Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Λογοτεχνικές μου Ανησυχίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Λογοτεχνικές μου Ανησυχίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Διαδρομές V

αναμνήσεις από την παιδική ηλικία


Τώρα η αίθουσα του θεάτρου έχει σταδιακά αρχίσει να γεμίζει με ανθρώπους· κι όσο κι αν του άρεσε να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως είχε αρχίσει να συνηθίζει την πολυκοσμία στα live του, τόσο πολύ, ώστε να φτάσει μάλιστα και να του αρέσει κάπως, ξεκάθαρα ένιωθε πως του είχαν κόψει τη διαδρομή της σκέψης στη μέση. Ήταν οι τεχνικοί, βέβαια κι έπρεπε να κάνουν τη δουλειά τους, άσχετα με οτιδήποτε ο ίδιος ένιωθε να του αποπνέουν. Επιφυλασσόταν, ωστόσο, από το να σκεφτεί πως αυτό ήταν το υψηλότερο τίμημα του επαγγέλματος του μουσικού· το να περιστοιχίζεσαι αδιάκοπα από αδηφάγα βλέμματα, έτοιμα να σε δεκδικήσουν όσο και να συμβάλλουν τα μέγιστα στην καταδίκη σου: οι αναπόφευκτες συνέπειες ενός είδους φήμης, έστω και μετριασμένης. Ήταν άλλα, πιο σοβαρά που είχε ζήσει που τον έκαναν να έχει διαφορετική γνώμη για αυτά που τόσα χρόνια πλήρωνε και φαινόταν πως με έναν τρόπο θα συνέχιζαν να του κοστίζουν. Τώρα έψαχνε μια δικαιολογία να φύγει, ειδικά επειδή έβλεπε, μετά από τόσες εμφανίσεις όπου όλοι φαινόντουσαν να επιμένουν να τον προσκυνούν, πόσο δύσκολο ήταν να ανεχτεί να βρίσκεται παρών σ' αυτό το γεγονός που στηνόταν, όπου υποτιθέμενα ο ίδιος θα γινόταν για λίγο το κέντρο της γης ερήμην του, αφού εξαρτιόταν απόλυτα από τις διαταγές και τις κινήσεις άλλων. Τουλάχιστο μέχρι τη στιγμή να βγει ο ίδιος να παίξει μερικά μέτρα, ώσπου όλοι να καταλάβουν ότι όλα ήταν OK και τι ακριβώς έπρεπε να προσέξουν. Υπήρχε περιθώριο ακόμα, προλάβαινε.

Έργο του Έντριαν Μάρεϊ

Στάθηκε για λίγο στη μέση της αίθουσας, και καλά προσπαθώντας να βεβαιωθεί για κάτι ή δείχνοντας αναποφάσιστος – δεν ήξερε στ'αλήθεια ακριβώς τι από τα δύο. Τελικά αποφάσισε πως κανείς ή τουλάχιστον ένας αμελητέος αριθμός ατόμων θα αντιλαμβανόταν τον καίριο χαρακτήρα της απουσίας του κι έβαλε πλώρη με σταθερά βήματα για την έξοδο, με προορισμό το κοντινότερο μπαλκόνι. Θυμόταν πως υπήρχε ένα στην αντίθετη πλευρά του ορόφου· που το είχε βάλει στο μάτι για περίπτωση ανάγκης, κατά την είσοδό του. Η διέξοδος είναι η μόνη λύση: μια αλήθεια που του είχε αποκαλυφθεί σταδιακά και με σαφήνεια μέσα στη στερνή γνώση προ πολλού ξοδευμένων εμπειριών.

Το μπαλκόνι-διέξοδος φαινόταν να έχει μήνες, ίσως και περισσότερο να καθαριστεί, κάτι που τον έκανε να χαμογελάσει για τον τρόπο με τον οποίο του επιβεβαίωνε τον καταλληλότερο τρόπο να σκέφτεται για τη χώρα που είχε τόσο πολύ αγαπήσει, στην οποία είχε μεγαλώσει. Παντού αυτή η προθυμία και το συμφέρον να εξοικονομήσει κανείς κάτι συνοδευόμενο με μια κρυμμένη εικόνα επιλεκτικής παντελούς εγκατάλειψης, που όμως δεν πετύχαινε ποτέ να μασκαρευτεί τόσο αποτελεσματικά ώστε να είναι τελείως ανεπαίσθητη. Εν πάση περιπτώσει· ο δικός του άμεσος σκοπός τώρα ήταν να απολαύσει ένα τσιγάρο και να αποστασιοποιηθεί κάπως από όλα αυτά που υποτίθεται πως αναμενόταν σε λίγες ώρες να συμβούν μπροστά σε κοινό. Ο πρώτος στόχος έφερνε αποτελεσματικά και με ακρίβεια στην ικανοποίηση του δεύτερου, μιας προσωρινής μοναξιάς που τον έφερνε πίσω μοιραία στα παιδικά του χρόνια, μιας και τότε ακριβώς ήταν που μια τέτοια επιθυμία είχε τις ρίζες της στο ένστικτο της επιβίωσης.

Υπάρχουν αδιαμφισβήτητες δυσκολίες στο να μεγαλώνει κανείς χωρίς γονείς ή γονιό, την ίδια στιγμή που ο καθένας θα δεχόταν τις δυσάρεστες ιδιαιτερότητες που ενδέχεται να προσφέρει η αντίθετη κατάσταση (το να έχει δηλαδή κανείς γονείς ή ένα γονιό που να κοιμούνται και να ξυπνούν αποκλειστικά και μόνο με τη σκέψη του βλασταριού τους). Κανένας, ωστόσο, ποτέ δεν έκανε θέμα τη μέση κατάσταση, αυτό δηλαδή που είχε ζήσει ο ίδιος, το να έχει κανείς γονείς με τους οποίους συχνά ήταν αδύνατο να επικοινωνεί· που εξίσου, κατά τη γνώμη του, έχριζε αντιμετώπισης. Μπορεί ο μεγεθυντικός φακός του παιδιού και του εφήβου, βέβαια, να ήταν που έντυνε με χρώματα έκτακτης περίστασης αυτές τις καταστάσεις, θα παραδεχόταν τώρα, αν και δε μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν καθόλου σίγουρος γι'αυτό.

Άντρεα Μπάντζακ, Παιδικές Αναμνήσεις

Κοινώς υπήρχαν μεγάλα διαστήματα από τα δώδεκά του που είχε μεγαλώσει με την αποκλειστική φροντίδα παππούδων και θείων, με γονείς μετανάστες στο εξωτερικό, που πάει να πει συχνά παντελώς απόντες (πώς γινόταν εκείνα τα χρόνια να μην τους είναι απαραίτητο έστω κάποιο είδος επικοινωνίας, αν όχι οι ασφυκτικά καθημερινές επισκέψεις δε μπορούσε ο ίδιος να το σκεφτεί. Η σκέψη και μόνο πως θα έκανε περισσότερο από μια μέρα να μιλήσει με την τρίχρονη κόρη του έστω και τηλεφωνικά του προκαλούσε ναυτία κι ανησυχία που επηρέαζε διάχυτη διάφορα μέρη του σώματος). Κάτι ιδιαίτερα σκληρό για τις εύθραυστες ισορροπίες του κόσμου ενός παιδιού, μα εντελώς χρήσιμο, όπως τουλάχιστο το έβλεπε τώρα. Υπήρχαν άπειρα παραδείγματα για να υποστηρίξεις το πόσες και ποιες φορές η ζωή σε υποχρέωνε να μάθεις ποια όρια εγγύτητας πρέπει γενικά πάντα να τηρείς και ποια να καταφέρνεις να ξεπερνάς. Κάτι τέτοιο θυμόταν να είχε ζήσει σ' αυτή την κατάσταση της μη μονιμότητας.
Η αυλή του παππού. Και τα αναφιλητά του, την πρώτη φορά που έμαθε πως δε θα περνούσε το καλοκαίρι με τους ίδιους φίλους που είχαν φάει μέσα στη σχολική χρονιά ψωμί κι αλάτι. Θα πρέπει με κάποιο τρόπο αυτό το μάθημα να είχε συμπέσει με το πέρασμά του από την παιδική στα όρια της εφηβικής ηλικίας.
Καθετί στραβό δεν πρέπει να σε στενοχωρεί”, του είχε πει ο παππούς, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο που είχαν περάσει στο σπίτι του κάπου σε κάποιο βουνό της Καβάλας. “Δε λέω, βρε, παιδάκι μου, έχεις κι εσύ τα δίκια σου”, είχε πει με τη μελωδικότητα φωνής, χρώματα της οποίας τώρα ίσως κάποιος θα αναγνώριζε στη δική του. “Δεν είναι εύκολο να σε ξεριζώνουν κάθε τρεις και λίγο από εκεί όπου έχεις μάθει να παίρνεις και να δίνεις, να αγαπάς και να σε αγαπούν. Τούτο σου λέω να θυμάσαι, όμως, και μετά κλάψε όσο θες εσύ, που ούτε που θα καταλάβεις πόσο γρήγορα θα σου περάσει. Υπάρχει μια αγάπη που πάντα θα σε ακολουθεί. Μη βιάζεσαι να συγκρίνεις πόση απ' αυτή έχεις ή δεν έχεις ακόμη αποκτήσει. Θα σου πάρει καιρό, κι ας έχεις τελοσπάντων και κάτι σ΄αυτό τον κόσμο να σκέφτεσαι”.

Έρικ Ένστρομ, Χάρη

Το φως στο δωμάτιο ήταν ήδη σβηστό. Είχε πέσει ήδη από το απόγευμα, μόλις έμαθε τα κακά μαντάτα στο στρώμα κι έκλαιγε μπρούμυτα με τη φωνή, μέχρι να έρθουν αυτά τα λόγια να τον βρουν σα νανούρισμα· ελάχιστες στιγμές πριν τον ύπνο, κι όμως οι λέξεις που για πάντα θα θυμόταν. Γιατί τον είχαν συντροφεύσει τα λόγια αυτά στις στιγμές που οι γονείς του είχαν καταφτάσει να τον πάρουν μακριά από μια πραγματικότητα που μόνος του είχε δημιουργήσει, όχι μόνο μια φορά, αλλά επανειλημμένα, ήταν το ευαγγέλιο που τον κρατούσε ως τώρα ζωντανό. Κι όλες αυτές τις φορές που πλέον στην ενήλική του ζωή πήγαινε σ' ένα μέρος και ύστερα από λίγες ώρες έφευγε και ήταν απαραίτητο να μην κοιτάζει τόσο βαθιά μέσα του τις στιγμές της αποτίμησης. Θα έλεγε κανείς ο μόνος τρόπος να αντικρίσει κανείς κατάματα το γεγονός πως όταν μεγάλωνες έπρεπε να μάθεις να μην εξετάζεις πόσα σου έμειναν και πόσα σου παίρνει μακριά η σκηνή του αποχαιρετισμού.
Και η υπέρτατη αξία: αυτό το συναίσθημα πως μια αόρατη δύναμη συσσωρευμένη από χρόνια κι αμέτρητες στιγμές με ανθρώπους που έζησες μαζί φροντίζει να κρατιέσαι στη ζωή. Σα μια γυναικεία παρουσία που είχε τη φροντίδα του μυστικά υπό την επίβλεψή της, χωρίς ο ίδιος να χρειάζεται να σηκώσει κεφάλι και παρά το γεγονός πως μπορεί με τις παράτολμες πράξεις του τόσες φορές να της είχε αντισταθεί. Εκείνη, όμως παρέμενε στο ίδιο σημείο προσπαθώντας να του δίνει δύναμη. Μερικές φορές την ονειρευόταν τα βράδια να τον προσέχει την ώρα που είχε αποκοιμηθεί αμέριμνος προσπαθώντας να εντοπίσει τις απαρχές σκέψεων και να ενώσει γεγονότα γύρω από το μυστήριο της ύπαρξής του. Ήταν αδύνατο, όμως να καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τις λεπτομέρειες της μορφής της την επόμενη μέρα. Ίσως, με κάποιο τρόπο, στα ταξίδια του ως μουσικός να την ψάχνει ακόμη, αν και κάτι παρόμοιο με τη στοργή που πάντα τον καθησύχαζε πως αιώνια θα μπορούσε να του προσφέρει μπορούσε να ισχυριστεί πως κάπου, σε κάποια σπίθα ανθρώπινης ύπαρξης είχε ήδη βρει...

Τόμας Κουτούρ, Νεαρός Ιταλός Μουσικός του Δρόμου

Μ' αυτές και μ' αυτές τις σκέψεις το τσιγάρο είχε ήδη τελειώσει πια  κι αναρωτιόταν πως δεν είχε βρεθεί ακόμη άνθρωπος να τον φωνάξει· ήταν ειδικότητά του πια κι απομεινάρι της παιδικής ηλικίας να καταφέρνει πάντα να τους ξεφεύγει χωρίς να παραχωρεί περιθώρια αντίδρασης. Ξεφορτώθηκε τη γόπα κι έκανε να επιστρέψει στην περίοπτη θέση που τον περίμενε απόψε στη μέση του θεάτρου, κρύβοντας σε μισό χαμόγελο τη γεύση άλλων αναμνήσεων εφηβικής αναίδειας στην αναλαμπή των οποίων του ήταν ολότελα αδύνατο να εμποδίσει.


By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

Οι Τελευταίες Ώρες της Μαίρης

Σίγουρα το να ανοίγεις τα μάτια και να βλέπεις ένα ζωντανό να περιφέρεται μέσα στο σπίτι ψάχνοντας εναγωνίως τροφή δεν είναι και η πιο ευχάριστη εμπειρία. Έτσι τουλάχιστο σκέφτηκε η Μαίρη μόλις άνοιξε τα μάτια της εκείνο το συγκεκριμένο πρωί. 



Υπήρχε αυτό το μούδιασμα που είχε ξεκινήσει να νιώθει μέρες πριν και που τώρα το αισθανόταν λίγο πιο έντονα. Τίποτα ανοίκειο όμως. Απλά η συνηθισμένη δυσκολία να ανοίξει τα μάτια, να σηκωθεί και να επιδοθεί σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Σήμερα, όμως, ήταν αδύνατο να μείνει ακίνητη λίγο ακόμα, ειδικά λόγω της άβολης στάσης στην οποία την είχε χθες το βράδυ πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Ας πούμε πως είναι αναγκαστικό λοιπόν, και στο κάτω κάτω μπορώ να ξαπλώσω ξανά σε λίγο, ήταν η πρώτη της σκέψη, αφού δεν άντεχε στην ιδέα του να μείνει για λίγη ώρα ακόμη ατάιστο το καημένο το ταλαιπωρημένο γατί.

Το γατί το είχε βρει το προηγούμενο βράδυ γυρίζοντας σπίτι μετά την κραιπάλη· της είχε φανεί αδύνατο να αντέξει τη σκέψη ότι δε θα είχε σπίτι και φαγητό κι ότι θα συνέχιζε να περιφέρεται στους δρόμους τέτοια ώρα βαθιά μέσα στη νύχτα. Και στο κάτω κάτω της γραφής με ποιο ακριβώς τρόπο διέφερε η ίδια από το γατί αφού έμενε επίσης άφραγκη και χωρίς φίλους ή ασχολία τόσο συχνά τον τελευταίο καιρό, ακριβώς όπως είχε μείνει και στο παρελθόν; Μόνο το διαμέρισμα-κεραμίδι που είχε πάνω από το κεφάλι της η Μαίρη ήταν η ειδοποιός τους διαφορά, άντε ίσως κι αυτά που ευγενικά κάποιοι φίλοι και τα πιο εξευγενισμένα πληθυσμιακά στρώματα θα χαρακτήριζαν επιτυχίες στη σύντομη μέχρι τώρα πορεία της στο σανίδι και τη μεγάλη οθόνη. Το συμπέρασμα ήταν πως η γάτα μπορούσε να γίνει μια σύντροφος που να την καταλαβαίνει ή ότι υπήρχε έστω η δυνητικότητα του γεγονότος πως μπορούσε η ίδια να προσφέρει κάτι σε ένα ζωντανό οργανισμό. Γι' αυτό, η γάτα ήρθε για να μείνει, σκέφτηκε και συνέχισε το δρόμο για το σπίτι, αφού τη χάιδεψε και την πήρε αγκαλιά χωρίς να συναντήσει αντίσταση.

Λίγο γάλα, ίσως και λίγα δημητριακά θα ήταν μια χαρά, σκεφτόταν τώρα, όπως και το προηγούμενο βράδυ, μετά την επιστροφή της σπίτι με το γατί ψαχουλεύοντας τα ντουλάπια γι' αυτά που ούτως ή άλλως η ίδια σπάνια έμπαινε στον κόπο να ψωνίσει ή να καταβροχθίσει.


Οι στιγμές της στο σανίδι και τη μεγάλη οθόνη. Αδιαμφισβήτητα, θα μπορούσε να δεχτεί από αυτές που δε θα έβρισκε εύκολα να νοσταλγήσει μια γάτα στο παρελθόν της – αν και ποτέ στ' αλήθεια δε μπορείς να ισχυρισθείς πως ξέρεις τι σκέφτονται τα ζωντανά. Θυμόταν εκείνα τα γυρίσματα της σκηνής που φορούσε μια γελοία λευκή φούστα μέχρι τον αστράγαλο και τραγουδούσε με πάθος ένα παιδικό τραγούδι. Το έλεγε ξανά και ξανά, πάνω απ' όλα για να πετύχουν την τελειότερη λήψη, αλλά κι επειδή έτσι κι αλλιώς η ηρωίδα υποτίθεται πως επιμένει να το επαναλαμβάνει. Ήταν όλοι τους κουρασμένοι, μπουχτισμένοι, έτσι θυμόταν, όμως υπήρχε το συναίσθημα πως κάποια μεγαλειώδης ανθρώπινη αλήθεια υπήρχε μέσα σ' εκείνη την επανάληψη ενός παιδικού τραγουδιού από μια ενήλικη κοπέλα ντυμένη παιδούλα στη μέση ενός σαλονιού στολισμένου για παιδικό πάρτι. Μια αίσθηση πως κάποιο φιλοσοφικό απόσταγμα αναδυόταν ανάμεσά τους μαζί με τη διακαή δίψα τους να αποδώσουν την αίσθηση κινηματογραφικά, ταυτόχρονα με τις αμφιβολίες τους για το όλο εγχείρημα. Ο συνδυασμός όλων αυτών δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα χαραγμένη με πολύχρωμα γράμματα στη μνήμη της Μαίρης. Η οποιαδήποτε αναγνώριση ήταν υποτίθεται εξασφαλισμένη.

Η κόπωση συνεχιζόταν. Ο σφυγμός της επαναλαμβανόταν με έναν τρόπο λες και ήθελε να καταστήσει σαφές στο σώμα της πως κάποια όργανα δεν άντεχαν άλλο ή δε χωρούσαν μέσα της. Έπρεπε να σταθεί για μια στιγμή, να ξεκουραστεί σε κάποιο σημείο του σπιτιού κι όλα θα ηρεμούσαν. Οι αστάθειες και η γενική σύγχυση των τελευταίων ημερών σίγουρα αυτό έδειχναν.
Είχε πέσει για ύπνο με τη μαύρη στολή που φορούσε κάθε βράδυ από τα τελευταία, πριν ανεβεί στη σκηνή. Από τη χρήση της λέξης στολή, μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο· μιλάμε για το μαύρο τοπ και το μαύρο τζιν παντελόνι που αποτελούσε μέρος του act της τα τελευταία βράδια, χωρίς να θέλει να εκφράσει κάτι χωρίς λόγια που ήδη είχε πει. Το μαύρο ήταν ούτως ή άλλως το αγαπημένο της χρώμα· αλλά και όλη η σωματική επεμβατική συνοδεία από μαύρα μαλλιά και νύχια δεν ήθελε τίποτε άλλο να δηλώσει πέρα από όσα έλεγαν τα τραγούδια: η ζωή οδηγούσε σ' ένα είδος αδιέξοδο, ερωτικό, επαγγελματικό, προσωπικό, κοινωνικό, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο δεχόσουν να το δεις. Τουλάχιστον αυτό ήταν αλήθεια έτσι όπως το είχε ζήσει η Μαίρη στην εκπνοή της πρώτης δεκαετίας του αιώνα που χρειαζόταν να διανύσει. Όχι πως δε μπορούσε να παραδεχτεί πως είχε σηκωθεί κι είχε πέσει πάρα πολλές φορές στη ζωή της ή πως δεν είχαν βρεθεί πονόψυχα άτομα, εδώ κι εκεί που την είχαν βοηθήσει. Αλλά, να. Τον τελευταίο καιρό της φαινόταν γενικά πως η κατάσταση της ζωής της ήταν γενικότερα πιο φυσιολογικό να είναι πεσμένη παρά σταθερά αντιμετωπίσιμη. Οι τονωτικές ενέσεις επιτυχίας κι ευχαρίστησης μάλλον οδηγούσαν στην προηγούμενη αίσθηση με περισσότερο μαθηματική ακρίβεια.
«Έχεις δει το φως του ήλιου κατάματα, Μαίρη», της άρεσε να λέει μυστικά στον εαυτό της στον καθρέφτη, όταν ήταν μόνη ή κανείς δεν την παρατηρούσε. «Τώρα κατηφόρισε με περηφάνια κι ανοιχτή καρδιά». Μα ήταν μόλις τριάντα χρονών.
Κι η αλήθεια ήταν πως υπήρχε ένας αριθμός πραγμάτων που, μιλώντας της, ειλικρινά της εξηγούνταν πως κάτι είχε κάνει. Αυτή την πλάκα την πάθαινε κάθε φορά στο μαγαζί που εμφανίζονταν με το φίλο της, τον Άλεκ, σε γειτονικό τους μαγαζί – ήταν πάντα ένα γεγονός τιμής μόνο για φίλους, τους πιστούς στο είδος και τους μυημένους. Σ' αυτούς που μπορούσαν να αφοσιωθούν σ' αυτό το πράγμα, γιατί, στα πλαίσια του κανόνα, ο Άλεκ θα έβγαζε όσο μπορούσε πιο απόκοσμους ήχους στο συνθεσάιζερ που είχε συνηθίσει να παίζει, κι εκείνη θα προσπαθούσε με τη φωνή της κάθε φορά να ακολουθήσει όσο μπορούσε πιο απόκρημνα μονοπάτια, μακριά από κάθε αριστοτεχνική νότα σοπράνο ή ερμηνεύτριας από αυτές που είχε μελετήσει. Ήταν ένα αποτέλεσμα για γερά νεύρα· γι' αυτούς, όμως, που το αποζητούσαν άξιζε να το παρακολουθήσεις.


Το σφίξιμο στην καρδιά και το στομάχι, κι ας μην είχε πιει καφέ· υπήρχε μια ελαφρότητα που διεκδικούσε να την πάρει μακριά. Και δεν ήταν κανένας τριγύρω να τη φροντίσει, να υποκύψει στον παράλογο τρόπο με τον οποίο θα την επιθυμούσε υγιή· έλλειπαν ή τους είχε διώξει όλους ή κάτι το ενδιάμεσο. Κούρνιασε στον καναπέ και περίμενε κάτι που ίσως δε θα ερχόταν.
Υπήρχαν τελευταία, και σ' αυτές ακόμα τις, όπως μπορούσες να το πεις, εκκεντρικές για το μεσοαστικό κοινό εμφανίσεις, αυτοί που θα ερχόταν μετά το σόου -μια ώρα το μάξιμουμ, τόσες είχαν υπολογιστεί οι αντοχές του κοινού, όσο και της ανοχής των ιδιοκτητών του μαγαζιού- και θα μιλούσαν με πάθος στη Μαίρη για την ψιλή φωνή της και τα χρώματα της ερμηνείας της ή στον Άλεκ για τα τερτίπια της δικιάς τους τέχνης. Υπήρχε πάντα εκείνη η δυσπιστία ότι επρόκειτο απλώς για αυλοκόλακες ή κάποιους που ως την επόμενη μέρα θα τους είχαν ξεχάσει εν είδει του ποτού, της ανάλαφρης αύρας, αλλά και της γενικότερα έντονης επιθυμίας ευχαρίστησης τη συγκεκριμένη βραδιά. Υπήρχαν, ωστόσο, κι αυτοί που όλο και ξαναερχόντουσαν τελευταία και ήταν αυτό το απόλυτα ανεπαίσθητο σιγοτραγούδισμα κι ένα το κλείσιμο του ματιού απολύτως επαρκή για τη Μαίρη, για να καταλάβει πως πίστευαν σ' αυτούς ή τελοσπάντων σε κάτι – ένας Θεός ξέρει τι μπορεί να ήταν αυτό το κάτι.

Τώρα ήταν η στιγμή που ο πόνος ξεπερνούσε καθετί άλλο, σαν κάποιους που εσωτερικά ανελέητα πίεζαν την ψυχή της να παραδοθεί. Γι' αυτό κι επέμενε να τα σκέφτεται όλα αυτά – τον Άλεκ δίπλα της στη σκηνή, το κλείσιμο του ματιού. Ο πόνος στα σωθικά έδειχνε να μη μπορείς να αρνηθείς την ύπαρξή του, και κυρίως, δύσκολο να καθησυχάσεις τον εαυτό σου πως από στιγμή σε στιγμή θα περνούσε. Γι' αυτό η Μαίρη σύρθηκε προς το τραπεζάκι όπου βρισκόταν από χθες το βράδυ παρατημένο το κινητό της και πληκτρολόγησε τον αριθμό έκτακτης ανάγκης· μπορούσε άραγε κάτι θετικό να βγει απ' όλο αυτό; Ο εαυτός της σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
«Υπάρχει πρόβλημα... Είναι στιγμές που νομίζω πως δε μπορώ να πάρω αναπνοή», ψέλλισε με απόσταση αρκετών δευτερολέπτων την κάθε φράση, τη στιγμή που μια στεντόρεια αντρική φωνή στο τηλέφωνο τη διαβεβαίωνε πως θα κατέφθαναν αμέσως, εγκαίρως, φτάνει να τους έδινε με ακρίβεια τη διεύθυνσή της.
Γι' αυτό και το θεώρησε καίριο να ξοδέψει λίγες ακόμη από τις ελάχιστες δυνάμεις που της είχαν απομείνει στο να ψιθυρίσει τη διεύθυνση, μήπως γίνει τελικά πράξη αυτό που ο άντρας, που ακουγόταν αξιόπιστος, της είχε μόλις υποσχεθεί.
Κι αφού τελείωσε η υπερπροσπάθεια, ξανασύρθηκε στον καναπέ, όπου τουλάχιστο, είχες τη δυνατότητα να σκεφτείς πολλά πράγματα που τελευταία είχες ζήσει κι ήταν ευχάριστα κι άλλα τόσα που σε πείραζαν χωρίς να υποφέρεις τόσο έντονα, αφού ο σιωπηλός τρόπος ήταν πάντα ο πιο αποτελεσματικός. Κι εκεί μπορούσες πάντα να περιμένεις ακούραστα εκείνο το τόσο απροσδιόριστο που όλοι αιώνια έψαχναν και που η Μαίρη, μέσα στη γενικότερη μαυρίλα και τις έντονες σκέψεις νόμιζε για πρώτη φορά πως στ΄αλήθεια το είχε βρει.


Θα ήθελα να αφιερώσω τον παραπάνω, εντελώς ιδιοσυγκρασιακό αυτοσχεδιασμό στη μνήμη της Μαίρης Τσώνη, αλλά και σε όλους όσους κάποτε ένιωσαν να κατακλύζονται από παρατεταμένα συναισθήματα μελαγχολίας περισσότερο από ότι συνήθως. Όλες οι εμφανείς ανακρίβειες σε σχέση με πρόσωπα και γεγονότα αξίζει να αποδοθούν απευθείας στον κόσμο της γραφούσης.

By Μαρία Γώγογλου 

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Απομακρύνοντας τους Τοξικούς Ανθρώπους

Είναι μερικές φορές που ο περιορισμένος φακός του ιδιωτικού σου μικρόκοσμου σου υπαγορεύει τι να γράψεις. Αυτή είναι μια απ' αυτές. Το κάνω όχι τόσο για να στηλιτεύσω το χαρακτήρα αυτών των ανθρώπων, τα μοτίβα της μονιμότητας της συμπεριφοράς των οποίων αποτελούν εφιάλτη για πολλούς από εμάς· άλλωστε, όλοι μπορεί να γινόμαστε τοξικοί για πολλούς, όταν η συχνή μας παρουσία τους φαίνεται για μια ποικιλία από λόγους δυσάρεστη. Γράφω πιο πολύ για να ξορκίσω τις πιο πάγιες εμφανίσεις τους από τη ζωή μου, αλλά και για να τονίσω στον εαυτό μου πόσο σημαντικό είναι να απομακρυνθώ οριστικά, μήπως και πλησιάσω την ψυχική ηρεμία.

Σκίτσο της Τζίπσι Ράλι

  Μια ψυχική ηρεμία που συχνά αποδεικνύεται μακρόπνοο επίτευγμα, ενώ όλοι κι όλα στέκονται απέναντί του για καιρό. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές της ζωής σου που μπορείς ξεκάθαρα να διαπιστώσεις πως το ποτήρι ξεχείλισε. Η τελευταία σου αρνητική εμπειρία με κάποιον, κατά τη διάρκεια της οποίας το συγκεκριμένο άτομο σε χρησιμοποίησε για τα προσωπικά του οφέλη, ανιχνεύοντας κατευθείαν τα παντελώς ανιδιοτελή κίνητρά σου, πετώντας σε βιαστικά σα στυμένη λεμονόκουπα, μόλις τελείωσε τη δουλειά του· αυτή η κατάσταση είναι από μόνη της τόσο αρνητική, ώστε αντιπροσωπεύει κάτι παραπάνω από την αφορμή που έψαχνες. Αφορμή όχι για να αποχωρήσεις από τα εγκόσμια και να κλειστείς στο σύμπαν του εαυτού σου, επιδιώκοντας την επόμενη ιδανική σχέση ή φιλία, αλλά για να απομακρύνεις αυτό το άτομο, μαζί με την αρνητική ενέργεια που κουβαλάει, μια για πάντα από τη ζωή σου μαζί με την αρνητική επιρροή που ασκεί σε εκφάνσεις της.
Μπορεί κάλλιστα να ήταν η τελευταία φορά που επρόκειτο να βγείτε μαζί έξω και δε σε ειδοποίησε, αγαλλιάζοντας στη σκέψη πως θα λιώνεις στη μοναξιά σου στο σπίτι, όπου υποτίθεται πως σε «έκλεισε», ακόμη κι αν εκείνος / εκείνη πρέπει με αυτό τον τρόπο να περάσει πολύ πιο δύσβατα λιβάδια μοναξιάς κι αποξένωσης. Μπορεί να ήταν μια από εκείνες τις φορές που τον / την έπιασες να σχολιάζει την υποτιθέμενη γελοιότητα των επιχειρημάτων σου μπροστά στην απύθμενη κατάπληξή σου, ακόμη κι αν η άμεση απάντησή σου δεν του άφησε χρόνο να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Μπορεί να ήταν μια από τις φορές που τον / την έπιασες να αμφισβητεί και να χλευάζει τα γούστα και τις προτιμήσεις σου παρουσία σου, κι εν μέσω απαρτίας των συναδέλφων ή ολόκληρης της κοινής σας παρέας, αποκλειστικά και μόνο επειδή ζηλεύει ακόμη και το τελευταίο εκατοστό των έστω και ταπεινών πνευματικών επιτευγμάτων και των χαρακτηριστικών σου που ιδιοσυγκρασιακά αδυνατεί ακόμη και να πλησιάσει. Για όλα αυτά και για πολλά άλλα (μπορείτε όλοι να σκεφτείτε τα δικά σας παραδείγματα) που νιώθεις να έχουν επαναληφθεί ατέρμονα στους αιώνες των αιώνων έφτασε η αρχή του τέλους.

"Πως να χειριζόμαστε τους τοξικούς ανθρώπους"

Σίγουρα η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση που ενδείκνυται δεν απέχει από το οριστικό μπλοκάρισμα κάθε διόδου επικοινωνίας. Δε χρειάζεται φυσικά να εξηγηθεί πόσο ανακουφιστικό μπορεί να είναι αυτό για το σύνολο της ύπαρξής μας, ψυχικά, αλλά συχνά και σωματικά, αφού ο ψυχικός πόνος ή μια ψυχική ενόχληση έχει συχνά ως απόρροια τη δημιουργία συνθηκών άγχους, όσο συχνή, και γι' αυτό συνηθισμένη, κι αν είναι η επίθεση του τοξικού ανθρώπου στον κόσμο ενός ανυποψίαστου. Συχνά, όμως, αυτή η επιθυμητή οριστική απομάκρυνση δεν είναι απόλυτα εφικτή, αν δεν αλλάξεις περιβάλλον· μπορεί, βέβαια, και να μην αποτελεί τον ιδανικό τρόπο αντιμετώπισης, αφού το επόμενο ανυποψίαστο θύμα θα κατακεραυνωθεί από παρόμοια έμμεση κακοποίηση. Θα μείνεις στα εγκόσμια, στη θέση που καταλαμβάνεις και θα πολεμήσεις, λοιπόν.
Θα ανοίξεις την πόρτα ή ένα παράθυρο για να ξεμπροστιάσεις τις ντροπιαστικές για το ανθρώπινο γένος πλευρές αυτού του ατόμου. Θα αφήσεις να εννοήσουν οι άλλοι τα μέσα που χρησιμοποιεί για να επιτίθεται άμεσα ή έμμεσα στις προσωπικότητες ανθρώπινων πλασμάτων, να αηδιάσουν με τη ρηχότητα και την κενότητα των κινήτρων του. Σ' αυτό το στάδιο, δεν υπάρχει λόγος η αποστασιοποίησή σου να είναι κάτι περισσότερο από μια νοητή γραμμή που φαίνεται να χωρίζει τις πράξεις και τις σκέψεις σας. Σε επόμενο στάδιο, μπορείς να δράσεις πιο επιθετικά, αλλά ακόμη και η πρώτη φάση αντεπίθεσης μη νομίζεις πως θα περάσει στα ψιλά από δεινούς τυραννιστές των ευγενών προθέσεων.
Κι αν μια ή δυο φαρμακερές ατάκες τοξικών ανθρώπων “[σπάσουν] την πόρτα” της θλίψης σου, μη μείνεις εκεί. Άλλωστε το να σε συκοφαντούν και να σου φέρονται άδικα αποτελεί πολλές φορές κατάφωρο δείγμα του ότι εσύ προσωπικά δεν έπεσες στην ατομικιστική παγίδα να αδικήσεις και να τσαλαπατήσεις για να αναδείξεις το τομάρι σου, όπως συνηθίζεται στις κοινωνίες-ζούγκλες του σήμερα σε μεγάλο βαθμό. Μείνε σε όρθια στάση, ακόμη κι αν πονάει, ακόμη κι αν κάθε λεπτό σου φαίνεται πως θα ξεσπάσεις σε λυγμούς μπροστά στην ομήγυρη, επειδή σε πνίγει το δίκιο.

Οπλίσου γεμίζοντας τον εαυτό σου με θετικές σκέψεις

Σειρά, ωστόσο, έχει, αφού ξεμπροστιάσεις την τοξικότητα του ατόμου που στέκεται εμπόδιο στο αίσθημα εναρμονισμού σου με το σύμπαν, να βρεις τη δύναμη για την αποπομπή του. Ο δηλητηριασμός που επέφερε στην ατμόσφαιρα έχει πια γίνει αισθητός από την πλειοψηφία των γύρω σου· αλλά ακόμη κι αν επιμένουν να βλέπουν δημόσιες σχέσεις και χρήσιμες συμμαχίες εκεί που εσύ αισθάνεσαι πόνο και καταπίεση, μπορείς να τους μιλήσεις με ειλικρίνεια και να φερθείς υπηρετώντας τον προσωπικό κώδικα καλής θέλησης που σε διακρίνει. Με άλλα λόγια, μη δίνεις σημασία και μην αναλώνεσαι σε αρνητικές σκέψεις και συζητήσεις για το πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς και για το πόσο αδικημένος νιώθεις. Μείνε στην ουσία της πραγματικότητας που έζησες, και κυρίως: φούσκωσε ένα νοητό αερόστατο που θα πάρει μαζί του μια για πάντα τους τοξικούς ανθρώπους και κάθε ίχνος εμπειρίας μαζί τους.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Διαδρομές IV

η πικρή γεύση μιας υπόκωφης σύγκρουσης

Είναι η σκηνή που τα προκαλεί όλα, η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό του, τη στιγμή που ακόμη βρίσκεται στο θέατρο. Είναι η κορύφωση της απόλυτα τυπικής χωροταξικής επιθεώρησης, ενώ συνεχίζει να προσπαθεί να γνωριστεί με το χώρο που σε λίγες ώρες θα τον φιλοξενήσει. Τουλάχιστον όσο προλαβαίνει προτού μπουν μέσα οι υπόλοιποι μουσικοί, που βρίσκονται σε απόλυτη αναμονή πριν αρχίσουν να στήνουν, κι αυτός ο περιορισμένος χρόνος της κατά κάποιο τρόπο ηγετικής φιγούρας δραπετεύσει, όπως μέσα από το τρυπητό ενός νιπτήρα, μπροστά στον καθρέφτη, όπου δέχεσαι να παρατηρήσεις την αντανάκλασή σου (άλλωστε έχουν πολλά να γίνουν, αφού τίποτα δεν έχει ετοιμαστεί για την αποψινή συναυλία). Το κέντρο της σκηνής, αυτό για το οποίο συμβαίνουν όλα, δικαιολογεί κάθε κατάσταση, ακόμη κι αυτές τις σκοτεινές αναμνήσεις, στις οποίες άθελά του, όπως και πολλές άλλες αναπόδραστες στιγμές, δεν του μένει τίποτε άλλο παρά να επιστρέφει.


Είναι γνωστή η έμφαση με την οποία μιλούν όλοι για τα λάθη της νιότης. Ένα, όμως βασικό χαρακτηριστικό της έβρισκε ο ίδιος πάντα πιο βασικό, κι ας μη φαινόταν να κεντρίζει κανένα σε τέτοιο βαθμό. Η ώθηση του εγωκεντρισμού, εκείνο το πράγμα μέσα σου που σε σηκώνει από το κρεβάτι κάθε πρωί, γιατί ελπίζεις πως ήρθε η μέρα που θα χτίσεις τη δική σου ζωή, πως θα δομήσεις έναν εαυτό ενάντια στις συνέπειες οποιουδήποτε άλλου· αυτό θεωρούσε το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό οποιασδήποτε νιότης, όπως και της δικής του. Ήταν όμως ταυτόχρονα και μια κατάρα που μπορούσε να σε ωθήσει να διαλύσεις μια πραγματικότητα, μια φιλία ή μια σχέση χωρίς γυρισμό.
Θυμόταν τον καβγά με την τότε κεφαλή του πρώτου συγκροτήματος, στο οποίο συμμετείχε ποτέ· αυτόν που όλοι νόμιζαν πως ήταν τρικούβερτος και με ανεκδιήγητες συνέπειες για κάθε πλευρά και πως είχαν πέσει κεφάλια. Μπορεί να είχε βγει όντως κάτι αποφασιστικό απ' αυτόν, σκεφτόταν τώρα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι όπως τον παρουσίαζαν. Μάλλον μια εσωτερικευμένη τάση διαφωνίας ήταν παρά ο,τιδήποτε άλλο, έτσι τουλάχιστον το έβλεπε ο ίδιος τώρα.

Ένα προβάδικο, το πρώτο αληθινό ακατάστατό τους μέρος, κι όμως τόσο άθλιο, και παρ' όλα αυτά είχαν το σθένος να ελπίζουν όλοι τους πως εκείνο θα ήταν η βάση της επιτυχίας τους, το τραμπολίνο που θα τους εκτόξευε μια φορά για πάντα εκεί και τότε στον ουρανό της δόξας και της ευτυχίας. Μια μέρα που θεώρησε πως θα ήταν η πιο ανοιχτή και τυχερή της ζωής του είχε αποφασίσει να δείξει επιτέλους στους άλλους τα στιχάκια που από καιρό, για να μην υποδείξουμε χρόνια, έγραφε (γιατί μπορεί να ένιωθε σύντροφος μαζί τους σε όλα, όμως πάντα υπάρχει ένας εαυτός που δεν προσφερόταν για να τον δείξεις). Αυτή τη φορά στ' αλήθεια πίστευε πως δείχνοντας κάτι θα είχε να συνεισφέρει στο πνεύμα της ομάδας, γιατί τι άλλο είχε ένα συγκρότημα, αν τουλάχιστον για κάποιες ώρες της ημέρας δεν ξεχώριζε η ομαδική τους τάση (ένα από τα αλύπητα χαρακτηριστικά της νιότης, όπως τώρα από κάποια απόσταση βρισκόταν να την παρατηρεί ήταν η πλήρης εξιδανίκευση, όχι απλά όταν αισθάνεσαι ρομαντικός, αλλά όταν άθελά σου κάνεις και πράξη τα ιδανικά της ρομαντικής αφέλειας);
Δεν είναι αυτά, ρε φίλε, για μας” του απάντησε η αρχηγική τους φυσιογνωμία, ο φρόντμαν τους, έτσι όπως θα τον ονόμαζε τώρα, που άκουγε τότε στο Μαλαμάντρας, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο συνδυασμένο από όνομα παλιού Ισπανού κατάδικου και μια εύηχη παραλλαγή της σαλαμάνδρας, έτσι για να αποτυπωθεί η πεμπτουσία ενός ευγενούς καθάρματος. “Δεν το βλέπεις πως δεν ταιριάζει μ' αυτά που λέμε; Ο κόσμος περιμένει ταραχή, ανατροπή. Δε θα κάθομαι να τον ταΐζω λιβάδια.”
Και λιβάδια υπήρχαν όντως στα στιχάκια. Λιβάδια και γυμνοί ασυνόδευτοι καβαλάρηδες και μαυροφορεμένα κορίτσια με λυμένα μαλλιά. Αφού είχε εμφανώς επηρεαστεί από τη λογοτεχνία του φανταστικού που τότε διάβαζε. Τόσο έμπρακτη θυσία: τα προσωπικά σου ενδιαφέροντα για μια κοινωνική ανατροπή που δε φαινόταν στον ορίζοντα να μπαίνει από πουθενά.
Μπορούμε απλά να το δοκιμάσουμε”, επέμεινε, “κι ας μείνει στην άκρη. Δε σου είπα να το πάμε στο στούντιο. Δε σου είπα να το παίξουμε στον Κάμπο” (όπου Κάμπος το επόμενο φεστιβάλ όπου θα έκαναν support act. Μέλλον οικονομικών απολαβών της βραδιάς=απροσδιόριστο).
Φίλε, έχω σοβαρά θέματα στο μυαλό μου τώρα για να σκέφτομαι λιβάδια. Είμαι ταπί κι έχουμε ξεμείνει κι από τσιγάρα. ΘΑ ΜΟΥ ΕΞΗΓΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΩΡΑ ΠΩΣ ΘΑ ΤΗ ΒΓΑΛΩ ΧΩΡΙΣ ΛΕΦΤΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΣΙΓΑΡΑΑ;”, οι αγριοφωνάρες και ο στόμφος αδυναμίας του “φίλου” του ήταν πλέον κοινότυπες παρουσίες στη ζωή του ήρωά μας. Όμως αυτός ο ενικός. Αυτή η προσωποποίηση της επιθυμίας να τον ταΐζω, θα τη βγάλω είχαν πια αρχίσει να έχουν τον αντίκτυπό τους, κι ας ήταν περισσότερο μέσα παρά έξω (άλλωστε έξω τι μπορούσες να κάνεις, εκτός από το να στριγκλίσεις σε κάποια φάση τις χορδές; Κι αυτό άντε ο οποιοδήποτε να το συνειδητοποιήσει, αφού φαίνεται πως ο ίδιος παραήταν συνεσταλμένο παιδί για όλα τα υπόλοιπα). Κάποτε, όμως έρχεται πάντα η στιγμή που το θρυμμάτισμα αποκαλύπτει τη σάρκα και τα οστά του· και η αναντίρρητή του όψη είναι πλέον ένα γεγονός, που αδυνατείς να το αποστραφείς όσο κι αν προσπαθήσεις.

Απεικόνιση του μουσικού Ίαν Κέρτις των Joy Division σε γκράφιτι
Κι έτσι σιγά σιγά όλο αυτό το κυνηγητό της “άσεμνης δόξας”, ή ο τρόπος που σταδιακά άρχισε να βλέπει όλη αυτή την προσπάθεια του μόνου συγκροτήματος, στο οποίο είχε μέχρι τότε υπάρξει, να γίνουν οι αφεντιές τους γνωστές μούρες του αντεργκράουντ συρρικνωνόταν μέσα του λίγο λίγο, όλο και περισσότερο σε σχέση με αυτό που το μυαλό και η ψυχή του αποζητούσαν από τον ίδιο να γίνει μια μέρα.
Κι η αφορμή, έστω και κουτσή, μα αναπόφευκτη ήρθε μια από τις νύχτες, που αναγκασμένοι να διανυκτερεύσουν στις εστίες όλοι μαζί, αυτός κι ο ντράμερ και η πυγμή της δόξας τους (ο Μαλαμάντρας) και η κοπέλα του τελευταίου (μη φανταστείς, όχι τίποτε παραπάνω από το συνηθισμένο) στο δωμάτιο της στις φοιτητικές εστίες. Ήταν που ήταν αρκετό όλο αυτό, το να μη σε δέχονται ακριβώς γι' αυτό που είσαι, εκεί που προσπαθείς πια να κάνεις το κομμάτι σου κι εσύ, δε μπορούσε επιπλέον να αντέξει και τις μουγκές στριγγές από το διπλανό κρεβάτι, όπου διανυκτέρευε "με παρέα" η μεγαλειώδης μορφή που στοίχειωνε ακόμη και τα όνειρά του. Ακόμη κι αν δεν ήθελε τότε να το παραδεχτεί ούτε καν στον εαυτό του, ήθελε ο ίδιος να είναι το κέντρο, αυτός χωρίς τον οποίον δε γίνεται· αυτός, από τον οποίο εξαρτώνται όλα· αυτός που μπορεί να δίνει νόημα και υπόσταση στις ιδέες που μπορεί φευγαλέα να περνούν μπροστά από τα εφήμερα σύννεφα των άλλων.

Έρωτας-Θάνατος, σχέδιο της Τζίπσι Ράλεϊ

Ουδέποτε δημιούργησε θέμα ή πήρε μέρος στην οποιαδήποτε παρεξήγηση για όλα αυτά τα ζητήματα ανοιχτά. Μια από τις κλασικές αποτυχίες τους να πληρωθούν σε μια ασήμαντη εμφάνιση σε ένα χωριό του Κάμπου ήταν κι ο βασικότερος λόγος που έδωσε στους άλλους να καταλάβουν πως είχε ανάγκη να βιοποριστεί για να συνεχίσει τη ζωή του κάπου αλλού. Σε συγκρότημα ή όχι. Ή έτσι τουλάχιστον τους άφησε να πιστεύουν. Θυμόταν ένα ξημέρωμα που έδωσαν τα χέρια κι ήταν το τελευταίο· κι άκουσε κάτι σαν “καληνύχτα και καλή τύχη”, με όλες τις κοροϊδευτικές εκφάνσεις που θα μπορούσε να περιέχει.


Αυτά ανήκαν όλα στο παρελθόν. Και που να ήξεραν οι άλλοι πρώην συμπορευτές του, οι φαντασμένοι τι τους περίμενε στη συνέχεια, σκέφτεται τώρα· και που να ξέρω εγώ τι με περιμένει απόψε. Ένα κατάμεστο θέατρο, μια υποτονική παρουσία, μια ελλιπής προσέλευση, όλα περνούσαν από το ξάγρυπνο μυαλό του, ακριβώς την ώρα που κάποιος διαλέγει αποφασιστικά να μπουκάρει σταματώντας αυτή την αναπόληση τουλάχιστον προσωρινά.

Υ.Γ. Προηγούμενα μέρη: Διαδρομές Ι, Διαδρομές ΙΙ και Διαδρομές ΙΙΙ 
 
By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Διαδρομές ΙΙΙ

προηγούμενα παραστρατήματα

Το θέατρο όπου πρόκειται να παίξει απόψε βρίσκεται στη θέση του, στο ίδιο αρμόζον σημείο που το είχε βρει και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης επίσκεψης του. Ανελέητα χτυπημένο από παραστρατημένες ηλιαχτίδες της μέρας, που μόλις κατάφερναν να ξεμυτίσουν από τις βαριές κουρτίνες, που ψιθύριζαν τα χρόνια πάνω στις πλάτες τους, με τη μεγαλοπρέπειά του να στέκεται ανάμεσα στους ανθρώπους που διεκδικούσαν ακόμη την ταυτότητα του ντόπιου σ' αυτό το νησί: μια απομίμηση της Σκάλας του Μιλάνου στο απόγειό της. Οι τοιχογραφίες με τους μουσικούς μιας εποχής οριστικά περασμένης ήταν μονάχα το κερασάκι στην τούρτα σ' όλη αυτή την ατμόσφαιρα που μπορούσε να απολαύσει κανείς· και τώρα την απολαμβάνει ο ίδιος, ενώ στέκεται στη μέση της πλατείας κι αφήνει τα πρώτα συναισθήματα να τον κατακλύσουν. Η ευγνωμοσύνη στην τύχη, πάνω απ' όλα, και η ανακούφιση ότι δε χρειάζεται να βρεθεί σε κάποιον άλλο χρόνο και μέρος που ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι θα του πήγαιναν περισσότερο από αυτόν εδώ· το λιμάνι που ήλπιζε πάντοτε να τον κατευνάσει.
Φαντάζει ευνόητο η σκηνή αυτή να οδηγήσει σε ένα άλλου τύπου ξεκίνημα· στις μέρες εκείνες της αρχής που ελάχιστοι, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου, θα εκδήλωναν τη διάθεση να θυμούνται.

Το συγκρότημα Paws
Θυμόταν χαρακτηριστικά ένα βράδυ, πολύ παλιά, σ' ένα χώρο πολύ διαφορετικό από αυτόν εδώ (που με καμία δύναμη δε θα μπορούσε να θυμίζει θέατρο, όση επεξεργασία κι αν υπήρχε ποτέ η δυνατότητα να υποστεί), όπου με περισσό ρομαντισμό θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως είχε εγκαταλείψει ζωντανά κομμάτια της νιότης του (αν έψαχνε κανείς προσεκτικά πίσω απ' τα σανίδια ενδεχομένως θα μπορούσε να ανακαλύψει ακόμη στάλες από τον ιδρώτα και το αίμα που τον είχε αναγκάσει να χύσει, αφού τα αντικείμενα έχουν την ιδιότητα να μιλούν για τις ιδιαιτερότητες της ύπαρξής τους στο πέρασμα του χρόνου). Όλοι σχεδόν φαινόντουσαν μεθυσμένοι κι ότι είχαν ξεκάθαρα προγραμματίσει από πριν να αποφαίνονται «ναι», και να αλαλάζουν από ενθουσιασμό κάθε φορά που διέκριναν μια σειρά από νότες που φάνταζαν επαναλαμβανόμενες στα στενά εγκεφαλικά όρια που τους υπαγόρευε η συγκεκριμένη στιγμή. Κι όλο αυτό το είχε στήσει ο ίδιος και οι «φίλοι» του, που ψυχορραγούσαν αυτό το λεπτό από δημιουργία επάνω σ' ότι μπορούσε να χαρακτηρίσεις αυτοσχέδια σκηνή. Κι όλο αυτό, προς σεβασμό σε ιδέες που και ο ίδιος ακόμη, με την πρώιμη εικοσικάτι αυτοπεποίθηση, έβρισκε σκουπίδια.
Έτσι δε θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε”, είχε εκφράσει με την κατά βούληση ήπια χροιά της φωνής του στις πιο υπαρξιακές στιγμές του συγκροτήματος· άσχετα που τα ανοιχτά στόματα πάνω στη βαριεστημένη έκφραση των άλλων του είχαν αποκλείσει κάθε ελπίδα συνεννόησης. Και στο κάτω κάτω τι τους ήταν, δηλαδή; Ο προσωρινός αντικαταστάτης κιθαρίστας που είχαν προσλάβει για να τους εξασφαλίζει το φόντο της Τέταρτης-Πέμπτης-Πρώτης στο εργάκι που είχαν στήσει για τον εαυτό τους αναμένοντας κι αντλώντας ευχαρίστηση από την απόληξή του κάθε βράδυ. Τουλάχιστον ο καθένας κατέληγε επαρκώς «ποτισμένος», με παρέα ή χωρίς (καμιά φορά το σκοτάδι σ' αυτά τα μέρη έκανε τα θαύματά του) στο σπίτι του για ύπνο στο τέλος της βραδιάς.

Το συγκρότημα Made Violent

Όμως, ο ίδιος δε βολευόταν (και το ήξερε ήδη καλά πως ήταν το βαθιά εδραιωμένο σύστημα του εαυτού του που δε βολευόταν). Δε βολευόταν με τα χαλασμένα ποτά, που ως αντιπροσωπευτικά εργαλεία της οικοδεσποσύνης έπρεπε όλοι τους να προσκυνήσουν, δε βολευόταν με την ατμόσφαιρα, που τους δινόταν απόλυτα συγκεκριμένη να απογειώσουν, με τις γωνίες που έσταζαν καπνό και ιδρώτα. Δε βολευόταν με τα βαμμένα αγέρωχα πρόσωπα των κοριτσιών, με τους μοϊκανούς και τις τυχαία βαμμένες τούφες, που επέμεναν να βρίσκονται στο κοινό τους, ένα πακέτο που οπωσδήποτε κάπως έπρεπε να περιέχει καρφιά στην αμφίεση. Δε βολευόταν, γενικώς, κι έτσι γινόταν όλο και συχνότερα αυτός που δεν είχε παρέα να γυρίσει στο σπίτι το βράδυ, συν του ότι έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε σπίτι να γυρίσει. Ήταν οι πρόχειρες διανυκτερεύσεις εκείνου του καιρού, σε σπίτια όποιου σταθερού φίλου εμφανιζόταν επαρκώς φιλόξενος κι εύκαιρος, οι στιγμές ανοίκειας θερμότητας (ή ψυχρότητας, ανάλογα με το σκηνικό!) ακριβώς πριν τη ζαλάδα που αδημονεί να σε βυθίσει στον ύπνο· η κενότητα και η μυρωδιά της κατάστασης που για τον ίδιο είχαν χρωματίσει την εικόνα ολόκληρης της εποχής.

Πάμπλο Πικάσο, Το Γεύμα του Τυφλού

Με δεδομένο ότι το ήξερε πόσο περιθωριακός αισθανόταν θα έπρεπε να τον ξενίζουν οι παραπάνω διαπιστώσεις, ακριβώς γιατί πόσο πιο περιθωριακός ανάμεσα στις φιγούρες του περιθωρίου μπορούσες να αναδειχθείς; Υπήρχαν στ' αλήθεια περιθωριακότεροι του περιθωριακού, κάτι σαν ερημίτες αποκομμένοι, αλλά που απολάμβαναν σεβασμό από την υπόλοιπη υποομάδα (έναν-δυο με μούσια και για πολλούς αιώνες ακούρευτα κι αχτένιστα μαλλιά είχε υπόψη του), και μήπως στην πραγματικότητα ήταν ένας απ' αυτούς που απλά δεν είχε ακόμη το θάρρος και τη θέληση να το εκδηλώσει; Ή η ψυχή του βρισκόταν ταγμένη στην άλλη πλευρά, την κυρίαρχη, την εχθρική προς κάθε τι παρεμβαλλόμενο και, τώρα που είχε έρθει η στιγμή να το εκδηλώσει, φοβόταν με κάθε μόριο της υλικής και της ανείπωτης ύπαρξής του; Άλλως πως να δικαιολογήσεις την αποστροφή του για ιδέες ατημέλητων κουρεμάτων.
Όλα αυτά ήταν δικαιολογίες· ήξερε με μαθηματική ακρίβεια που οδηγούσαν. Σε κάθε σχέση μεταξύ ατόμων σε μια ομάδα μπορούσες να καταλάβεις ότι κάπου κάποιος θα τραβούσε μια γραμμή· θα πρόβαινε σε τέτοιο είδος παράβασης ή ζημιάς που θα ξεχείλιζε το ποτήρι. Για τη συγκεκριμένη στιγμή, ήξερε πως ακριβώς σ' αυτό το σημείο βρισκόταν.

Υ.Γ. Προηγούμενα μέρη: Διαδρομές Ι και Διαδρομές ΙΙ

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Η Κατάθλιψη της Κυριακής

Για άλλη μια φορά με αφορμή παραίνεση κάποιου από εσάς. Συχνά οι σιωπηλές μέρες ή οι μέρες από τις οποίες δε θυμόμαστε κάτι που μοιραστήκαμε με κάποιους άλλους είναι και αυτές για τις οποίες μιλάμε λιγότερο. Αυτές ακριβώς τις Κυριακές της αφάνειας θα μνημονεύσω σ' αυτήν εδώ την ανάρτηση· κι ευελπιστώ πτυχές που όλοι έχουμε ζήσει να αποτυπωθούν αντιπροσωπευτικά.
Η Κυριακή εξ ορισμού είναι η μέρα που ο καθένας μας μπορεί -όταν μπορεί- να αφιερώνει στον εαυτό του. Η μέρα που, όταν τουλάχιστον αυτό είναι απολύτως εφικτό για πολλές ψυχές του κόσμου, δε χρειάζεται να πάει στη δουλειά του γιατί το θέμα των προς το ζην του έχει ήδη ρυθμιστεί από τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας. Που μπορεί να καθίσει και να σκεφτεί τι του αρέσει σ' αυτό τον κόσμο τόσο απόλυτα και τι τον προβληματίζει. Να βγάλει ένα συμπέρασμα για το αύριο και τουλάχιστο να προετοιμαστεί να υποδεχθεί τη γεμάτη εβδομάδα που έρχεται, με διάθεση ικανή να αγκαλιάσει από τα δυσχερώς ανεκτά και συνηθισμένα, ως κάθε καινοτόμα λεπτομέρεια, που μπορεί να παρουσιαστεί στο δρόμο του θεόσταλτα κι αιφνιδίως.

Ντάι Χούιν, Η Αποστολή του Μπλε Φεγγαριού
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη της Κυριακής. Αυτή του απελπιστικά άδειου ποτηριού. Αυτή της διαπίστωσης πως είσαι μόνος στη διάρκεια μιας ταινίας ταυτόχρονα με την παντελή απουσία οποιουδήποτε να μοιραστεί τον πόνο σου. Τη διάρκεια του χουζουρέματος, την ξαφνική ανακάλυψη του τραγουδιού που πολύ παλιά είχες ακούσει και συνεχώς έψαχνες, ένα μεσημεριανό ύπνο με αξιώσεις διαρκείας κι ένα απόγευμα-βράδυ σε αναμονή κάποιου απροσδιόριστου γεγονότος που βαθιά μέσα σου πάντα ήξερες ότι θα έρθει, παρ' όλο που η αίσθηση μομέντουμ μέσα σου αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς είναι.
Είναι η μέρα της σιωπής. Η μέρα που μπορείς να βγεις στους δρόμους της μικρής πόλης όπου κατοικείς και να μη σε πάρει είδηση κανείς, ακόμη και να σε αφήσει ηθελημένα να τριγυρίζεις αισθητά απαρατήρητη, αν σε δει, από φόβο μην τρομάξει την απόλυτη ησυχία και παγωμάρα της ημέρας. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ίσως φταίει η κρίση που κάποιο είδος χαράς μοιράσματος της εβδομαδιάιας αργίας έχει άτυπα καταργηθεί ή ασυνείδητα κατακεραυνωθεί. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως η μετακρισιακή πραγματικότητα και η στενοχώρια της μπήκε μια μέρα σαν κομψή, άτολμη, αθόρυβη κυρία κι έκλεψε το μοναδικό ανεπανάληπτο γεγονός αυτής της μέρας από τη ζωή μας.
Είναι η μέρα που στα σπίτια πολλών δεν είσαι -έτσι κι αλλιώς, πλέον- ευπρόσδεκτη. Μπορεί να μονοπωλούν το ενδιαφέρον σου την ώρα που περπατάς, μεσημέρι πια, στους επαρκώς φαρδείς συνοικιακούς δρόμους της πόλης, με τα Κυριακάτικα γαστρονομικά αχνίσματα και τις παιδικές μυρωδιές τους· ωστόσο η κυρίαρχη κουλτούρα μας στους σινγκλς το θέτει απολύτως ξεκάθαρα. Από τη στιγμή που αποφάσισες -άσχετο αν στην τελική ήταν ξεκάθαρα απόφαση δική σου- να είσαι μόνος σου, βρες έναν τρόπο να λουστείς μια τέτοια μέρα. Να την αξιοποιήσεις τελοσπάντων -κάπως ωραιοποιώντας το- όπως θέλεις εσύ.
Ο σωστός τρόπος να σκέφτεσαι, βέβαια, είναι πως, ακριβώς εκεί που ατενίζεις το ιδανικό, συχνά ο καθένας είναι χωμένος στη δική του μονότονη και μοναχική πραγματικότητα. Πολλές φορές το «μαζί» που σου καταμαρτυρούν και που την ίδια στιγμή νιώθεις πως σου καταληστεύουν -επειδή δικαιωματικά με κάποιο τρόπο έπρεπε να σου ανήκει- είναι απλώς μια αφορμή για κάτι επιδερμικό ή η προσπάθεια να αναστήσουμε ή να ζήσουμε κάτι που δεν υπάρχει. Δυστυχώς δεν υπάρχει κολακευτικός τρόπος να το αναγνωρίσεις αυτό· καθώς ούτε και να αποφύγεις οριστικά τη διαιώνισή της αναμάσησής της πιθανότητας για ύπαρξή του.
Μπορείς, ωστόσο, όχι να πιέσεις τον εαυτό σου να σηκωθεί και να προβεί στα καθημερινά όπως, έτσι κι αλλιώς, θέλοντας και μη, κάνεις έξι μέρες την εβδομάδα. Μπορείς, για παραπάνω από μια στιγμή, να ανασύρεις σκέψεις που αποθήκευες όλη την εβδομάδα για να ξαναπιάσεις από την αρχή· ή να ριχτείς πρόθυμα στις δραστηριότητες που λόγω έλλειψης χρόνου είχες αόριστα μεταθέσει για αργότερα. Μπορείς να πιάσεις κυριολεκτικά ή/και μεταφορικά μια ευκαιρία με διάθεση να αποκαλύψεις τι είναι αυτό που στ' αλήθεια έχει να σου προσφέρει, ειδικά αν πρόκειται για κάποιο άλλο συνάνθρωπο το «είναι» του οποίου έχεις φτάσει να εκτιμάς. Οτιδήποτε κι αν ιδιόχειρα αποφασίσεις, κρίνεται χρήσιμο να σκέφτεσαι πως είναι σε σημαντικό βαθμό στο χέρι σου να μην αφήσεις άλλη μια «ελεύθερη» μέρα να εκπνεύσει οριστικά χαμένη.

Ντάι Χούιν, Τοπία Ονείρων κι Εφιάλτες
Το νόημα της Κυριακής μπορεί να μοιάζει άνοστο και μελαγχολικό, μα ακόμα σε περιμένει. Μοιράσου κάτι με κάποιον άλλο ή γνώρισε λίγο καλύτερα τον εαυτό σου: πάντως πάρε μια για πάντα κι επιτέλους στα χέρια σου την Κυριακή σου.



By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Διαδρομές ΙΙ

  απομάκρυνση-αναπολώντας τη Σόφι

Είχε καθίσει πίσω στο βαγόνι, όπως ούτως ή άλλως συνήθιζε, κι αφήσει λίγες στιγμές να περάσουν, ώσπου ν'αρχίσουν να εναλάσσονται με περισσότερη δύναμη τα τοπία· για να αποκρυσταλλωθεί μέσα του η στιγμή. Ύστερα πήρε το σημειωματάριο που του είχε γίνει συνήθεια τελευταία να κουβαλάει συνέχεια στην τσέπη του σακακιού του, που εμφανώς αψηφούσε τις άγριες διαθέσεις των καιρικών συνθηκών των μερών που είχε αρχίσει να περιδιαβάζει. Όλα του φάνηκαν πολύ εύκολα τότε και δεν υπήρξε όριο σ' αυτά που έγραφε κι ήταν ένας τρόπος πολύ απλά να τα λέει στον εαυτό του, αδιαφορώντας για ο,τιδήποτε άλλο. Αυτό τουλάχιστο γιατί του ήταν εύκαιρο να σκεφτεί πως ίσως δεν υπήρχε καμία ρεαλιστική περίπτωση να τον ακούσει να βγάζει από το στόμα του τραγουδιστά αυτές τις λέξεις. Αλλά απέφυγε αυτή τη σκέψη χωρίς να χρειαστεί να επιμέινει στον εαυτό του πως δεν την είχε ξανασυναντήσει. Το μόνο που μετρούσε τώρα ήταν να πει ακριβώς αυτά που ένιωθε κι έβλεπε τώρα για εκείνη τη στιγμή, η γεύση της οποίας κρατιόταν καλά ακόμη μέσα στο μυαλό του· κι οι ομοιοκαταληξίες που του κατέβηκαν δεν ήταν άσχημες. Σκέφτηκε τότε: «αυτός είναι ο τρόπος» και πως σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση του δινόταν η ευκαιρία να αποδώσει αυτό που μόλις είχε νιώσει ως αποτέλεσμα αυτού που μόλις είχε συμβεί, θα ακολουθούσε ακριβώς την ίδια ή παρόμοια μέθοδο.

Οι Αυθεντικοί Να Είσαι Άγριος και να Περιπλανιέσαι & ΣΙΑ, Ταξιδεύοντας με τρένο
Στην πραγματικότητα, ο αποχωρισμός δεν έλεγες πως απολάμβανε ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Στο Ντίσελντορφ είχε δεχτεί να φιλοξενηθεί από ένα μακρινό ξάδερφό του· γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως δε θα εξαντλούσε τις δυνάμεις του εκεί. Ήταν έτσι κι αλλιώς ένα ταξίδι χωρίς συγκεκριμένη ιδέα προορισμού βασικά, που θα σημαδευόταν καθοριστικά μόνο από οτιδήποτε θα διατηρούσε την ιδιότητα να συνεχίσει να του προκαλεί το ενδιαφέρον ως το μέρος που θα αποφάσιζε ξαφνικά οριστικά να μείνει ή τη μέρα του γυρισμού του.
Η Σόφι, ωστόσο, δεν ήταν άτομο που μπορούσες να της αντισταθείς, παρ' όλο που γενικότερα δε μπορούσε να πει πως ήταν ειδικευμένος στη ζωή να αντιστέκεται. Η Σόφι ήταν ένα άτομο που θα της έδινες αυτό που σου ζητούσε την πρώτη στιγμή που σε κοιτούσε με επιθυμία· αλλιώς κινδύνευες να αψηφήσεις τη ζωή σου ή να νιώσεις χτηπημένος από κάτι.
Ή τουλάχιστον έτσι ένιωσε εκείνο το βράδι, που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αποκορύφωμα της γνωριμίας τους (σε κανέναν δε θα αρνιόταν πως μπορεί εξ ολοκλήρου η φυσιολογία της νύχτας να τον έκανε να αισθανθεί ή έστω να φανταστεί πως αισθάνθηκε αυτά τα πράγματα, γιατί πότε μπορούσες να είσαι σίγουρος για την αληθινότητα του αληθινού;). Τότε που είχαν πάει κάμπινγκ τέσσερα σώματα μεταμφιεσμένα σε δυο ζευγάρια. Ήταν από αυτές τις στιγμές της νιότης που ήταν προκαθορισμένο ότι θα ζούσες, άσχετα αν τελικά θα κατάφερνες να τις κάνεις δικές σου.
Είχε κλασικά γίνει κάτι, κι ο ξάδερφος του με την άλλη κοπέλα είχαν προσποιηθεί πως πηγαίνουν βόλτα – υπήρχε ξεκάθαρα η πρόφαση πως κάθε δυάδα ήθελε να μείνει μόνη της.
Εκεί η Σόφι άρχισε να σκαλίζει -τι το ήθελε;- τον πυρήνα της ζωής του. “Γιατί ταξιδεύεις;”, τον ρώτησε ευθέως, αρνούμενη συνειδητά να αποτραβήξει το βλέμμα της από πάνω του.
Είναι απαραίτητο να αλλάζεις παραστάσεις πού και πού”, απάντησε αυτός, όλο νόημα, “κι ύστερα σε κουράζει να βλέπεις τους ίδιους και τους ίδιους ανθρώπους. Βαριέσαι θανάσιμα χωρίς να θέλεις να τους πεις τα λάθος πράγματα. Εγώ φυσικά έχω ήδη πει πολλά τέτοια”, και κοίταξε το άπειρο ή αλλιώς τη μορφή του αποτυπωμένη στην ημιτελή σελήνη που έφεγγε μελλοντικές φαντασιώσεις και ικεσίες.
Δηλαδή, σα να λέμε κάνεις ένα διάλειμμα”, αποφάνθηκε το κορίτσι, που ακόμη δεν είχε δείξει εμφατικά να καταλαβαίνει.
Από τον προηγούμενό μου εαυτό. Επ' αόριστον”, είπε μ' ένα χαμόγελο λες και του είχε έρθει ξαφνικά να απαγγείλει ένα σωρό αγαπημένα του ποιήματα. Στ' αλήθεια, τα ένιωθε αυτή τη στιγμή να έρχοται στο στόμα του κιόλας, αδυνατώντας να καταλάβει αν ήταν η νύχτα ή αυτός ο ίδιος που είχε φταίξει γι' αυτή την απροσδιόριστη μυστικιστική διαπροσωπική μαγεία του μοιράσματος.


Εκείνο το βράδυ του ήρθε κι έπαιξε, ίσως όχι μόνο για τη Σόφι, αλλά σίγουρα για τη Σόφι· όχι για να δικαιολογήσει την κιθάρα που είχε φέρει μαζί του, τη στιγμή που άλλα, θεωρητικά πιο απαραίτητα προσωπικά είδη δεν τον απασχολούσαν. Έπαιξε για εκείνη τη στιγμή, τουλάχιστον έτσι έβγαιναν από μέσα του οι λέξεις, όπως καταλάβαινε την κατάσταση· και σε μεγάλο βαθμό αισθανόταν πως και η Σόφι καταλάβαινε, πως έπιανε ακριβώς το ρυθμό της στιγμής: κάτι που μόλις είχε αρχίσει να συμβαίνει που παρόμοιό του δεν υπήρχε περίπτωση στην ιστορία των ανθρώπων και των πραγμάτων να ξαναγεννηθεί. Εκείνη είχε μια ήπια αντίδραση, κάτι τελείως ανοίκειο σε σχέση με τις κραυγές και τα έντονα σχόλια που είχε συνηθίσει σε μια ασφυκτική αίθουσα μικρού αριθμού ατόμων, όπου οι περισσότεροι ξέρουν το μικρό σου όνομα κι όμως δε φαίνεται να νοιάζονται καν για την ύπαρξη πραγματικού κέντρου του γεγονότος.
Κάπου εκεί ανάμεσα στην έξαψη, εξαιτίας της πραγματικής παρακολούθησης, και στο τέλος του μικρού ρεσιτάλ πρέπει να ήταν που εκείνη έκανε την κίνηση -μια κίνηση που γινόταν πιο έντονη εξαιτίας του εμφανούς της προτεταμένης τάσης των μελών της, κι όλα αυτά μέσα στη νύχτα- κι έπιασε το χέρι του· τον πρόλαβε, δηλαδή πριν ανάψει τσιγάρο που ήταν η δεύτερη φύση του, και είχε το θετικό να σε βγάζει πάντα από την αμηχανία, να σε βγάζει από τη θέση να σκεφτείς ποια ήταν η επόμενή σου κίνηση, ειδικά σε κάτι τέτοιες στιγμές όπως αυτή εδώ. Και υπήρχε γύρω τους ένα είδος ανθρώπινης αίσθησης που μεταδίδεται με τον αέρα, όσο το κρύο της νύχτας είχε ξεκάθαρα εγκατασταθεί.


Σ' όλα αυτά προσπαθούσε να ανατρέξει η μνήμη του με λεπτομέρειες, αλλά η μοναξιά που αισθανόταν στο τρένο, ειδικά τώρα, που σχεδόν όλοι οι συνεπιβάτες είχαν αποκοιμηθεί από ανυπομονησία λόγω υπερβολικής αίσθησης προσανατολισμού, που τώρα συνειδητοποιούσε πως του ήταν ανεκτίμητη. Κάτι που χρειαζόταν οπωσδήποτε για να οπλιστεί στη διαδρομή του για την επόμενη αντιμετώπιση του έξω κόσμου: όλα αυτά τα μάτια του κοινού που σε κοιτούσαν με την εξωπραγματική αίσθηση ότι ακριβώς εξαιτίας αυτού που είσαι, σίγουρα θα τους έχει απομείνει κάτι να απομυζήσουν. Έκλεισε το σημειωματάριο και κοίταξε έξω, όπου παρά τη συννεφιά, ένιωθε το αιώνιο φως που έλουζε τα πράγματα να πέφτει στη φύση και πιο πολύ στην ψυχή του.
  
Υ.Γ.: 1ο ΜέροςΔιαδρομές Ι

By Μαρία Γώγογλου