Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία που Αγάπησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία που Αγάπησα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Η λυτρωτική φυγή

Κάθε ανάγνωση ομορφαίνει τις στιγμές που εμβαθύνεις σε έννοιες και καταστάσεις που ποτέ πριν δεν είχες σκεφτεί να αναλύσεις ή, κάπως τελοσπάντων, μέσα σου να επεξεργαστείς. Πρόκειται για ακριβώς αυτό που λέμε πως γίνεται με τα βιβλία που έρχονται να μιλήσουν για κάτι που όλοι ξέρουμε πως υπάρχει, μα συχνά αδυνατούμε να βρούμε τους λόγους για τους οποίους αξίζει να το τοποθετήσουμε σε περίοπτη θέση στην καθημερινότητά μας, ή έστω να αναφερθούμε σ’ αυτό με οποιοδήποτε τρόπο. Η Τέχνη της Φυγής της Ήβαν Χάρρις έπαιξε μέσα μου ακριβώς αυτό το ρόλο ∙ δε θα μπορούσα, ωστόσο, να μην παραδεχθώ πως η συγκεκριμένη σύντομη πραγματεία με απασχόλησε και μου τράβηξε την προσοχή, εξαιτίας της αναδρομικής συνειδητοποίησης του κεντρικού ρόλου που έχουν παίξει διάφορα είδη φυγής στη ζωή μου.


Κάτι που ασφαλώς συμβαίνει στις ζωές όλων μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Όπως, άλλωστε, αντιλαμβάνεται κανείς, αν όχι ήδη από το εξώφυλλο του βιβλίου, σίγουρα από τις πρώτες σελίδες του, η έννοια της φυγής που εξετάζεται δε σχετίζεται μόνο με την απομάκρυνση από συγκεκριμένους χώρους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να συσχετίζουμε τον εαυτό μας. Η αποκοπή συνηθειών, η απαλλαγή από είδη σκέψεων, καθώς και ο αποχαιρετισμός από πρόσωπα του περιβάλλοντός μας, στο πλάι των οποίων για οποιονδήποτε λόγο αδυνατούμε να συνεχίσουμε να αντικρίζουμε μια κοινή πορεία αποτελούν εξίσου σημαντικά είδη φυγής. Όπως, μάλιστα αποδεικνύει το βιβλίο, καθένα από αυτά αξίζει να εξετάζεται ξεχωριστά, ώστε να αποτιμηθούν βέλτιστοι τρόποι αντιμετώπισης που αξίζει ο καθένας να ακολουθήσει, ώστε να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την προσωπική του εξέλιξη και την ψυχική του ηρεμία. Ο στόχος, δηλαδή, του βιβλίου προσδιορίζεται σε ένα είδος αυτοβελτίωσης, ακόμη κι αν το ίδιο δεν υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια ή ότι, με άλλα λόγια θα αλλάξει τη ζωή των αναγνωστών αυτοστιγμεί με τις θαυματουργές, εύχρηστες συμβουλές που παρέχει για το προσωπικό τους μέλλον.

Η ανάρτηση αυτή θα στερείται ειλικρίνειας αν εδώ δεν παραδεχθώ πως η συγκυρία αγοράς του βιβλίου δε συνέπεσε με προσωπικές περιστάσεις φυγής που βίωσα πρόσφατα. Εν γένει το μοτίβο φυγής από αποτυχημένες απόπειρες σχέσεων που αποδεικνύονται αρρωστημένες πάντα με προβλημάτιζε και σχεδόν με υποχρέωνε να τις αντιμετωπίζω με δέος και την απαιτούμενη θλίψη απομάκρυνσης ∙ ενδεχομένως λόγω αυτού που πάντα αντιλαμβανόμουν ως μια μόνιμη απουσία «ομοειδών» από το σπίτι, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχω αδέρφια. Ήταν, όμως, κυρίως, μια πρόσφατη φυγή,  που επιφανειακά αρχικά έμοιαζε να μην έχει επώδυνες συνέπειες και με παρακίνησε να αρπάξω μεμιάς το βιβλίο από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να στριμώξω την ανάγνωσή του επειγόντως στο πρόγραμμά μου.


Πρόκειται για την απομάκρυνσή μου από μια ξαδέρφη μου με την οποία διατηρούσα «φιλικές» επαφές εδώ και χρόνια, πότε εγγύτερες και πότε αποστασιοποιημένες. Κάποια στιγμή, ωστόσο, η ζήλεια για τα έστω και ελάχιστα πράγματα που έχεις καταφέρει αδυνατεί να μη φέρει στο φως την επιφάνεια της κακεντρέχειας των άλλων, ειδικά όταν το μόνο που τους απασχολεί είναι να σε δουν να πέφτεις με κάποιο τρόπο (κι όταν δε συμβαίνει αυτό, πόσο πολύ νευριάζουν που ο κόσμος μπαίνει ενάντια στα σχέδιά τους!). Όταν λοιπόν, μετά από χρόνια ξεδιπλώματος προσβλητικών συμπεριφορών κι υπερβολικής ανεκτικότητας, κατάφερα να απομακρυνθώ από διάφορα είδη νεανικού άγχους και είδα τα πράγματα πιο καθαρά, η απόφαση ήταν μία και μοναδική: η απομάκρυνση από την αρνητική ενέργεια ήταν μονόδρομος, καθώς συχνά τα άτομα που εχθρεύονται δε βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό τους για να δράσουν ενάντια σε άλλους. Χρησιμοποιούν όσα ανθρώπινα ή οποιουδήποτε άλλου είδους δεκανίκια βρίσκονται στο δρόμο τους για να πετύχουν τον αρρωστημένο τους στόχο, που ξαφνικά, μέσα στην πασιφανή ευτέλειά του, βρίσκεται σε θέση πιο κεντρική και από την αξία των ενδοξότερων Θερμοπυλών. Το θέμα είναι πως η αντιμετώπιση των προσωπικών συνεπειών, που συνεπάγεται μια τέτοια φυγή από πρόσωπο, απειλεί να σε καταδυναστεύει συναισθηματικά και ψυχολογικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για όσο καιρό τουλάχιστο προσπαθείς να οργανώσεις τις άμυνές σου και να ορθοποδήσεις.

Με φόντο τα παραπάνω, η αξία της φυγής ως ενέργειας, που με διάφορους τρόπους υποστηρίζει το βιβλίο, σε εκ διαμέτρου αντίθεση με αυτό που συχνότατα εκθειάζεται από την κουλτούρα μας ως η δύναμη του να σωπαίνεις και να υπομένεις, απλώς συνέχισε να μου αποκαλύπτεται καθώς
διάβαζα όλο και περισσότερες σελίδες από την Τέχνη της Φυγής. Σιγά σιγά άρχιζαν να ξεκαθαρίζουν στο μυαλό μου τα διαφορετικά είδη φυγής που μπορεί να κανείς να συναντήσει ∙ άλλα από αυτά συνέβη να τα ζήσω,  παρατηρώντας τα κι άλλα να τα πραγματοποιήσω εγώ η ίδια. Μερικά παραδείγματα προσπαθειών φυγής, για να απαλλαγείς οριστικά από κάποιον ή κάτι που σε ενοχλεί με κάποιο τρόπο, που αξίζουν να σας τραβήξουν την προσοχή είναι τα ακόλουθα:

·        Η τεχνική της λογικής: όλοι πάντα ονειρευόμαστε πως θα απαλλαγούμε από τη μάταιη καθημερινή επαφή μας με τον άλλο, αφού πρώτα του εξηγήσουμε πλήρως τα κίνητρά μας, αλλά και τις αιτίες τους. Η μέθοδος ενδείκνυται, σύμφωνα με τη συγγραφέα, για πρωτάρηδες που έχουν πάρει το δρόμο της φυγής, όπως κατά την ταπεινή προσωπική μου γνώμη, για άτομα μανιακά με την οργάνωση, χαρακτηριστικό που όλο και πιο συχνά πιστεύω πως μπορεί να αποδοθεί στον εαυτό μου.

·        Το κόψιμο των γεφυρών: φυσικά και οι πιο hardcore εκδοχές φυγής περιέχουν τη δική τους γοητεία. Το κόψιμο μιας γέφυρας ή περισσότερων πραγματοποιείται συνήθως από ένα άτομο συνειδητοποιημένο, που έχει αγανακτήσει ή πληγωθεί βαθιά από κάποιο πρόσωπο ή κατάσταση. Αποφασίζει λοιπόν να αποχωρήσει οριστικά και ηχηρά (ο ήχος της σιωπής δε θα έπρεπε να παραβλέπεται, μιας και πρόκειται για έναν από τους πιο διαπεραστικούς), χωρίς το ελάχιστο ενδιαφέρον για τις συνέπειες που η φυγή σας μπορεί να δημιουργήσει στους γύρω σας. Αν μην τι άλλο, ένα είδος φυγής που μπορεί να επιφέρει τη ρίγη της ψυχικής ανάτασης.

·        Απόκρυφη φυγή: σε κάποιες περιπτώσεις, ο φυγάς δεν αποκαλύπτει σε κανέναν τους λόγους που τον οδήγησαν στο δρόμο, ούτε καν τη φυγή του την ίδια. Συχνά προσποιείται πως όλα είναι μια χαρά, ως συνήθως, και πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η τεχνική αυτή, ειδικά όταν πρόκειται να εφαρμοστεί σε άτομα και παρέες συστήνεται μόνο όταν το άτομο που ετοιμάζεται να την επιχειρήσει είναι έμπειρος φυγάς που ξέρει ακριβώς τι και πως το κάνει. Οι απόκρυφοι φυγάδες είναι συνήθως άτομα έξυπνα, προικισμένα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνα στις καθημερινές τους συναναστροφές.

…και η απαρίθμηση δεν επιδέχεται τέλος. Υπάρχουν πάρα πολλά είδη φυγής που ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε, κι όμως αξίζει να ανακαλύψουμε στο βιβλίο με την προοπτική να τα επανεξετάσουμε. Τουλάχιστον ανήκω στη μερίδα ανθρώπων που πιστεύει πως η προσεκτική παρατήρηση κι επανεξέταση των συμπεριφορών των άλλων και των δικών μας αποτελεί σε ορισμένες περιπτώσεις το κλειδί της ευτυχίας.
Φυσικά η παραπάνω είναι μια υπερεκτιμημένη φράση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς τη δίνη των καθημερινών σχέσεων και της εργασιακής ρουτίνας, καθώς και τα χιλιάδες απρόοπτα και παράλογα που μας συμβαίνουν συνεχώς. Η ουσία είναι πως η φυγή είναι ένα εγχείρημα που ωφελεί αν γίνει κατόπιν σκέψης και προσεκτικής παρατήρησης ∙ ταυτόχρονα, οι φυγές κάθε ανθρώπου είναι καθρέφτες που φωτίζουν το δρόμο προς τις μύχιες πτυχές του χαρακτήρα του, όπως και των δυνάμεων που τον ωθούν να μείνει στη θέση tου ή να τραβήξει πίσω ή μπρος. Για την περίπτωση της δικής μου φυγής, στην οποία προαναφέρθηκα εδώ, θα πω απλά πως επιτέλους έφτασε η στιγμή να απολαύσω την απελευθερωτική της δύναμη και τη συγκινητική αγάπη στον εαυτό, ως αποτελέσματά της, τη στιγμή που κάθε ρανίδα συμπάθειας προς ένα άτομο, αλλά και εξάρτησης από αυτό εκμηδενίζεται.



Σε κάθε περίπτωση σας συστήνω την ανάγνωση αυτού του βιβλίου προς αυτογνωσία, ετερογνωσία και κάθε άλλο είδος χρήσιμης γνώσης στο οποίο είναι δυνατό να συντελέσει. Και μην ξεχνάτε να είστε όσο πιο αυτοσχεδιαστικοί αξιώνετε στις δικές σας φυγές.


By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Εκ Βαθέων Εξομολογήσεις

Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια βγαίνουν από το στόμα σου χωρίς να προφτάσεις να αναλογιστείς επακριβώς τις συνέπειες αυτού που πρόκειται να κάνεις∙ κι άλλες πάλι που σκέφτεσαι για πολύ καιρό, και με ένταση, προτού ξεστομίσεις αυτό που πρόκειται να κατευθύνεις προς κάποιο άλλο άτομο, με το οποίο έχετε ήδη για πολύ καιρό και σημαντικά δεθεί. Όπως και να ‘χει, δε χρειαζόταν η ανάγνωση του βιβλίου Πρόσωπα της Μαριλένας Αστραπέλλου για να μου θυμίσει την κεντρική σημασία των εξομολογήσεων για τον πυρήνα του «είναι» μας, επειδή την έχω αισθανθεί κι από μόνη μου. Είναι απίστευτη, ωστόσο, η στιγμή της συνειδητοποίησης της δύναμης, αλλά και των διαπιστώσεων που είναι δυνατό να αντλήσει κανείς από μια σειρά από εξομολογήσεις σημαινόντων προσωπικοτήτων (ως επί το πλείστον καλλιτεχνών), που εντοπίζουν και υποστηρίζουν την αλήθεια της ζωής τους μπροστά στη γνωστή δημοσιογράφο του Βημαgazino. Ειδικά, αν καθίσει να σκεφτεί πως τις περισσότερες φορές τα ξεχωριστά αυτά άτομα δε βρίσκονται καν απέναντι σε ομοεθνή τους ή σε άτομο με το οποίο μοιράζονται την ίδια μητρική γλώσσα.


Τι σημασία, φυσικά, θα μπορούσε να αντιταχθεί κανείς, μπορεί να έχει η εθνικότητα μπροστά στην άσβεστη, ασταμάτητη δύναμη της εξομολόγησης (και τι είδους εθνικιστικό σχόλιο πήγα να κάνω κι εγώ, ενώ είναι ξεκάθαρο πως η άποψή μου ταυτίζεται επαρκώς με αυτή της συγγραφέα σε θέματα ανθρώπινης εγγύτητας; Διότι είναι προφανές πως το να αισθάνεσαι άνετα με κάποιον άνθρωπο υπερβαίνει κάθε δήλωση εθνικότητας); Το όλο επιχείρημα μπορεί να υποστηριχθεί μόνο καθώς η πολυχρωμία των συστημάτων σημειολογίας και, γενικότερα, του κόσμου των κωδίκων υπεισέρχονται σ’ αυτό. Εννοείται, για παράδειγμα, πως μπορείς να υποπέσεις ευκολότερα στο «σφάλμα» της εξομολόγησης σε (σχετικά) άγνωστο, όταν η γνωριμία-συνομιλία σας εκτυλίσσεται στη μητρική σου γλώσσα, και η ανάγκη να ξεδιπλώσεις τις ιδέες που βρίσκονται έτοιμες στο μυαλό σου, μιας και τελευταία συνεχώς τις κλωθογυρίζεις, σε συνεπαίρνει. Παρ’ όλα αυτά και παρά το γεγονός πως η συγγραφέας του μη-λογοτεχνικού βιβλίου Πρόσωπα, χρησιμοποίησε το ατού της αγγλικής γλώσσας για να αποσπάσει την πλειοψηφία των συνεντεύξεων που μπορεί να βρει κανείς σ’ αυτό, πολλά μπορούν να μας θυμίσουν προσωπικές ποικιλότροπες εξομολογήσεις.


Θυμάμαι τις πιο αρχετυπικές των απροετοίμαστων εξομολογήσεων που με τη σειρά τους μπορεί να αφήσουν τον ακροατή απροετοίμαστο για οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στη συνέχεια – ενδεχομένως και για το γενικότερο απρόοπτο της ίδιας της ζωής. Η κλασική γιαγιά (ξέρω πως θα ακουγόταν πιο κόσμιο το ηλικιωμένη κυρία∙ κι ενδεχομένως κάποιες φορές να αποδεικνύεται πιο αντιπροσωπευτικό) στο τρένο ή στο λεωφορείο ή, τελοσπάντων, σ’ οποιοδήποτε μέσο έχεις διαλέξει για να ταξιδέψεις. Συχνά συνειδητοποιείς εύκολα πως τα προβλήματα με τα παιδιά της είναι περίπου τόσο ασήμαντα όσο και τα δικά σου∙ όπως και πως είναι ξεκάθαρο από την αρχή του μονολόγου της, που είναι αδύνατο να μην τραβήξει σε μάκρος, πως ποτέ δεν άφησες να εννοηθεί ότι θα τη βοηθήσεις να τακτοποιήσει τις σκόρπιες τρέχουσες υποθέσεις στο μυαλό της, ούτε πως θα ηρεμήσεις τα κύματα που μπορεί εκεί μέσα να αλαλάζουν. Μάλλον φαίνεται πως απλά υπάρχει σε όλους μας η ανάγκη να ακουστούμε, εμείς και οι ιστορίες των γύρω μας, αυτών τουλάχιστο που ξέρουμε πιο καλά, ειδικά από κάποιο ξένο που προφανώς θα παραμείνει αμέτοχος, μήπως και κάποιο είδος γιατρειάς αποκαλυφθεί στον ορίζοντα, ή μήπως επέλθει μέσα μας κάποιο είδος ανακούφισης. Κάπως έτσι πιστεύω πως είναι προορισμένος να νιώσει κι ο «αμέτοχος» αναγνώστης του βιβλίου της Αστραπέλλου, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των ενδιαφερόντων συνεντεύξεων που η ίδια έχει καταφέρει να αποσπάσει.

«Διότι την αγάπη τη δημιουργεί η σύμπτωση, η ομοιότης. Αγαπάς κάποιον που σου μοιάζει. Ποικιλοτρόπως. Αλλά ποθείς αυτόν με τον οποίο δεν μοιάζεις. Η ανομοιότης, η απόκκλιση. Νομίζεις ότι κάτι θα βρεις εκεί.»

Κυρίως, δεν περιμένεις αυτοί οι συγγραφείς κι οι καλλιτέχνες να ανοίξουν τόσο εύκολα τα πέταλα της ψυχής στην όψη μιας αντικειμενικής ματιάς, ακόμη κι αν αυτή εμφανίζεται να έχει ενσκήψει προσεκτικά κοντά στην ανθρώπινη ψυχή. Έτσι, η πολύ προσωπική αυτή θεώρηση του έρωτα και της αγάπης που μπορεί να λειτουργήσει ως μεγεθυντικός φακός στο έργο του συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου, που τόσο απλόχερα παραχώρησε, μοιάζει ασύλληπτη, κι όμως αληθινή. Διότι παραμένει πάντα στο εσωτερικό μας μια ελπίδα πως θα δαμάσουμε τον κόσμο του άλλου, ταυτόχρονα προσχωρώντας σε αυτόν, με τις κάθε είδους εξυπνάδες και φιλότεχνες ρήσεις μας, χωρίς αναγκαστικά να νιώθουμε τις αποστάσεις ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν να εκμηδενίζονται σιγά σιγά. Ακριβώς, όπως οι γιαγιάδες στο λεωφορείο δε φαίνεται να κάνουν και πολλές διακρίσεις πριν εκμυστηρευθούν στον οποιονδήποτε τα βάσανα, μαζί με μια σύντομη περίληψη αυτού που αισθάνονται ως ουσία της ύπαρξής τους.

Από την άλλη μεριά, που εξίσου άπτεται το λόγο ύπαρξης του βιβλίου, υπάρχει η στοχευμένη εξομολόγηση, αυτή που έχεις δοκιμάσει να προβάρεις στον καθρέφτη κάμποσες φορές πριν τον ερχομό της κρίσιμης ώρας. Κάτι τέτοιες εξομολογήσεις, συνήθως προς ανθρώπους που θεωρούμε «δικούς» μας μπορεί να κρύβουν σκοπιμότητες, το ποσοστό ορμής προς την επιδειξιομανία που υπάρχει στα τρίσβαθα κάθε ανθρώπου ή απλώς ανατοποθετούν και προσδιορίζουν τις ειλικρινείς διαθέσεις μας τη δεδομένη στιγμή. Ή, όταν τουλάχιστο «απολαμβάνουμε» το ρόλο του ακροατή, σε τέτοιες περιπτώσεις, ενδέχεται να μας αποπροσανατολίσουν επαρκώς σε σχέση με το ποιος είναι ο άνθρωπος δίπλα ή απέναντί μας και τι ακριβώς ζητά από την εν λόγω σχέση που επιδιώκει να «εμβαθύνει» μαζί μας με αυτό τον τρόπο.
Η συγγραφέας, για παράδειγμα, του βιβλίου νιώθει ξεκάθαρα κολακευμένη περισσότερο ως άνθρωπος παρά ως συνεντευξιάζουσα, όταν, κατά τη διάρκεια της πρώτης της συνομιλίας με τον Αμερικανό λογοτέχνη Φίλιπ Ροθ, αισθάνεται να της έχει προσφέρει περισσότερη αλήθεια απ’ όση θα μπορούσε ενδεχομένως ποτέ να περιμένει. Ένεκα της προώθησης των πωλήσεων των βιβλίων του, τα οποία φιλοδοξούσε έτσι κι αλλιώς να διαφημίσει η συνέντευξη ή εξαιτίας της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του; Τίποτα δε μπορεί να είναι ποτέ εντελώς σίγουρο. Έτσι, ο αναγνώστης πληροφορείται πως ενδίδει στην πρόταση του γνωστού συγγραφέα για μια ξενάγηση στον περιβάλλοντα χώρο της εξοχικής του κατοικίας, απολαμβάνοντας την αντιστροφή των ρόλων, τις στιγμές που ο Ροθ φαίνεται πως έδειξε ενδιαφέρον για το επάγγελμα και τη ζωή της. Ακριβώς όπως όλοι απολαμβάνουμε το ενδιαφέρον των άλλων , ακόμη κι όταν διαισθανόμαστε πως είναι προσποιητό, τη στιγμή που βαθιά μέσα τους υπάρχει ο αθέμιτος σκοπός να μας τρυγήσουν συναισθηματικά, ψυχολογικά, οικονομικά, αλλά και με όποιους άλλους τρόπους μπορεί να σκεφτεί το μυαλό του ανθρώπου.
Αν πρέπει να μιλήσω για τον εαυτό μου, ως άτομο εγγενώς αδύνατο να μη φαίνεται σοβαρό, τολμώ να ομολογήσω πως τυγχάνω συχνά εξομολογητικών διαθέσεων – αναπόφευκτα μια συνήθεια που έχει τις ρίζες της στο βαθύ παρελθόν. Μπορεί να μην έχω φτάσει να κάνω πρόταση γάμου η ίδια ακόμη, αλλά επιμένω να εκφράζω τα συναισθήματά μου, με φροντίδα ώστε στην εκάστοτε κατάσταση να αποδώσω το ειδικό βάρος που τους αναλογεί. Η αυθεντική ερωτική εξομολόγηση αλά Χόλιγουντ, ωστόσο, στη ζωή μου παραμένει μία και μοναδική, αδύναμη και ξεθωριασμένη, εξαφανισμένη βιαστικά στο χρονοντούλαπο έτσι όπως στη θύμηση εμφανώς ανασύρει τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής∙ υποθέτω πως δεν είναι καν απαραίτητο να σας αφήσω να σκεφτείτε ποια ήταν η τελική απάντηση στο ιδιόμορφο αυτό ερέθισμα, αφού την έχετε ήδη σκεφτεί. Τους ακριβείς λόγους διάψευσης των εφηβικών εκείνων προσδοκιών τους έχω ήδη βρει. Μια επιθυμητή, όμως, κατάσταση, ικανή να θρυμματίσει κάθε πρόσχημα ή σχέδιο που οδήγησε σ' εκείνη τη σχεδόν ξεχασμένη μάταιη εξομολόγηση, αναζητείται ακόμα.

Ίσως, για να το λένε οι πατέρες της Εκκλησίας, να υπάρχει πράγματι κάτι αυθεντικό μέσα στην εξομολόγηση, που διευθύνεται από τις καλές μας προθέσεις. Ίσως θα ήταν συνετό να ψάξουμε μέσα μας τις αφορμές με τις οποίες εξομολογηθήκαμε κάτι τελευταία, αλλά και τον απόηχο που ελπίζαμε πως θα είχε αυτό. Με βεβαιότητα μπορώ να πω πως τα Πρόσωπα της Μαριλένας Αστραπέλλου μπορούν να μας τέρψουν μετά του ωφελίμου, καθώς οποιουδήποτε είδους σκέψεις πάνω στο ζήτημα μας διακατέχουν.

By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Κακή Λογοτεχνία

Υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που μπορούμε ανεμπόδιστα και χωρίς ενοχές να τα ονομάσουμε ποιοτικά ελλειπή; Μήπως είναι υποκειμενικό το ζήτημα ή αφορά όλους μας; Στο γράψιμο αυτής της ανάρτησης με ώθησε ένα μυθιστόρημα πάνω στο οποίο έπεσα πρόσφατα, και σχετικά με το οποίο, κυρίως εξαιτίας διαβεβαιώσεων άλλων αναγνωστών, έτρεφα προσδοκίες, οι οποίες έμελλε να διαψευστούν. Σε κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν ενδέχεται να συμβάλλει η διαφορετική πνευματική φάση που διανύει οποιοσδήποτε αναγνώστης, λόγω της αναγνωστικής, αλλά και γενικότερης πορείας του; Ποιοι, λοιπόν, είναι επακριβώς οι παράγοντες που μας βοηθούν να ξεχωρίσουμε την «κακή» λογοτεχνία από αυτήν που δεν αξίζει να διαβάσουμε;


Κατ' αρχάς, οφείλουμε να τους ξεχωρίσουμε από τις δυνάμεις που εμποδίζουν την όρασή μας. Συχνά επιλέγουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο, λογοτεχνικό ή μη, επειδή έχουμε δει τη διασκευή του σε ταινία, επειδή μας άρεσαν τα προηγούμενα μέρη της σειράς στην οποία ανήκει ή επειδή κάτι στην υπόθεση, που ξετυλίγεται συνοπτικά στο οπισθόφυλλο, μας θυμίζει κάτι που έχουμε ζήσει ή κάνει την καρδιά μας, με κάποιο τρόπο να φτερουγίσει. Η απογοήτευση, ωστόσο, ελλοχεύει, σ' αυτές αλλά και σ' όλες τις άλλες περιπτώσεις επιλογής βιβλίων (ακόμη κι αν έχουμε μπει στη διαδικασία να διαβάσουμε εμπεριστατωμένες κριτικές του βιβλίου ή / και αποσπάσματά του): το βιβλίο ενδέχεται να εμπίπτει στην κατηγορία της κακής λογοτεχνίας, περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει ξεκάθαρος τρόπος ανίχνευσης εκτός από τις παρακάτω ιδιοσυγκρασιακές συμβουλές που αχνά θα αποπειραθώ να σκιαγραφήσω.
Ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο. Συχνά λάγνο, αισθησιακό ή ο συνδυασμός των δυο: αισθησιολάγνο. Μια μορφή αποτυπωμένη με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο, σε χρωματισμούς που προκαλούν το μάτι, με έναν τίτλο προορισμένο αποκλειστικά να κάνει επίκληση στον κόσμο των αισθήσεων. Αν και στη ζωή έχουμε μάθει πως δε συνίσταται να κρίνει κανείς ένα βιβλίο από το εξώφυλλό τ
Από τα πιο εντυπωσιακά εξώφυλλα βιβλίων που έχω δει.
ου, ειδικά μιας κι αγνοεί τι ακριβώς μπορεί να βρίσκεται μέσα, αφού, ό,τι εξώφυλλο και να 'χει, υπάρχει περίπτωση να τον συγκινήσει με τρόπους που δε θα μπορούσε ποτέ να έχει φανταστεί. Ας μην ξεχνάμε πως ο εκδοτικός οίκος και όλοι οι άλλοι που εργάζονται πάνω σε θέματα επαφής του κόσμου με το βιβλίο δικαιούνται τις δικές τους προσωπικές και συλλογικές αστοχίες. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δε δικαιούμαστε μια πρώτη κρίση των εξωτερικών λεπτομερειών του βιβλίου, που, παρ' όλα αυτά, προσέχουμε να μην είναι απόλυτη.
Για πολλούς αναγνώστες, ένα αργό ξεκίνημα της πλοκής (το μέρος του μυθιστορήματος ή του διηγήματος που ονομάζουμε exposition=έκθεση) είναι το ανάθεμα που χρειάζονται για να σταματήσουν την ανάγνωση ή για να κακοχαρακτηρίσουν οριστικά το βιβλίο. Αν, ωστόσο, κάποιος ρίξει μια πιο προσεκτική ματιά σε πολυσέλιδα ακανθώδη πονήματα της παγκόσμιας λογοτεχνικής ιστορίας, όπως το Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι, θα αποκτήσει σύντομα εντελώς διαφορετική άποψη. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει στον αναγνώστη ένα σημαντικό συμπέρασμα που έχει εξάγει σχετικά με τα πιο ουσιώδη, που είναι συχνά και τα πιο μπερδεμένα ζητήματα του ανθρώπινου βίου, χρειάζεται αδιαμφισβήτητα πολλές σελίδες για να απαριθμήσει πολλά περιστατικά και τα αποσπάσματά του ή για πιο ενδελεχείς περιγραφές σε πιο έντονο τόνο, ικανές να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Οπότε, οτιδήποτε λογοτεχνικό μοιάζει μακροσκελές και αφόρητο δεν είναι αυτό που αξίζει αυταπόδεικτα να απορριφθεί (συμπεριλαμβανομένων των ιντερνετικών αναρτήσεων που διεκδικούν την ελευθερία να έχουν πολλά να παραθέσουν, όπως αυτή εδώ!).
Υπάρχουν, ωστόσο, μυθιστορήματα ή διηγήματα που δεν υπάρχει κάποιος συμπαγής λόγος να διαβάσεις. Είναι επαναληπτικά: λένε την ίδια ιστορία ή αποπειρώνται να περάσουν τα ίδια μηνύματα που οι προκάτοχοι του ίδιου ή και άλλων συγγραφέων έχουν ήδη μεταδώσει με τον ίδιο κι απαράλλακτο τρόπο και η ανάγνωσή τους δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από ένα ανιαρό, χλιαρό πέρασμα από τις λέξεις που έχουν ξαναειπωθεί. Ίσως να επιθυμούν να αναστήσουν μια εποχή που όλοι αγάπησαν ή ένα λογοτεχνικό έργο που όλοι θεωρούν κλασικό και θα ζει για πάντα στο συλλογικό ασυνείδητο, ακόμη κι αν πρόκειται μόνο για ανάμνηση των τεκταινόμενων γύρω από τα σχολικά θρανία (σ' αυτήν ακριβώς την κατηγορία φρονώ πως εμπίπτει η πρόσφατη αναγνωστική μου απογοήτευση, τα Ανεμώλια του Ισίδωρου Ζουργού, που απλώς επιχειρούν να δημιουργήσουν από το μηδέν μια σύγχρονη Οδύσσεια, ενώ η προϋπόθεση ανασύστασής της έχουν προ πολλού παρέλθει ανεπιστρεπτί). Ίσως απλώς να προσπαθούν να έλξουν τους αναγνώστες σε κάτι απλό, γνώριμο, καθημερινό, χωρίς καμία απολύτως επιθυμία να τους εμφυσήσουν κάποια βαθύτερη γνώση της πραγματικότητας, αφού οι δημιουργοί και προωθητές τους αναπνέουν, ελπίζουν κι επιβιώνουν αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος και την προοπτική του. Αυτά τα βιβλία αληθινά αξίζει να γνωρίζει κανείς τον τρόπο να τα αποφεύγει, χωρίς να χρειαστεί να ξεγελαστεί με την ανάγνωση πολλών σελίδων τους.
Φυσικά, η στεγνή, άμεση τοποθέτηση ταμπελών στα είδη και τις περιπτώσεις δεν ωφελεί κανέναν. Υπάρχουν διαμάντια, στα οποία διόλου δεν αξίζει να αντισταθεί κανείς, εκεί ακριβώς που δεν το περιμένεις. Αν, ωστόσο, γνωρίζει κανείς σε βάθος πως κάποιος συγγραφέας επιμένει στην εμπορικότητα (ως το πιο τυπικό των παραδειγμάτων θα αναφέρω εδώ τη Λένα Μαντά, που κρίνει σκόπιμο να κυκλοφορεί ένα βιβλίο το χρόνο, σε διαμετρική αντίθεση με το Τζόναθαν Φράνζεν, τον αγαπημένο μου συγγραφέα, που έκανε εννέα ολόκληρα χρόνια να ολοκληρώσει τη συγγραφή της Ελευθερίας, του, κατά την ταπεινή μου
γνώμη, πιο αξιόλογου κι εμπεριστατωμένου μυθιστορήματός του), μπορεί απλώς να την αποφεύγει μετά από μια δοκιμή μερικών σειρών ή σελίδων που είναι ικανή να τον πείσει. Στις εκπλήξεις, πάντως, είτε από έργα άσημων δημιουργών (ας μην ξεχνάμε πως ο υπέρλαμπρος Καρυωτάκης βρισκόταν κάποτε ανάμεσά τους), είτε από άγνωστα, παραμελημένα έργα κλασικών ή γνωστών δημιουργών κρύβεται αδιαμφισβήτητα μέρος της μαγείας της ανάγνωσης. Και θα διαπιστώσετε του λόγου το αληθές, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε κάτι από τα παραπάνω, μιας και είναι η ένταση του απρόσμενα ανατρεπτικού ή τυχαίου που συχνά ομορφαίνει και γεμίζει τη ζωή μας.

Όσο κι αν προσπαθούμε να τις αποφεύγουμε, οι συναντήσεις με αυτά που ο καθένας θεωρεί «κακά» λογοτεχνικά έργα αποτελούν αναπόσπαστα μέρη της ζωής του αναγνώστη. Ας μην ξεχνάμε πως χωρίς την επαφή μαζί τους, θα μας ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουμε την «κακή» λογοτεχνία από ό,τι έχει αποκρυσταλλωθεί μέσα μας ως «καλή».

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Η Κρυφή σου, η Ατέλειωτη Δίψα

Ναι, υπέκυψα, λοιπόν, κι εγώ τελικά, ως κλασική βιβλιοφάγος και αστυνομικών μυθιστορημάτων πια, στη θύελλα Νέσμπο (όσοι από εσάς δεν έχετε ακόμη ασχοληθεί με βιβλίο που έχει παράγει τελευταία ή προγενέστερα ο δημοφιλής Νορβηγός συγγραφέας, ασφαλώς δε φαντάζεστε τι πρόκειται να συναντήσετε). Κι η αλήθεια είναι πως, ενώ ήμουν σίγουρη πως η ρήση που επιβεβαιώνει πως ό,τι συζητιέται και φιγουράρει τόσο πολύ δε διαθέτει ουσία έχει απόλυτο δίκιο, μάλλον η στιγμή διάψευσης των προσδοκιών είχε φτάσει. Αν κι έλαβα σοβαρά υπόψιν τα παράπονα των θαυμαστών του είδους για τις επαναλήψεις των ίδιων μοτίβων, στις οποίες ο γνωστός συγγραφέας ενδεχόμενα έχει υποπέσει, με ένα ακόμα μυθιστόρημα, μπορώ με βεβαιότητα να πω πως η Δίψα στ' αλήθεια με κέρδισε, όχι μόνο με το σασπένς, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες των ηρώων και της πλοκής της.


Ο γνωστός ήρωας του Νέσμπο, Χάρι Χόλε αποτελεί διάσημο παράδειγμα όσων που χαρίζουν ανατριχιαστικές στιγμές ευχαρίστησης τα τελευταία χρόνια στους λάτρεις του είδους. Στο ξεκίνημα, ωστόσο, της Δίψας πολλά άλλα πράγματα συμβαίνουν και πρόσωπα εμφανίζονται, μα αναρωτιέσαι γιατί ο Χάρι Χόλε δεν είναι πουθενά. Συγκεκριμένα, ο φόνος μιας γυναίκας από δάγκωμα στο λαιμό με σιδερομασέλα, και η βεβήλωση του κουφαριού της που ακολουθεί συγκλονίζει την Κατρίνε Μπρατ, ντετέκτιβ-επικεφαλής διαλεύκανσης της υπόθεσης κι εύρεσης του δολοφόνου. Όποια παραμικρή πέτρα κι αν σηκώσει η ίδια, ο πρώην της κι επικεφαλής της Σήμανσης Μπγιορν Χολμ κι ο νεοφερμένος στο τμήμα Ανθρωποκτονιών της Διεύθυνσης Αστυνομίας του Όσλο, Άνερς Βίλερ, στέκεται αδύνατο να ανακαλύψουν το παραμικρό στοιχείο για την υπόθεση, την προέλευση, τη μορφή, τη φυσιογνωμία ή τις προθέσεις του δολοφόνου. Κάπως έτσι το μυαλό του αναγνώστη σιγά σιγά στρέφεται προς τις μυθικές ικανότητες του Χάρι Χόλε κι οσμίζεται πως πλησιάζει η στιγμή που εκείνος θα αναλάβει τα ηνία της υπόθεσης, άσχετα που, στο ξεκίνημα του μυθιστορήματος, εντοπίζεται να απολαμβάνει γαλήνιες στιγμές οικογενειακής και συζυγικής ευτυχίας, έχοντας αναλάβει καθήκοντα διδάσκοντος στην Αστυνομική Ακαδημία της πόλης.

Jakub Schikaneder, Μελέτη ξαπλωμένης γυναίκας

Φυσικά, το βιβλίο δε θα γινόταν πασίγνωστο για καμία του χάρη, αν ο ένοχος-βαμπιριστής δεν αποδεικνυόταν κατά συρροήν δολοφόνος και παλιός εχθρός του Χάρι (συγκεκριμένα ο μόνος εγκληματίας που επιδεικτικά του έχει ποτέ ξεφύγει). Είναι γνωστό πως η προσωπική εμπλοκή του ικανού-για-σχεδόν-όλα, διάσημου πρωταγωνιστή-ντετέκτιβ είναι συχνότατα το αλατοπίπερο των αστυνομικών μυθιστορημάτων, που οφείλουν να κρατούν τους αναγνώστες σε πλήρη άγνοια για όσο περισσότερο γίνεται και να περιέχουν σεβαστή ποσότητα μάταιων διαδρομών εξαιτίας εσφαλμένων ή διαστρεβλωμένων πληροφοριών, καθώς και καταδιώξεων, για να εξασφαλίσουν τη μερίδα του λέοντος του ενδιαφέροντος ενός κοινού που κυριολεκτικά δεν ξέρει προς τα πού να κοιτάξει πρώτα, με την υπερπαραγωγή που επιδεικνύει το είδος τη σήμερον ημέρα. Σαν να μου φάνηκε, όμως, πως στη συγκεκριμένη περίπτωση μυθιστορήματος του Νέσμπο η μαγεία κλείνεται τόσο στα στοιχεία πλοκής που προανέφερα όσο και στις ιδιαιτερότητες του ίδιου του Χάρι· που πολλές σκηνές της Δίψας σε κάνουν να σκεφτείς πως, ως ήρωας, δε μοιάζει, ούτε μπορεί να συγκριθεί με κανέναν άλλο.
Ο Χάρι Χόλε είναι κάθαρμα κι επίτιμο μέλος της αφρόκρεμας της κοινωνίας συνάμα. Είναι ένας από τους καθηγητές που μπορεί να μεταδώσει αποστάγματα σοφίας στο ακροατήριό του στην Αστυνομική Ακαδημία και που ταυτόχρονα μεταμορφώνεται σε μέρος του κατακαθιού της κοινωνίας, όταν έρχεται σε επαφή με την υπερβολική ποσότητα αλκοόλ που αποτελούσε παλιότερα το μόνιμο και μοναδικό του βίτσιο. Είναι ο μόνος ντετέκτιβ σε αστυνομικό μυθιστόρημα (τουλάχιστον απ' όσα έχω διαβάσει μέχρι τώρα) που χρησιμοποιεί τεχνικές που ξενίζουν εντελώς τον αναγνώστη όσον αφορά την προσέγγιση της εξιχνίασης των εγκλημάτων· συχνά αυτές θυμίζουν κάτι από θεωρητικό της σκέψης, ψυχογράφο, ψυχολόγο ή σημειολόγο. Κι αυτή ακριβώς είναι και η πεμπτουσία του Χόλε: ότι δε σκέφτεται σαν καθημερινός άνθρωπος, αλλά σαν διανοούμενος που διαθέτει πλούσια γνώση διάφορων κουλτούρων κι υποομάδων, της μουσικής, της διαδικτυακής πραγματικότητας, και πάνω απ' όλα του δυσανάγνωστου παλίμψηστου που ονομάζεται ανθρώπινη ψυχοσύνθεση· ταυτόχρονα, όμως, στις απλές καθημερινές στιγμές και δοσοληψίες μεταμορφώνεται σε οποιοδήποτε από εμάς.

Ο Μάικλ Φασμπέντερ ως Χάρι Χόλε στην ταινία Χιονάνθρωπος, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα

Θα κλείσω με μια κουβέντα για τα αυτονόητα, ακριβώς επειδή η Δίψα είναι ένα βιβλίο ικανό να σου θυμίσει για ποιους λόγους ξεκίνησες να διαβάζεις αστυνομικά και συνεχίζεις ακόμα, παρά το γεγονός ότι η επαναληπτικότητα των κλασικών μοτίβων του είδους δε φαντάζει, με την πρώτη ματιά, γοητευτική. Τα αστυνομικά του Νέσμπο, κατά την ταπεινή τουλάχιστον προσωπική μου άποψη, είναι επιτυχημένα, κυρίως λόγω της αντανάκλασης των συνηθειών και των νοοτροπιών που χαρακτηρίζουν τη σημερινή Νορβηγία· η δίψα για δράση, αλλά και το ξεχείλισμα του αίματος που απορρέει από τη γενική γαλήνη μιας οργανωμένης χώρας με υψηλό βιοτικό επίπεδο και, σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένους πολίτες, είναι μόνο δυο παραδείγματα που θα ξεχωρίσουν πιστεύω εύκολα για όποιον καταπιαστεί με την ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος που διάλεξα να σχολιάσω εδώ. Είναι ασφαλώς και η βαθμιαία, μα συνεχής παράταση της διαδικασίας αποκλεισμού των πιθανοτήτων στο μυαλό του αναγνώστη, που εγκεφαλικά δοκιμάζει συνδυασμούς, ώστε να φτάσει ο ίδιος πρώτος στον ένοχο, που στη Δίψα αγγίζει άλλες διαστάσεις. Μια δοκιμή ανάγνωσης του μυθιστορήματος θα σας πείσει· έτσι για να ανακαλύψετε και προσωπικά, με τις ίδιες σας τις αισθήσεις τον περί ου ο λόγος συγγραφέα, καθώς και τις ιδιαιτερότητες των συνηθειών της γραφής του, έστω και στα εγκεκριμένα, προσεκτικά οριοθετημένα πλαίσια των αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Και η Δίψα για ανάγνωση αστυνομικών συνεχίζεται. Του συγκεκριμένου συγγραφέα, αλλά και όχι μόνο.

By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Λίγα Λόγια για το Confiteor

Που είναι λίγα επειδή, έτσι κι αλλιώς θεωρώ αδύνατο να πιάσει κανείς σε μερικές αδρές γραμμές με απόλυτη ακρίβεια το σφυγμό ενός από τα πιο εντονότερα εγκεκριμένα από την παγκόσμια κριτική μιθυστορήματα, που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί αριστούργημα από ορισμένους. Κάτι που ωστόσο θέλω να πω με βεβαιότητα για το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ, που είχα την ευκαιρία να διαβάσω αυτό το καλοκαίρι, είναι πως, αν και πολυσέλιδο, και με τις ιδιαίτερες αναγνωστικές δυσκολίες που παρουσιάζει, είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σύγχρονα μυθιστορήματα που μπορεί να διαβάσει κανείς απολαμβάνοντας τη θέρμη και την παράταση του να υποκύπτει στη διαδικασία.


Ο Αντριά Αρντέβολ, γόνος εύπορης οικογένειας κατοίκων της Βαρκελώνης, μεγάλωσε με τρόπο ελαφρώς ασυνήθιστο σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του στη συγκεκριμένη εποχή. Η ανατροφή του αποτελούσε ανέκαθεν μήλον της έριδος για τους δυο γονείς του, μιας και η επιθυμία του πατέρα του να γίνει λόγιος και ικανός να χειρίζεται πολλές ξένες γλώσσες συγκρουόταν πάντα με αυτή της μητέρας του να λάβει την εκπαίδευση ενός εκκολαπτόμενου δεξιοτέχνη βιολιστή. Αν και προσωρινά, η επιθυμία του πατέρα του, Φέλιξ, φαίνεται να χάνει έδαφος μετά τον μυστηριώδη τραγικό του θάνατο, ήδη, πριν από την ενηλικίωσή του, ο Αντριά δηλώνει πως θα ακολουθήσει την προσωπική του παρόρμηση να γίνει θεωρητικός της αισθητικής και των ιδεών· και την πορεία αυτοπραγμάτωσης ενός εξειδικευμένου γνώστη της πορείας της ανθρώπινης διανόησης.
Οι διαδρομές που ακολουθούν ο Αντριά και τα μέλη της οικογένειάς του (η τελευταία ούτως ή άλλως στοιχειοθετεί την προέλευσή του, ένα σημαντικό κομμάτι του βιβλίου) συνδέεται με τρόπο δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς με ένα από τα πρώτα βιολιά που κατασκέυασε ο Λορέντζο Στοριόνι το 1764 και περνά κάποια στιγμή στην κατοχή του Φέλιξ Αρντέβολ, καθώς και με ένα εξαιρετικά πολύτιμο μενταγιόν που απεικονίζει την Παναγία των λουλουδιών, ο βασικός κάτοχος του οποίου συνδέεται επίσης με την κατασκευή του προαναφερθέντος βιολιού. Κι εδώ εντοπίζουμε ένα από τα ισχυρότερα σημεία του μυθιστορήματος: τις παράλληλες αφηγήσεις, ακόμη κι αν ο αναγνώστης αργεί κάπως να αντιληφθεί επακριβώς τη σημασία τους για τον κορμό της ιστορίας. Εδώ, μόνο με την ελπίδα να σας κεντρίσουν το ενδιαφέρον, θα αγγίξω δυο από τις αγαπημένες μου, αν και ο όγκος του μυθιστορήματος περιλαμβάνει σεβαστό αριθμό από αυτές.
Η πρώτη έχει πρωταγωνιστή έναν από τους πρώτους κατόχους του μενταγιόν της Παναγίας των Λουλουδιών: τον προμηθευτή ξύλου Ζακιάμ από το Παρντάτς, που εγκατέλειψε οριστικά το χωριό και την οικογένειά του εξαιτίας της καταστροφής του κοντινότερου δάσους που χρησιμοποιούσε η οικογενειακή επιχείρηση για να εκτελεί τις παραγγελίες της. Μετά από αυτή την κακόβουλη ενέργεια εκ μέρους ενός οικογενειακού του εχθρού, ο Ζακιάμ πειραματίζεται με
την επίβλεψη ξυλοκατασκευών· είναι όμως ο θόρυβος, η μυρωδιά και η γενικότερη αίσθηση του ξύλου που θα τον φέρνουν αιώνια πίσω στους δικούς του και στα βασικά γήινα πράγματα που εξ αρχής είχε μάθει να αγαπάει. Αυτό το είδος νοσταλγίας θα οδηγήσει το Ζακιάμ στον Άγιο Πέτρο του Μπουργάλ· και συγκεκριμένα στο δύσβατο δρόμο προς το δάσος δίπλα στο μοναστήρι, όπου θα μπουν οριστικά κι αμετάκλητα τα θεμέλια για τη συλλογή ξύλου με στόχο την κατασκευή του πρώτου βιολιού του Στοριόνι.
Η δεύτερη ιστορία που με εντυπωσίασε αποτυπώνει με τρόπο εναργέστερο τα εσωτερικά βάσανα της ψυχής. Ο μοναχός Ζουλιά ντε Σάου ξυπνά το πρωί της ημέρας, κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζει πως οφείλει να παραδώσει το ιερό κυτίο της μονής του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ, έχοντας θάψει τον ηγούμενο και μόνο έταιρο συγκάτοικο της μονή την προηγούμενη μέρα· κι εν γνώσει πως είναι αδύνατο να επιβιώσει ένα μοναστήρι, με έναν αδελφό ως μοναδικό κάτοικο. Αναπολεί, λοιπόν, ολόκληρη την πορεία της ζωής του, που χάραξε ο ίδιος για ένα διάστημα ως ο φυγάς-κρυβόμενος αιρετικός μοναχός Μικέλ ντε Σουσκέδα, που επαναστάτησε ενάντια της τυφλής άνευ όρων υποταγής στην αμείλικτη εξουσία, ερμηνευόμενη ως λόγο του Ιησού από το γενικό ιεροεξεταστή-πατέρα Νικολάου Έιμερικ. Ήταν ένα μοναστήρι χτισμένο στην άκρη της φωλιάς του κόσμου, όπου έμελλε να ικετεύσει για φιλοξενία και να γίνει τελικά μέλος της κοινότητάς του, για να παραμείνει τελικά ως τη δύση του, έτοιμος να παραδώσει σε αντιπροσώπους της κοντινότερης μοναστικής κοινότητας το κλειδί και την ιστορία του και για ένα ραντεβού με την πιο απρόσμενη μοίρα της ανθρώπινης φύσης.

Αν ο Χόπερ έλεγε ότι ζωγράφιζε γιατί δε μπορούσε να το πει με λέξεις, εγώ γράφω με λέξεις γιατί, έστω κι αν το βλέπω, είμαι ανίκανος να το ζωγραφίσω. Πάντα βλέπω τα πράγματα όπως εκείνος, μέσα από μισόκλειστα παράθυρα ή πόρτες. Τελικά έμαθα ό,τι δεν ήξερα. Κι ό,τι δεν ξέρω το βγάζω από το μυαλό μου, κι είναι επίσης αλήθεια. Ξέρω ότι θα με καταλάβεις και θα με συγχωρέσεις.”

Η αυτοαναφορικότητα του βιβλίου είναι ένας μόνο από τους δεκάδες άλλους λόγους να ασχοληθεί κανείς μαζί του. Όλες οι ιστορίες μιλούν για την αποσπασματικότητα και την ατέλειά τους και απενοχοποιούν τα δυο αναπόσπαστα αυτά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, συμφωνώντας πιστά και με τις ευχαριστίες κι ομολογίες του συγγραφέα σε μια από τις τελευταίες σελίδες, όπου ξεκαθαρίζει την οριστική ημιτέλεια του παρόντος μυθιστορήματος. Επίσης οι πολλαπλές λειτουργίες ενός αναγνώσματος, που μπορεί να αποτελεί ερωτικό γράμμα προς τη Σάρα, την αγαπημένη του πρωταγωνιστή, αφήγημα προς τέρψιν ή ένα γραπτό με ιστορικό στίγμα, υπόνοιες κι ενδείξεις για τις επόμενες ιστορικές περιόδους, που πλησιάζουν, επιδεικνύουν αποτελεσματικά στην υποκειμενικότητα στην πρόσληψη Τέχνης κι ανάγνωσης που επάξια οφείλει να νιώθει ικανή πως διασπείρει η εποχή μας. Μερικές από τις αμήχανες στιγμές στα μαθήματα Κειμένων του σχολείου, αλλά και στις λογοτεχνικές ώρες των Φιλολογικών Σπουδών, με την παραπάνω λογική μπορεί, λοιπόν, να βρει κανείς πως συναντούν τον προορισμό τους, κατά τη διάρκεια της αναγκαστικά παρατεταμένης επαφής ενός αναγνώστη με το Confiteor.
Το άλλο θέμα από τα μύρια που αισθάνεται κανείς να προσεγγίζει το βιβλίο και διάλεξα να σχολιάσω εδώ σχετίζεται άμεσα με την ανθρωπινότητα και την ιστορική ευθύνη. Αφηγήσεις σχετικές με την επικράτηση και τις θηριωδίες των Ναζί, καθώς και με τα βασανιστήρια και τους παραλογισμούς της Ιεράς Εξέτασης διαπερνούν την κύρια αφήγηση του βιβλίου οριοθετώντας ένα σημείο πέρα από το οποίο, ανεξάρτητα από το βαθμό ευαισθητοποίησης του κάθε ατόμου ξεχωριστά, αντιλαμβανόμαστε πως είναι αδύνατο η ανθρωπότητα να μείνει ανεπηρέαστη. Για παράδειγμα, το συλλογικά στοχευμένο κακό, φυτεμένο μέσα από τον προπαγανδισμό των διεστραμμένων ιδεών του Χίτλερ και μιας εκτεταμένης ομάδας ανθρώπων που τον υποστήριξαν κατ' αποκλειστικότητα στέκεται αδύνατο να αφήνει εντελώς ανεπηρέαστο κάθε Εβραίο σύγχρονο πολίτη του παγκόσμιου χωριού, απόγονο κάποιου θύματος, που ζει διερωτώμενος γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έπρεπε να χαθούν, ενώ σήμερα ο ίδιος επιβιώνει. Σκέψη που κατά καιρούς όλους όσους αναλογιζόμαστε ομοεθνείς, αλλά και όχι μόνο, που θυσιάστηκαν στο όνομα μιας ιδέας, μας κατατρύχει.
Γι' αυτούς κι άλλους τόσους λόγους αξίζει να διαβάσετε το Confiteor· είναι γνωστό άλλωστε πως το αργό και κατά περιπτώσεις κοπιαστικό διάβασμα είναι ικανό να πυροδοτήσει εντατικές διαδικασίες συλλογισμών, συχνά απρόσμενες.

By Μαρία Γώγογλου

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Πριν Προλάβεις να Πεις Λέξη

Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς (ακόμη και να απορήσω και η ίδια με τον εαυτό μου): γιατί επιμένω στην ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων το φετινό καλοκαίρι, αν εξαιρέσει κανείς την εν είδει πρόκλησης ολοκλήρωση της βασικής λίστας ανάγνωσης για τη συμμετοχή στον τρίτο Μαραθώνιο Αστυνομικής Λογοτεχνίας των Εκδόσεων Μεταίχμιο; Κάτι πέρα από την ακατανίκητη έλξη του να συνεχίσεις να γυρίζεις τις σελίδες πρέπει να κρύβεται εδώ, μαζί με κάτι άλλο που ξεπερνά τη δύναμη του να αποφασίσεις ποιο είναι το αγαπημένο σου λογοτεχνικό είδος, στο οποίο θα ήθελες να αφοσιωθείς (στο σημείο αυτό πρέπει να δηλώσω ότι απέχω χιλιόμετρα από το να συνειδητοποιήσω πως αισθάνομαι κάτι τέτοιο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα!). Κάτι που μπορεί να σημαίνει πως στ' αλήθεια μέρος της σύγχρονης εγχώριας και διεθνούς παραγωγής αστυνομικής λογοτεχνίας προσφέρει αυθεντικά πολλά παραπάνω από πιστή προσκόλληση στους κανόνες του είδους.



Κάτι τέτοιο φαίνεται να ένιωσα όντας ήδη στη μέση του Ούτε Λέξη του Έρικ Ρίκσταντ, αξιόλογου παραδείγματος του είδους, την ανάγνωση του οποίου πολύ πρόσφατα ολοκλήρωσα. Παρά το γεγονός πως, όπως συμβαίνει συχνά με παρόμοια έργα, ο Τύπος και το διαδίκτυο δε φαίνεται να βρίθουν εγκωμίων περί τεχνοτροπιών του συγγραφέα ή περί σύλληψης ή λεπτομερειών συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου, η εμπειρία της ανάγνωσής του προσφέρει στον αναγνώστη ένα πρωτόγνωρο βύθισμα, που σε συνδυασμό με το αριστοτεχνική δομή του, συνθέτουν ένα αποτέλεσμα άρτιο όχι αποκλειστικά από τεχνικής απόψεως.
Αλλά ας ξεκινήσουμε καλύτερα από την πλοκή.
Ο Φρανκ Ραθ νιώθει άνετα με την απόφασή του να παραμείνει ιδιωτικός αστυνομικός και να βοηθά την αστυνομία της πολιτείας του Βερμόντ, όποτε αυτό κρίνεται απαραίτητο, χρόνια μετά την παραίτησή του από αυτήν. Αυτό με το οποίο δε νιώθει τόσο άνετα είναι η οξυμμένη του ανησυχία για την ανιψιά του, την οποία έχει μεγαλώσει σα δικό του παιδί, μετά το βίαιο σφαγιασμό των γονιών της από δεινό εγκληματία· το γεγονός ότι η κοπέλα έχει πρόσφατα ενηλικιωθεί κι ανεξαρτητοποιηθεί ώστε να φύγει για σπουδές μακριά του εντείνει αυτά τα κλασικά άσβεστα ανησυχητικά τσιμπήματα στο μυαλό του γονιού που θα είναι για πάντα γονιός, όπως τα έχουμε γνωρίσει όλοι. Η πρόσφατη εξαφάνιση μιας δεκαεξάχρονης κοπέλας στην περιοχή του θα δώσει άλλη υπόσταση στους προβληματισμούς του Ραθ περί συνεπειών μιας πρόωρης ενηλικίωσης, ειδικά αφού, μετά από ενδελεχή έρευνα και μελέτη στοιχείων, ο ίδιος και δυο άλλοι υπεύθυνοι για την έρευνα στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, ο Χάρλαντ Γκρουτ και η Σόνια Τεντ, ανακαλύπτουν πως η συγκεκριμένη υπόθεση συνδέεται με έναν αριθμό εξαφανίσεων κοριτσιών στον ορίζοντα των τελευταίων χρόνων. Κάπου εκεί αρχίζει η προσπάθεια να ανακαλυφθεί τι ακριβώς είναι κρυμμένο πίσω από αυτή τη σωρεία συμβάντων, αλλά και θεριεύει το σασπένς και οι συνεχείς εκπλήξεις του αναγνώστη με όσα συναισθάνεται πως υπάρχει περίπτωση να αντικρίσει.


Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Έρικ Ρίκσταντ, σ' αυτό του το δημιούργημα, εντοπίζεται στην προσπάθειά του να αποτυπώσει αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της αμερικανικής κοινωνίας, που έστω και με το είδος της μυστικιστικής συμβολής τους, κρατούν τη σύγχρονη εκδοχή της γερά στη ζωή. Ο τρόπος, για παράδειγμα, που τα συνήθως θρησκευτικών συμφερόντων κινήματα κατά των εκτρώσεων έρχονται σε σύγκρουση με τις νεανικές ορμές κι επιδιώξεις είναι ένα θέμα που δε συναντά κανείς συχνά σε παρόμοιες ιστορίες ή εκτενή κείμενα ενός είδους, που παρά τις τελευταίες τάσεις προς τη μακαβριότητά του, υπόσχεται τέρψη. Κι οι προβληματισμοί που ο Έρικ Ρίκσταντ ενθαρρύνει μέσα από το βιβλίο του φυσικά δεν ξεκινούν και τελειώνουν στις ιδιαιτερότητες της αμερικανικής κοινωνίας, που έτσι κι αλλιώς μπορεί να θεωρηθεί ένας μικρόκοσμος τόσο παρόμοιος με το δικό μας, στην παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα που ομολογουμένως κατοικούμε.

Ο εγκληματικός βίος ήταν μια νοητική κατάσταση, απόλυτη όσο και η πίστη σε μια θρησκεία. Αμεταμέλητη και αυτοδικαιούμενη. Και η πίστη δεν φυλακίζεται.”

Όσον αφορά τα αναπόσπαστα κλισέ του είδους, ο συγγραφέας καταφέρνει με μοναδική μαεστρία να αποτρέψει τον αναγνώστη από το να αναλογιστεί σε ποιον ακριβώς βαθμό το μυθιστόρημά του επιβεβαιώνει τη συνέχιση της ύπαρξής τους. Ο τρόπος που το βιβλίο έχει δομηθεί, και συγκεκριμένα, ο βαθμός σταδιακότητας, με τον οποίο η αποκάλυψη στοιχείων βασανιστικά αργά και σταθερά οδηγεί προς την εξιχνίαση, βυθίζει τον αναγνώστη στο απόλυτο σκοτάδι, κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου σταδίου της ανάγνωσης. Συγκεκριμένα οι δίοδοι υποθέσεων που
ανοίγονται στο μυαλό ως εξηγήσεις για τους τρόπους εκτέλεσης και τους ενόχους των εγκλημάτων που αναφέρονται στο κείμενο ανοίγει οριστικά την πόρτα σε διαδρομές της φαντασίας, αλλά και σε ατέλειωτα πισωγυρίσματα απορρίψεων κι επανακαθορίσεων που ενδεχομένως μόλις έχουν εγκαταλειφθεί από τον αναγνώστη, πριν την ίσως όχι και τόσο οριστική επαναφορά τους στο προσκήνιο. Η λάμψη της αλήθειας υπερισχύει ασφαλώς ως ο μοναδικός στόχος· όσο φευγαλέο αντίκρισμα κι αν διαθέτει στη ζωή αυτή η ύψιστη αρχή του συγκεκριμένου, όπως και πλείστων των αστυνομικών μυθιστορημάτων, σπανίζει το να θυμόμαστε που και που και να εκτιμάμε την αξία της λογικής.
Η εξέλιξη του βιβλίου, ωστόσο, κλείνει το μάτι ακόμη και στον τελευταίο αυτό φαινομενικά αδιάψευστο ισχυρισμό, φιλοξενώντας μια καταδίωξη ζωής, η κατάληξη της οποίας δεν αχνοφαίνεται πουθενά. Εσείς ανυπομονείτε καθόλου για το συναίσθημα πως αποτελείται αναπόσπαστο κομμάτι της;

By Μαρία Γώγογλου

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Για Όσο Ακόμη Κρατά το Σόου

Τίποτε ακριβώς δεν είχα στο μυαλό μου όταν διάλεξα πριν λίγες μέρες να διαβάσω το βιβλίο Κράτα το Σόου του Θεοδόση Μίχου· περισσότερο από το ότι ένα βιβλίο με ελάχιστο όγκο θα ήταν κατάλληλο για να το ρίξω στις αποσκευές των διακοπών μου, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ταυτόχρονα, κάτι στη σύνοψη που το έδενε απορίφραστα με τον κόσμο της μουσικής με κινητοποίησε θυμίζοντάς μου πόσο καιρό είχα να πιάσω κάτι που να απέχει λίγο από το λογοτεχνικό κόσμο της μυθοπλασίας, όπου δραπετεύω συνήθως. Εν τέλει, η εμπειρία ήταν συναρπαστική, επειδή πήρα θάρρος να συνεχίσω την προσωπική μου γραφή (αφού αποδείχτηκε πως υπάρχει κι ο Μίχος που το κάνει, κι άρα, δεν είμαι πια τόσο μόνη στον κόσμο), αλλά κι επειδή κάτι από αυτό που υπάρχει στις συναυλίες που πηγαίνουμε και στη μουσική που ακούμε, το οποίο επιδρά άμεσα στο χαρακτήρα μας, μου αποκαλύφθηκε μοναδικά.

Το βιβλίο είναι ένα ολόκληρο κομμάτι ζωής που εναλλακτικά θα ήθελα να ζήσω, όντας επαρχιώτισσα κι έχοντας υπάρξει κοινό σε συναυλίες ελάχιστες φορές, σε σχέση με τις κατάλληλες ευκαιρίες που δε θα έχανε εύκολα κανείς στην Αθήνα ή τη συμπρωτεύουσα. Συγκεκριμένα, ο αφηγητής διηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά της ζωής του (σχεδόν αληθινά, όπως το εξώφυλλο μαρτυρά) που σχετίζονται άμεσα με κάποιες από τις σημαντικότερες συναυλίες τις οποίες έχει, με ποικίλες ιδιότητες, παρακολουθήσει και απολάυσει από την τρυφερή παιδική του ηλικία μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. “Και δηλαδή πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι αυτά τα γεγονότα γι' αυτόν;” θα μπορούσε εύλογα να αναρωτηθεί κάποιος. “Πολύ”, θα απαντούσε γρήγορα κάποιος άλλος, ειδικά αν σκεφτούμε πόσο φαν πολλών υποειδών της εγχώριας και της ξένης ροκ μουσικής υπήρξε ο αφηγητής, αλλά και πόσο συνειδητή υπήρξε η μετέπειτα απόφασή του να ζήσει από την τρέλα του να γράφει για τη ροκ μουσική.
Η πεμπτουσία του βιβλίου συνοψίζεται σε κάτι που ως συναυλιάζουσα έχω επανειλημμένα διαπιστώσει: πόσο πολύ αυτό που σου μένει στο τέλος της βραδιάς είναι το τι έκανε ο διπλανός σου ή πως χαζολογούσε η παρέα σου παρά το τι συνέβαινε πάνω στη σκηνή με την απόλυτη αντικειμενικότητα ενός εξωτερικού παρατηρητή. Σ' αυτό το ύφος κυμαίνονται οι ιστορίες σε συνδυασμό με την πεποίθηση του συγγραφέα ότι, σε κάποιο σημείο, ο συνδυασμός στίχων, συμβάντων και υπερθεάματος επιδρά στην προσωπικότητα και στην ατομική εξέλιξη κάποιου με ξεχωριστό τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα, σε μια από τις ιστορίες, διαλέγει να μας εξιστορήσει τι συνέβη μετά από μια από τις πρώτες συναυλίες που είχε παρακολουθήσει ως νιόφερτος φοιτητής Φυσικής στην Αθήνα, όταν διάλεξε να περιμένει τον καλλιτέχνη για να του ζητήσει αυτόγραφο. Τότε γνώρισε έναν άλλο τύπο, πιο παθιασμένο με το έργο του μουσικού, που περίμενε επίσης, με μια πολαρόιντ στο χέρι, και παροτρύνοντας τον αφηγητή να τον φωτογραφήσει με το Mark Lanegan (που είναι ο καλλιτέχνης που μόλις έχει δώσει συναυλία και αναμενόταν), ενώ ο ίδιος διατίθεται να κάνει το ίδιο γι' αυτόν. Η ιστορία εξελίσσεται μόνο ελαφρώς με μη αναμενόμενο τρόπο, αφού ο αφηγητής καταλήγει και με αυτόγραφο, και με φωτογραφία με το Lanegan και την αφεντιά του, αλλά και με ένα κουτάκι μπίρας που ο καλλιτέχνης του χαρίζει και που ο αφηγητής καταλήγει να χρησιμοποιήσει ως στήριγμα της φωτογραφίας που προηγήθηκε επί σειρά ετών στη δισκοθήκη του. Να κάτι που έμεινε τουλάχιστον ως λάφυρο για την προσπάθεια.
Η άλλη ιστορία που ξεχώρισα ήταν η μέρα που ο αφηγητής διαλέγει να κάνει πρόταση γάμου σ' Εκείνη, το κορίτσι των ονείρων του. Βρίσκονται μαζί στο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης, όπου έχουν διαμείνει αστέρες και αστέρες της ροκ στο παρελθόν το πρωινό που εκείνος σκέφτεται να ξεστομίσει τις λέξεις. Οι όμορφες στιγμές που έχουν περάσει μαζί στις σοφιστικέ συνοικίες της μεγαλούπολης τις τελευταίες μέρες στροβιλίζουν στο μυαλό του, όπως και διάφορες άλλες από όσες έχουν ζήσει τα τελευταία χρόνια, ώσπου... τη βλέπει τυλιγμένη στις πετσέτες μετά το πρωινό ντους, βγάζει από το βρακί του του δαχτυλίδι (πλέον κατάλληλο και ασφαλές μέρος για να το αποθηκεύσει κανείς, αμέριμνος) και της το λέει! Το αποτέλεσμα θα το μάθετε μόλις διαβάσετε το βιβλίο (έτσι για να νιώσετε και λίγο σασπένς μέχρι τότε!), αλλά μπορώ με βεβαιότητα να πω πως από τη δομή,το περιεχόμενο και τον κοφτό, ρωμαλέο ρομαντισμό που το διακατέχει πραγματικά δεν περίμενα τίποτα λιγότερο.

Κάθε συμπλεγματική συμπεριφορά είναι το αντίστοιχο και ανάλογο σε ένταση σύμπτωμα μιας μετατραυματικής εμπειρίας.”

Η γλώσσα και το ύφος του βιβλίου είναι σίγουρα ένας από τους βασικότερους παράγοντες που σε κάνουν να μη θέλεις να το αφήσεις κάτω ούτε για μια στιγμή. Η ροή των προτάσεων και η στίξη εναρμονίζονται πλήρως με την εκάστοτε συναισθηματική και συχνά σωματική κατάσταση που βρίσκεται ο αφηγητής σε καθεμιά από τις ιστορίες· και παρ' όλο που ενός είδους έλλειψη αναπνοής, αφού το τέλος των ορμητικών προτάσεων δε διαφαίνεται εύκολα, σε κάνει συχνά να αμφιβάλλεις για το τι στ' αλήθεια μέχρι τώρα διάβασες σε μια συγκεκριμένη παράγραφο, το να γυρίζεις πίσω ξανά και ξανά για να ξαναανακαλύψεις αυτό που δε βρήκες ακόμη είναι μια απόλαυση από μόνη της. Χώρια που ένα σωρό συναισθήματα κρυμμένα στις παύσεις, στο ρυθμό κι ανάμεσα στις γραμμές βρίσκεις να τα έχεις περάσει κι εσύ η ίδια: η ασφάλεια, η άνεση και ταυτόχρονα μια κάποια αμηχανία όταν βρίσκεσαι σε μια συναυλία με τους γονείς σου, πολύ μετά την ηλικία των 25, η σιγουριά του πόσο καλά ξέρεις τους φίλους σου, ώστε μπορείς με βεβαιότητα να αναπαραστήσεις μέσα σου τι σκέφτεται ο καθένας τους ξεχωριστά στη διάρκεια ενός μουσικού event, αλλά κι αυτό που νιώθεις, όταν αναλογίζεσαι πόσο σίγουρη είσαι για το setlist ενός αγαπημένου καλλιτέχνη, αλλά και για το τι θα διαδραματιστεί κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης βραδιάς που σε κάνει να αισθάνεσαι πως με κάποιο τρόπο την έχεις ξαναζήσει. Όλες αυτές οι μαγικές στιγμές γύρω από τη σκηνή, όταν οι άνθρωποι και τα πράγματα μοιάζουν ξαφνικά αυτονόητα και ανείπωτα, και γι΄αυτό και είναι τόσο δύσκολο να αποτυπωθούν σε χαρτί· που, όμως, ο Μίχος τα εξερευνά χρησιμοποιώντας έναν ιδιόχειρο εκφραστικό κι ερμηνευτικό κώδικα, που δε μπορεί παρά να καθηλώσει τον έστω κι ελάχιστα μυημένο στη ροκ εντ ρολ φιλοσοφία αναγνώστη.

Τη στιγμή, βέβαια, που αποκαλύπτεται περίτρανα πως το σκληροτράχηλο περίβλημα, που κάθε “μέσος” άνθρωπος έχει φανταστεί να ζώνει κάθε ροκ φαν γίνεται παρελθόν. Ο ρομαντισμός του συναυλιακού κόσμου αποκαλύπτεται άμεσα, αλλά και σταδιακά από το Μίχο σε μια εποχή που ελάχιστα έχει προηγηθεί αυτήν που διανύουμε, αλλά και που κατά τη διάρκεια της οποίας η φυσική παρουσία ενός προσώπου, πάνω στη σκηνή ή μη είχε μια μυστήρια, εξέχουσα σημασία (όπως για κάποιους φαν έχει ακόμα, ειδικά στα lives, όπου θέλοντας και μη βρίσκεσαι πιο κοντά με τον καλλιτέχνη, σύμφωνα με την προσωπική μου γνώμη). Τα εισιτήρια που φυλάς με υπερπροστασία μέχρι το τέλος της βραδιάς, ώστε να τα προσθέσεις στη κάνεις συλλογή, αλλά και η απεγνωσμένη, συχνά ανέλπιδη προσπάθεια να φτάσεις όσο πιο κοντά γίνεται στη σκηνή υποδηλώνουν έναν κρυμμένο ανθρωπισμό, που σίγουρα η ψηφιακή κουλτούρα, με την απροσωπία της απειλεί να αφανίσει. Ό,τι κι αν τελικά γίνει, τουλάχιστο το Κράτα το Σόου θα είναι ένα από τα βιβλία που αξίζει να διαβάσει οποιοσδήποτε λάτρης της χρονικά προπορευόμενης κουλτούρας· που κανείς από εμάς που έχουμε έστω και λίγο ζήσει λάμψεις της αίγλης των ζωντανών μουσικών εμφανίσεων δε θα συμφωνούσαμε ποτέ πως πρέπει να αποβληθεί διαπαντός από τις συνήθειές μας.
Ο Θεοδόσης Μίχος
Γιατί ο κόσμος της μουσικής υπάρχει ακόμη μέσα στα βιβλία κι αξίζει υπέρμετρα να υπάρχει· και το Κράτα το Σόου του Θεοδόση Μίχου, που αξίζει να πιάσετε στα χέρια σας όσο πιο σύντομα γίνεται είναι μια απτή απόδειξη του γεγονότος αυτού.
 
By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Στιγμές με Γυναίκες

Κάτι ποταπό, σχεδόν αμαρτωλό αναβλύζει στο μυαλό σου τις πρώτες στιγμές που τελικά αποφασίζεις πως ξεκινάς το διάβασμα των Γυναικών του Τσαρλς Μπουκόφσκι· κάτι που δε μπορεί να έχει αποκλειστικά σχέση με το εξώφυλλο ή βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα που έχουν προηγουμένως πέσει στην αντίληψή σου. Απλά από τις πρώτες κιόλας γραμμές καταλαβαίνει κανείς πως ο αφηγητής, πιθανώς με τρόπο παρόμοιο με αυτό του συγγραφέα στην αληθινή του ζωή, έχει μια αρκετά απογυμνωμένη και στεγνή θεώρηση των πραγμάτων, και πάνω απ' όλα της πεμπτουσίας των ανθρώπινων σχέσεων. 

 
Ο Χένρι Τσινάσκι ζει στο Λος Άντζελες και καταφέρνει να βγάζει τα προς το ζην εκδίδοντας τα ποιήματά του. Πάει μάλιστα λίγος καιρός από το σημείο που ξεκινά η αφήγηση, όταν αρχίζουν να τον καλούν σε διάφορα στέκια για δημόσιες απαγγελίες· και ξαφνικά η φήμη του στο γυναικείο πληθυσμό χτυπάει κόκκινο. Διάφορες γυναίκες όλων των ηλικιών αρχίζουν να του στέλνουν γράμματα, να του τηλεφωνούν ή να τον πλησιάζουν δημοσίως· κι ο ίδιος επιθυμεί να το γλεντήσει δεόντως. Έτσι, το μυθιστόρημα Γυναίκες εξιστορεί τα διάφορα επεισόδια από τις περιστασιακές και μόνιμες σχέσεις του, τις παρεξηγήσεις, αλλά και τα ξεκαθαρίσματα που ο Τσινάσκι προκάλεσε ή στα οποία ενεπλάκη, με κύρια αιτία ή αφορμή το να κερδίσει χρόνο με αιθέριες (και όχι μόνο!) υπάρξεις, με την επιδίωξη ίσως να αποκομίσει κάτι βαθύτερο.
Η πρώτη κοπέλα που συναντά και με την οποία σχετίζεται είναι η χυμώδης Λίντια με τον έντονο χαρακτήρα, με την οποία συνάπτει δεσμό, παρά τις γκρίνιες και το ταλέντο της να του κάνει απίστευτες σκηνές ζήλιας, καθώς και να εκδηλώνει τη βαρεμάρα της με την αφεντιά του. Από τα αμέτρητα εφήμερα και πιο καθοριστικά αισθήματα που εξιστορούνται στο βιβλίο, με όλες τις απαραίτητες πικάντικες λεπτομέρειες που τα συνοδεύουν, όπου ξεπροβάλει διάχυτο κι απαράλλακτο και το ωμό και βίαιο ύφος του συγγραφέα στις εν λόγω περιπτύξεις, αλλά κι όχι αποκλειστικά, υπάρχουν και μερικά ακόμη που ξεχωρίζουν· αν και σίγουρα κάθε αναγνώστης δικαιούται να προβεί στην αποκλειστικά δική του, με προσωπικά κριτήρια, επιλογή. Διάλεξα να σταθώ εδώ στα αγνά συναισθήματα του Χένρι για την Κάθριν (έτσι τη βαπτίζει ο ίδιος επειδή μοιάζει στην Κάθριν Χέμπορν, ενώ το πραγματικό της όνομα είναι Λόρα), μια δεκαοχτάχρονη θαυμάστρια, που, παρά το πηγαίο ενδιαφέρον και την εκτίμηση του ποιητή προς το πρόσωπό της, απωθείται από την πλευρά του που αντικρίζει καθετί θηλυκό ως ανθρώπινο κρέας, υποψήφιο για σωματική κατάκτηση από τα ένστικτά του. Δεν θα παραβλέψω, επίσης, να αναφέρω το θαυμασμό και, στη συνέχεια την κούραση του Τσινάσκι με το λιτό κι αγνό τρόπο ζωής της Σάρα, που από την υγιεινή διατροφή κι ένα είδος ανθρωπολατρίας εν είδει θρησκείας επεκτείνεται και στις σωματικές συνήθειες. Ο ποιητής σύντομα εθίζεται στη δημιουργία σύντομων ασήμαντων σχέσεων· πραγματικότητα που σε συνδυασμό με την εξάρτησή του από το αλκοόλ βάζουν σε κίνδυνο αυτό που ο ίδιος, αλλά και όλοι μας έχουμε μάθει να αποκαλούμε και υπηρετούμε με υποτέλεια: τη συμπαγή ύπαρξη και τη συνέχεια στο χρόνο του κατασκευάσματος που ονομάζουμε προσωπικότητα.


Αυτό που με πείραζε πάρα πολύ ήταν ο τρόπος τους να κάνουν τα πάντα χωρίς να δείχνουν την παραμικρή συγκίνηση, το παραμικρό συναίσθημα. Όπως είναι κάποιος που χασμουριέται ή κάποιος που βάζει μια πατάτα να βράσει.”

Η φωνή του Τσινάσκι, αλλά και η συγκεκριμένη οδός αφήγησης που επιλέγεται αποτελεί εν γένει έναν αποτελεσματικό τρόπο να ξεσκεπάσει κανείς ένα μεγάλο μέρος υποκρισίας της κοινωνίας όσον αφορά τη συμβίωση ανθρώπων, και συγκεκριμένα των ζευγαριών. Ο μοναχικός ποιητής-παρίας με τις εξευτελιστικά ταπεινές συνήθειες -βραδιές στον ιππόδρομο και σε κάπως ευπρεπή ή κακόφημα μπαρ, γενναίες ποσότητες αλκοόλ καθημερινά, αθυροστομία- αποκαλύπτει αποστομωτικά πόσο αδύναμοι είμαστε όλοι να ελέγξουμε τις ίδιες μας τις συνήθειες· ανδρείκελα μπροστά στην προοπτική της κοινωνικής κατακραυγής, της εγκατάλειψης από τον άμεσο περίγυρο, ανεξάρτητα από την ποιότητα των ανθρώπινων κινήτρων του, της αναγκαστικής μοναξιάς. Οι άνθρωποι έχουν επινοήσει όλες τις συμβιωτικές τελετουργίες κι άπειρα θελκτικά τερτίπια στην προσπάθεια να ανήκουν σε έναν άνθρωπο, σε μια ομάδα, κι εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν δεν είναι δυνατό να επιβάλλουν τον εαυτό τους, να γίνονται αποδεκτοί. Ίσως, ψάχνοντας σε μεγαλύτερο βάθος, να κρίνεται ευκρινές να αντικρίσει κανείς την ίδια αυτή επιθυμία και στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή που ωθεί όλες αυτές τις γυναίκες, τη μια μετά την άλλη, να του παραδώσουν ό,τι αξιόλογο παραμένει φυλαγμένο στα τρίσβαθα της ψυχής τους μαζί με τη σωματική τους αυτοκυριαρχία.
Κατά τα άλλα, ο Μπουκόφσκι δε σταματά την προσπάθειά του να ξεσκεπάσει τον κυνισμό και την ευτέλεια της ανθρώπινης φύσης· και το καταφέρνει ρίχνοντας φως στο χρόνο και την ένταση σκέψης που ξοδεύουμε για τις βασικότερες καθημερινές μας ανάγκες, σωματικές και μη. Ο Τσινάσκι και οι άλλοι ήρωες του βιβλίου τρώνε, καπνίζουν, πίνουν και συνουσιάζονται σαν αυτές οι αυτονόητες ενέργειες να απαρτίζουν τον πυρήνα του νοήματος της ζωής τους· ή απλώς από αμηχανία, επειδή δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν, όπως όλοι μας υπό την επήρεια της καθημερινής δίνης γεγονότων. Αμετανόητα, μέσα από την καθημερινή τριβή των σχέσεων, οι ήρωες προσπαθούν να βρουν κάτι που αξίζει να τους κρατάει ζωντανούς, κάτι που θα τους οδηγήσει στο να καταφέρουν αυθεντικά να αγαπήσουν, συχνά για λίγο καιρό ή χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία· άλλωστε, το εάν και κατά πόσον οι σχέσεις μπορούν να διαρκέσουν κρατώντας κάποια ουσία αναλλοίωτη στο χρόνο αποτελεί ένας από τους κυριότερους στυλοβάτες των σύγχρονων κοινωνιών που αμφισβητεί ο συγγραφέας.

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι
Γιατί οι σχέσεις, όσον αφορά τον ίδιο, έχουν ημερομηνία έναρξης και λήξης προδιαγεγραμμένη. Λίγο παραπάνω ή λίγο λιγότερο: τόσο μόνο μπορεί να παρεκκλίνει κανείς από τους υπολογισμούς του. Για το συγγραφέα των Γυναικών, κάθε επιφανειακή ή μη γνωριμία, όπως και η ευρωστία του ανθρώπινου σώματος, είναι καταδικασμένη να παραδώσει τα όπλα, μοιραία επιστρέφοντας στην
ανυπαρξία από την οποία προήλθε.
Παρά τους φιλοσοφικούς αφορισμούς στους οποίους το μυθιστόρημα σε ωθεί να προχωρήσεις, λόγω του βάθους που τολμά να προσεγγίσει, όσον αφορά τη θεματολογία με την οποία καταπιάνεται, διαβάζεται μονορούφι, ως μια απλή καθημερινή εξιστόρηση· γι' αυτόν ακριβώς το λόγο το συστήνω στο σύνολο του αναγνωστικού κοινού. Ένα εύκολο ανάγνωσμα με ζωηρή, έντονη αφήγηση που μπορεί να οδηγήσει στην περισυλλογή είναι ό,τι πρέπει για την καλοκαιρινή ακινησία ή την πυρετώδη χαλάρωση των διακοπών.

By Μαρία Γώγογλου