόσο, όπως έχω επιμείνει και μια ζωή, πως το απροκάλυπτο της ομορφιάς και η δύναμη της επιρροής ενός έργου τέχνης κρύβεται στην έκπληξη. Η στιγμή που θα αφεθούμε απόλυτα στην εμπειρία μακριά από το άγγιγμα μικρόψυχων καθημερινών εγνοιών είναι και η στιγμή που ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, με ψυχή και ανάστημα, μπορεί να αγκαλιάσει τον κόσμο μας. Οι προϋποθέσεις για την επίτευξη του πολυπόθητου, ωστόσο, πρέπει να υπάρχουν, διότι διαφορετικά καθίσταται αδύνατο να επιτευχθεί η επιθυμητή ώσμωση μεταξύ θεατή και δημιουργήματος, αναγνώστη και αναγνώσματος: ο θεατής/αναγνώστης πρέπει να βρίσκεται στην κατάλληλα ήρεμη ψυχική κατάσταση, μετρίως δεκτικός, καθόλου αγχωμένος ή στενοχωρημένος, αλλά και ικανός να δεχτεί ερεθίσματα στο κατάλληλο μήκος κύματος αυτού που του παρουσιάζει / εκθέτει μπροστά του ο επικεφαλής της καλλιτεχνικής προσπάθειας. Αν οποιαδήποτε από τις προηγούμενες επιθυμητές καταστάσεις για τις δυο πλευρές διαταραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ενδέχεται να μετατρέψει ολόκληρη την προσπάθεια προσέγγισης σε μια επιδερμική εμπειρία, με συστατικά στοιχεία κοινά με τα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων βουρτσίζει κανείς τα δόντια του ή κάνει ζάπινγκ απέναντι από την τηλεόρασή του.
Και, φυσικά, το να επηρεάζεσαι από την τέχνη, αν προσωπικά δεν το αποζητάς, δεν είναι κάτι απλό. Αν αρνείσαι να ακούσεις το "Lithium" των Nirvana για δεύτερη φορά, απλούστατα επειδή την πρώτη φορά που το άκουσες σε ενόχλησε ο έντονα γρατζουνιστός ήχος και η τσιριχτή φωνή του φρόντμαν, τότε είναι βέβαιο πως δύσκολα βαδίζεις προς μια αποστομωτική εμπειρία, που σου εντυπώθηκε τόσο έντονα, ώστε αδυνατείς να βγεις από τον κλοιό της. Θυμάμαι το συναίσθημα αυτό τις στιγμές που έβγαινα από τον κινηματογράφο, μετά το τέλος του Μαύρου Κύκνου του Αρονόφσκι, στη θέα της Cappella Sistina, όπως και μετά το τέλος του πρώτου live του Παύλου Παυλίδη στο οποίο είχα παρευρεθεί. Το μεγαλείο της μαγείας ότι τα ίδια σου τα πόδια ευτυχώς μπορούν να σε μεταφέρουν σπίτι, αφού το μυαλό σου αδυνατεί να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Αξίζει να αποζητά κανείς ένα τέτοιο συναίσθημα, έστω κι αν δεν πρόκειται για κάτι συνηθισμένο, σε οποιαδήποτε ηλικία.



Πάντα θα παραμένω πιστή στο σύνθημα πως η τέχνη μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας γι' αυτό κι αξίζει να παραμένουμε σε στενή σχέση μαζί της. Ο διαφορετικός τρόπος, με τον οποίο αντικρίζουμε τους ανθρώπους και τις καταστάσεις, μετά από μια αποφασιστική επαφή μαζί της είναι ο κύριος λόγος της σταθερής μου πίστης.

By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Κακή Λογοτεχνία

Υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που μπορούμε ανεμπόδιστα και χωρίς ενοχές να τα ονομάσουμε ποιοτικά ελλειπή; Μήπως είναι υποκειμενικό το ζήτημα ή αφορά όλους μας; Στο γράψιμο αυτής της ανάρτησης με ώθησε ένα μυθιστόρημα πάνω στο οποίο έπεσα πρόσφατα, και σχετικά με το οποίο, κυρίως εξαιτίας διαβεβαιώσεων άλλων αναγνωστών, έτρεφα προσδοκίες, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν. Σε κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν ενδέχεται να συμβάλλει η διαφορετική πνευματική φάση που διανύει οποιοσδήποτε αναγνώστης, λόγω της αναγνωστικής, αλλά και γενικότερης πορείας του; Ποιοι, λοιπόν, είναι επακριβώς οι παράγοντες που μας βοηθούν να ξεχωρίσουμε την «κακή» λογοτεχνία από αυτήν που δεν αξίζει να διαβάσουμε;


Κατ' αρχάς, οφείλουμε να τους ξεχωρίσουμε από τις δυνάμεις που εμποδίζουν την όρασή μας. Συχνά επιλέγουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο, λογοτεχνικό ή μη, επειδή έχουμε δει τη διασκευή του σε ταινία, επειδή μας άρεσαν τα προηγούμενα μέρη της σειράς στην οποία ανήκει ή επειδή κάτι στην υπόθεση, που ξετυλίγεται συνοπτικά στο οπισθόφυλλο, μας θυμίζει κάτι που έχουμε ζήσει ή κάνει την καρδιά μας, με κάποιο τρόπο να φτερουγίσει. Η απογοήτευση, ωστόσο, ελλοχεύει, σ' αυτές αλλά και σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις επιλογής βιβλίων (ακόμη κι αν έχουμε μπει στη διαδικασία να διαβάσουμε εμπεριστατωμένες κριτικές του βιβλίου ή / και αποσπάσματά του): το βιβλίο ενδέχεται να εμπίπτει στην κατηγορία της κακής λογοτεχνίας, περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει ξεκάθαρος τρόπος ανίχνευσης εκτός από τις παρακάτω ιδιοσυγκρασιακές συμβουλές που αχνά θα αποπειραθώ να σκιαγραφήσω.
Ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο. Συχνά λάγνο, αισθησιακό ή ο συνδυασμός των δυο: αισθησιολάγνο. Μια μορφή αποτυπωμένη με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο, σε χρωματισμούς που προκαλούν το μάτι, με έναν τίτλο προορισμένο αποκλειστικά να κάνει επίκληση στον κόσμο των αισθήσεων. Αν και στη ζωή έχουμε μάθει πως δε συνίσταται να κρίνει κανείς ένα βιβλίο από το εξώφυλλό τ
Από τα πιο εντυπωσιακά εξώφυλλα βιβλίων που έχω δει.
ου, ειδικά μιας κι αγνοεί τι ακριβώς μπορεί να βρίσκεται μέσα, αφού, ό,τι εξώφυλλο και να 'χει, υπάρχει περίπτωση να τον συγκινήσει με τρόπους που δε θα μπορούσε ποτέ να έχει φανταστεί. Ας μην ξεχνάμε πως ο εκδοτικός οίκος και όλοι οι άλλοι που εργάζονται πάνω σε θέματα επαφής του κόσμου με το βιβλίο δικαιούνται τις δικές τους προσωπικές και συλλογικές αστοχίες. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δε δικαιούμαστε μια πρώτη κρίση των εξωτερικών λεπτομερειών του βιβλίου, που, παρ' όλα αυτά, προσέχουμε να μην είναι απόλυτη.
Για πολλούς αναγνώστες, ένα αργό ξεκίνημα της πλοκής (το μέρος του μυθιστορήματος ή του διηγήματος που ονομάζουμε exposition=έκθεση) είναι το ανάθεμα που χρειάζονται για να σταματήσουν την ανάγνωση ή για να κακοχαρακτηρίσουν οριστικά το βιβλίο. Αν, ωστόσο, κάποιος ρίξει μια πιο προσεκτική ματιά σε πολυσέλιδα ακανθώδη πονήματα της παγκόσμιας λογοτεχνικής ιστορίας, όπως το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, θα αποκτήσει σύντομα εντελώς διαφορετική άποψη. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει στον αναγνώστη ένα σημαντικό συμπέρασμα που έχει εξάγει σχετικά με τα πιο ουσιώδη, που είναι συχνά και τα πιο μπερδεμένα ζητήματα του ανθρώπινου βίου, χρειάζεται αδιαμφισβήτητα πολλές σελίδες για να απαριθμήσει πολλά περιστατικά και τα αποσπάσματά του ή για πιο ενδελεχείς περιγραφές σε πιο έντονο τόνο, ικανές να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Οπότε, οτιδήποτε λογοτεχνικό μοιάζει μακροσκελές και αφόρητο δεν είναι αυτό που αξίζει αυταπόδεικτα να απορριφθεί (συμπεριλαμβανομένων των ιντερνετικών αναρτήσεων που διεκδικούν την ελευθερία να έχουν πολλά να παραθέσουν, όπως αυτή εδώ!).
Υπάρχουν, ωστόσο, μυθιστορήματα ή διηγήματα που δεν υπάρχει κάποιος συμπαγής λόγος να διαβάσεις. Είναι επαναληπτικά: λένε την ίδια ιστορία ή αποπειρώνται να περάσουν τα ίδια μηνύματα που οι προκάτοχοι του ίδιου ή και άλλων συγγραφέων έχουν ήδη μεταδώσει με τον ίδιο κι απαράλλακτο τρόπο και η ανάγνωσή τους δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από ένα ανιαρό, χλιαρό πέρασμα από τις λέξεις που έχουν ξαναειπωθεί. Ίσως να επιθυμούν να αναστήσουν μια εποχή που όλοι αγάπησαν ή ένα λογοτεχνικό έργο που όλοι θεωρούν κλασικό και θα ζει για πάντα στο συλλογικό ασυνείδητο, ακόμη κι αν πρόκειται μόνο για ανάμνηση των τεκταινόμενων γύρω από τα σχολικά θρανία (σ' αυτήν ακριβώς την κατηγορία φρονώ πως εμπίπτει η πρόσφατη αναγνωστική μου απογοήτευση, τα Ανεμώλια του Ισίδωρου Ζουργού, που απλώς επιχειρούν να δημιουργήσουν από το μηδέν μια σύγχρονη Οδύσσεια, ενώ η προϋπόθεση ανασύστασής της έχουν προ πολλού παρέλθει ανεπιστρεπτί). Ίσως απλώς να προσπαθούν να έλξουν τους αναγνώστες σε κάτι απλό, γνώριμο, καθημερινό, χωρίς καμία απολύτως επιθυμία να τους εμφυσήσουν κάποια βαθύτερη γνώση της πραγματικότητας, αφού οι δημιουργοί και προωθητές τους αναπνέουν, ελπίζουν κι επιβιώνουν αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος και την προοπτική του. Αυτά τα βιβλία αληθινά αξίζει να γνωρίζει κανείς τον τρόπο να τα αποφεύγει, χωρίς να χρειαστεί να ξεγελαστεί με την ανάγνωση πολλών σελίδων τους.
Φυσικά, η στεγνή, άμεση τοποθέτηση ταμπελών στα είδη και τις περιπτώσεις δεν ωφελεί κανέναν. Υπάρχουν διαμάντια, στα οποία διόλου δεν αξίζει να αντισταθεί κανείς, εκεί ακριβώς που δεν το περιμένεις. Αν, ωστόσο, γνωρίζει κανείς σε βάθος πως κάποιος συγγραφέας επιμένει στην εμπορικότητα (ως το πιο τυπικό των παραδειγμάτων θα αναφέρω εδώ τη Λένα Μαντά, που κρίνει σκόπιμο να κυκλοφορεί ένα βιβλίο το χρόνο, σε διαμετρική αντίθεση με το Τζόναθαν Φράνζεν, τον αγαπημένο μου συγγραφέα, που έκανε εννέα ολόκληρα χρόνια να ολοκληρώσει τη συγγραφή της Ελευθερίας, του, κατά την ταπεινή μου
γνώμη, πιο αξιόλογου κι εμπεριστατωμένου μυθιστορήματός του), μπορεί απλώς να την αποφεύγει μετά από μια δοκιμή μερικών σειρών ή σελίδων που είναι ικανή να τον πείσει. Στις εκπλήξεις, πάντως, είτε από έργα άσημων δημιουργών (ας μην ξεχνάμε πως ο υπέρλαμπρος Καρυωτάκης βρισκόταν κάποτε ανάμεσά τους), είτε από άγνωστα, παραμελημένα έργα κλασικών ή γνωστών δημιουργών κρύβεται αδιαμφισβήτητα μέρος της μαγείας της ανάγνωσης. Και θα διαπιστώσετε του λόγου το αληθές, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε κάτι από τα παραπάνω, μιας και είναι η ένταση του απρόσμενα ανατρεπτικού ή τυχαίου που συχνά ομορφαίνει και γεμίζει τη ζωή μας.

Όσο κι αν προσπαθούμε να τις αποφεύγουμε, οι συναντήσεις με αυτά που ο καθένας θεωρεί «κακά» λογοτεχνικά έργα αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της ζωής του αναγνώστη. Ας μην ξεχνάμε πως χωρίς την επαφή μαζί τους, θα μας ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουμε την «κακή» λογοτεχνία από ό,τι έχει αποκρυσταλλωθεί μέσα μας ως «καλή».

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

"Ζήσε τη Στιγμή"

Ή αλλιώς, όπως το γνωστό λατινικό ρητό προστάζει “carpe diem”. Το οποίο, η αλήθεια είναι, πως έχει, λίγο ή πολύ, αποκτήσει τόσο κεντρική θέση στη νοοτροπία μας, ώστε να θεωρούμε συνεχώς δεδομένο το γεγονός ότι προσπαθούμε να το εξασκήσουμε κατά γράμμα. Σε ποιο βαθμό, όμως, είναι, στην πραγματικότητα, εφικτό να υπάρχουν πάντα στη ζωή μας οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να το εφαρμόσουμε· και σε ποιο βαθμό είναι η ρήση αυτή μια τσιχλόφουσκα, που αιωνίως μηρυκάζουμε, χωρίς περιεχόμενο και χωρίς αληθινό αντίκτυπο πέραν της συνεχούς, χωρίς νοήματος, επανάληψής της;


Από τη μια μεριά, το να πιάνεσαι από κάτι που αξίζει να το απολαμβάνεις και βρίσκεται στη διάθεσή σου, ή μπορείς με ευκολία να το αγγίξεις ή να το αποκτήσεις μοιάζει η ιδανική ευχαρίστηση της καθημερινότητας. Μιας ρουτίνας καταθλιπτικής, που όταν επιτέλους δεήσει να σου προσφέρει κάτι ενδιαφέρον ορμάς μπροστά να το αρπάξεις, αφού, μετά τη μιζέρια που πέρασες, σου ανήκει τόσο πολύ, ώστε είναι αδύνατο να αφήσεις να σου ξεφύγει μέσα από τα χέρια. Μήπως, όμως, κι αυτό το βίαιο σφιχταγκάλιασμα της στιγμής που επικαλούμαστε τακτικά πως επιδιώκουμε, για να ξεφύγουμε απ' τις σκοτούρες, είναι κάτι φευγαλέο, που ούτε καν προλαβαίνουμε να δηλώσουμε στον εαυτό μας πως απολαμβάνουμε; Κι άρα ίσως δεν το απολαμβάνουμε τόσο πραγματικά. Αξίζει να συζητήσουμε για λίγο με τον εαυτό μας σχετικά με απολαύσεις στιγμών του παρελθόντος για να οπλιστούμε με μια γενική ιδέα του πόσο βαθιά τις έχουμε ευχαριστηθεί, ώστε να προχωρήσουμε παρακάτω.
Από την άλλη μεριά, η κάθε στιγμή αποχωρεί αναπόδραστα από τη ζωή σου· κι εσύ ενδεχομένως δεν είχες το κουράγιο να της συμπεριφερθείς, όπως της άξιζε, λόγω της θέρμης του μεμονωμένου λεπτού, που δε σε άφησε να κρίνεις τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Με άλλα λόγια, ήσουν βιαστικός, υπερβολικά στενοχωρημένος, υπερβολικά κλεισμένος στον εαυτό σου για κάποιο σοβαρό λόγο, που τώρα πια σου φαίνεται αστείος, κι έκλεισες ανεπανόρθωτα τα μάτια, ενώ μπροστά σου διαδραματιζόταν κάτι που ποτέ δεν πρόκειται να επιστρέψει με τον ίδιο τρόπο. Και πάλι, πώς μπορείς να αρνηθείς τη σκόνη που σε κατακλύζει, κάθε φορά που σε πιάνει η μελαγχολία για τις σκοτεινές πλευρές της ζωής σου που ακόμη δεν έχεις μάθει τόσο αποτελεσματικά να αντιμετωπίζεις; Κοιτάς παντού και βλέπεις συνέχεια ομορφιές, όμως ο εαυτός σου εξακολουθεί να κουβαλά τη ράχη του, όπου κι αν τολμάς να βρεθείς. Κι είναι κάτι που σου θυμίζει πόσο πίσω στους στόχους σου χτυπάς, κάθε φορά που υπόσχεσαι στον εαυτό σου πως θα τον διορθώσεις, και τελικά βρίσκεις πως τα ίδια αθεράπευτα δαιμόνια εξακολουθούν να σε καταδυναστεύουν.


Στέκεται αδύνατο η ρήση της άντλησης ευχαρίστησης από την κάθε στιγμή να εφαρμοστεί στην πράξη χωρίς να φιλοσοφηθεί. Διότι διαφορετικά, όπως ήδη είδαμε παραπάνω, οι παρορμήσεις και η δυναστεία της μελαγχολίας θα κάνουν το θαύμα τους, πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Ως επί το πλείστον, η φράση «ζήσε τη στιγμή» μπορεί να εφαρμοστεί, όταν αρνείσαι τις παράλογες συνεχείς υλικές απαιτήσεις του εαυτού σου ή δέχεσαι να τις αφήσεις στην άκρη προς στιγμήν, ειδικά αφού δεν είναι όλες οι ώρες της μέρας κατάλληλες για να ασχοληθείς μαζί τους. Οι πιο απολαυστικές είναι οι στιγμές, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν περιμένεις απολύτως τίποτε, όταν αφήνεις τις προσδοκίες σου να ξεκουραστούν σε μια γωνιά, επειδή τότε μόνο μπορείς να απολάυσεις τη θέα του ηλιοβασιλέματος ή του εσωτερικού κόσμου ενός συνανθρώπου που βρίσκεται κοντά σου.
Μια άλλη επιτακτική τάση της εποχής που σχετίζεται με το δημοφιλές μότο υπαγορεύει το να δοκιμάσεις πολλά, σχεδόν τα πάντα, ή έστω τα περισσότερα, που τυχαίνει να βρίσκονται στο δρόμο σου ή μπαίνεις στη διαδικασία να επιδιώξεις χωρίς να συναντάς δύσκαμπτα εμπόδια. Κανείς δε δικαιούται να αποστερήσει από κανέναν την ελευθερία του να βαριέται εύκολα και να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα πριν κατασταλάξει, ώστε να καταλήξει σ' αυτό που του ταιριάζει. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι συχνά ένα επιφανειακό πέρασμα από έναν κόσμο που, για το λίγο διάστημα που μπαίνει κανείς στη λογική να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές του, μοιάζει αδύνατο να συγκινήσει ή να συναρπάσει. Οι εμπειρίες, όπως και οι σχέσεις, χρειάζονται χρόνο για να ξεδιπλωθούν στην ολότητά τους, αλλά και για να εξελίξουν τη δυναμική τους· άλλη μια αξία που πολυάριθμα μέλη της νεανικής κουλτούρας συχνά δυσκολεύονται να καταλάβουν.

Ντάριλ Πίρς, Προσπάθεια να Συντηρήσουμε το Κοινωνικό Ασυνείδητο και να Διεισδύσουμε σ' Αυτό

Και φυσικά υπάρχουν οι καμπές, οι κρίσιμες στιγμές, οι κοινωνικές υποχρεώσεις και υποχωρήσεις. Κάθε ανθρώπινη μονάδα ή κοινωνικό υποσύνολο που διεκδικεί το δικαίωμα να σκέφτεται, χωρίς φροντίδα για τα κοινωνικά αυτά δεδομένα, τυφλά κι απαράβατα «ζώντας τη στιγμή» είναι δυστυχώς καταδικασμένο να αποτύχει. Το μότο της ζωής μας μπορεί να είναι συμπαγές και να είναι ένα· υπάρχουν, ωστόσο, πράγματα και περιστάσεις που γεννήθηκαν και δομήθηκαν πριν από εμάς για εμάς και η αναγνώριση κάποιων πτυχών της δύναμής τους παρουσιάζεται σ' εμάς απλώς ως αναγκαιότητα, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε ή / και να προχωρήσουμε παραπέρα. Η γνώση, άλλωστε, οποιασδήποτε κατάστασης παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση οποιουδήποτε αξιώνει κάποια μέρα να επιθυμήσει να την τροποποιήσει, σύμφωνα με τι δική του πιο σύγχρονη κι, ελπιδοφόρα, ανθρώπινη κοσμοθεωρία.
«Ζήστε τη στιγμή» με το δικό σας τρόπο, χωρίς, όμως, αυτή η στάση ζωής να προϋποθέτει άγνοια των ειδών των σκέψεων ή των πράξεων προς τις οποίες το μότο σας κατευθύνει. Αν και ένα βλέμμα κάπως ετεροχρονισμένο, απομακρυσμένο από τις εκάστοτε συνθήκες μπορεί να προσφέρει μια διαφορετική οπτική γωνία κι ένα άλλο είδος απόλαυσης.

By Μαρία Γώγογλου