Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητικές Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητικές Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Καρυωτακικοί Σταθμοί

Η ζωή ενός ποιητή ίσως να φαντάζει στους πιο πολλούς περισσότερο πληκτική παρά ενδιαφέρουσα· αυτό ακριβώς σκέφτηκα όταν διάβασα πως ο Καρυωτάκης, μια τηλεοπτική σειρά για τη ζωή του ομώνυμου Έλληνα ποιητή και τη θυελλώδη σχέση του με την ποιήτρια και λογοτέχνη Μαρία Πολυδούρη έμελλε να είναι η τελευταία παραγωγή του είδους που έχει να επιδείξει η ελληνική κρατική τηλεόραση, μιας και το συγκεκριμένο εγχείρημα δε στέφθηκε με υψηλά νούμερα=δάφνες επιτυχίας. Για μένα, ωστόσο, η σειρά, που έστω και καθυστερημένα αποφάσισα να δω, ήταν ένας τρόπος προσέγγισης του έργου του ποιητή μέσα από τη διαδρομή της ζωής του, τις αλληλεπιδράσεις και την εξέλιξη της προσωπικότητάς του.


Η σειρά ξεκινά αντίστροφα, με το τραγικό δηλαδή τέλος του ποιητή, που είναι σε όλους γνωστό: εντατική προσπάθεια για πνιγμό, αποτυχία, και τελικά αυτοπυροβολισμός μόλις στα 32 του χρόνια. Τι μπορεί να οδήγησε μια από τις χαρακτηριστικότερες, εναργέστερες φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και συνάμα έναν συνειδητοποιημένο ευαίσθητο επαγγελματία στο τέλμα, ενώ διένυε μια από τις πιο ενεργητικές, θα λέγαμε, φάσεις της ζωής του; Η απάντηση δίνεται σταδιακά στα είκοσι επεισόδια της σειράς, καθώς ο θεατής αρχίζει να αποκτά μια γεύση των σημαντικότερων σταθμών της ζωής του.
Γόνος οικογένειας βασιλικών με αθηναϊκή καταγωγή, ο μελετηρός κι ευαίσθητος νέος Κώστας Καρυωτάκης (Δημοσθένης Παπαδόπουλος) ολοκληρώνει χωρίς εμπόδια ή καθυστερήσεις τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών. Με εφόδιο το πτυχίο του, αλλά και τις ξένες γλώσσες που γνωρίζει διορίζεται νομαρχιακός υπάλληλος· μα άλλοτε οι μεταθέσεις στην επαρχία, κι άλλοτε η αδυναμία να εξασφαλίσει οριστική απαλλαγή από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις σκιάζουν τα πρώιμα χρόνια της ποιητικής του πορείας, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είναι αποφασισμένος να το γλεντήσει σε διάφορων ειδών περιπλανήσεις με φίλους του, όσο τουλάχιστον αυτό είναι δυνατό. Μετά την έκδοση των δυο πρώτων του συλλογών, που λογίζονται ως αδιάφορες σχεδόν από το σύνολο των παραγόντων των λογοτεχνικών πραγμάτων του καιρού του, ο Καρυωτάκης μετατίθεται επιτέλους στη Νομαρχία Αθηνών, σε κάποιο κοντινό γραφείο της οποίας κάποια Μαρία Πολυδούρη (Μαρία Κίτσου), με καταγωγή από την Καλαμάτα, που σπουδάζει Νομικά, εργάζεται επίσης αδημονώντας για την έμψυχη εμφάνιση του μεγάλου έρωτα.


Οι δυο ποιητές συναντιούνται κι ερωτεύονται, αλλά αυτό που ξεκινά μεταξύ τους φαίνεται προδιαγεγραμμένο να καταλήξει, όσο προορισμένο κι αν αισθάνεται κανείς πως ήταν να ξεκινήσει. Η Μαρία ανοίγει στον Κώστα την καρδιά της, προσπαθώντας να τον γοητεύσει με κάθε εκατοστό γνώσης και θελκτικότητας του κορμιού της, και πράγματι! Οι δυο τους μοιάζουν το τέλειο ζευγάρι, μέχρι που ο θεατής αντιλαμβάνεται τα πρακτικά εμπόδια που αρχίζουν να ανατέλλουν φράζοντάς τους το δρόμο: οι άλλοι υπάλληλοι της Νομαρχίας αρχίζουν να σχολιάζουν τα σούρτα φέρτα στα γραφεία του ενός και του άλλου, καθώς και τα νυχτοπερπατήματά τους· ένας παλιός, μα εγκαταλειφθείς έρωτας της Μαρίας, που διατελεί πλέον νομάρχης, προσπαθεί να τους κάνει τη ζωή δύσκολη, όσον αφορά τα καθήκοντα που εκτελούν· οι γονείς του Καρυωτάκη του ξεκαθαρίζουν πως δεν επιθυμούν να έχει καμία σχέση μ' αυτήν την ξέφρενη, ελευθεριάζουσα γυναίκα, παρά το γεγονός πως ούτε στο χιλιοστό δεν τη γνωρίζουν. Όλα αυτά εν μέσω μιας από τις πιο ταραχώδεις περιόδους για το ελληνικό έθνος: της οικτρής αποτυχίας των επεκτατικών πολιτικών στη Μικρασία, της κατατρόπωσης του ελληνικού στρατού, καθώς και του κατακλυσμού σύσσωμου του ελλαδικού χώρου από κατοίκους των μικρασιατικών περιοχών κι όχι μόνο, που παίρνουν πια οριστικά το δρόμο της προσφυγιάς.
Δε χρειάζεται να πούμε πως, όπως πολλές άλλες ελληνικές σειρές που προβλήθηκαν πάνω κάτω την ίδια περίοδο με τη συγκεκριμένη, είναι αδύνατο να πούμε πως μιλάμε για καλλιτεχνικό δείγμα άξιο για σειρά από διακρίσεις. Είναι φορές που το σενάριο μοιάζει αστείο στα στόματα των ηρώων, που, εξαιτίας της περιορισμένης διάρκειας της σειράς, οφείλουν να τα πουν όλα τα σχετικά με τις δραστηριότητές τους καλύπτοντας σειρά ετών, ώστε να μη μείνει ο θεατής ανενημέρωτος σχετικά με οποιαδήποτε προσωπική τους, αλλά και κοινωνική εξέλιξη. Στα θετικά, ωστόσο, αξίζει κανείς να υπερθεματίσει για τις ερμηνείες, ιδιαίτερα των δυο πρωταγωνιστών που, συχνά, με τη στάση του σώματός τους και μόνο αιχμαλωτίζουν στοιχεία των προσωπικοτήτων που αποπειρώνται να αναπαραστήσουν. Οι απαγγελίες ποιημάτων και οι αναγνώσεις επιστολών των δύο ποιητών παράλληλα με την προβολή γεγονότων που αποτέλεσαν αφορμή για τη δημιουργία των εν λόγω κειμένων συγκινεί και κλέβει τις εντυπώσεις, παράλληλα με τις ερμηνείες τους. Χωρίς βέβαια να φαίνεται δυνατό να παραλείψει κανείς την αποτύπωση των αξιών και των κοινωνικών κανόνων της εποχής μέσα στην οποία οι δυο πρωταγωνιστές κινούνται. Στερεότυπα που η Πολυδούρη λατρεύει να αψηφά, την ίδια στιγμή που ο Καρυωτάκης νιώθει τρομερή αδυναμία να μην αφεθεί στη δίνη τους, είτε όσον αφορά την ποίηση και τον επαγγελματικό στίβο, είτε την προσωπική του ζωή.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες. / Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη, / στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει, / μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.”

Θα ήταν ωραίο να μπορούσα να τελειώσω αυτή την ανάρτηση σε αισιόδοξο τόνο. Είναι δεδομένο, ωστόσο, πως αφενός θα ήταν αποπροσανατολιστικό να γράψει κανείς για την πορεία ενός ποιητή, όπως ο Καρυωτάκης, σε αποστομωτικά ευχάριστο τόνο, ειδικά έχοντας διατρέξει το ποιητικό έργο, αλλά και τα περιδιαβάσματα των τελευταίων χρόνων της ζωής του· κι αφετέρου γιατί ένα γραπτό μπορεί να διεκδικήσει σοβαρό μερίδιο αξίας, μόνο αν ο γράφων προσπαθήσει να προβεί επαρκώς αντιπροσωπευτικός όσον αφορά της ταλαιπώριες των σύγχρονων ρυθμών ζωής. Η μοναξιά και η ματαιοπονία των επαγγελματικών διεκδικήσεων, η πλήξη και η ρουτίνα εξαιτίας μιας μονότονης καθημερινής επανάληψης, αλλά και μια σειρά από κοινωνικές παγίδες, που απλώνουν σταθερά τις δαγκάνες τους αργά κι ανεπαίσθητα από την παιδική σου ηλικία, κι εξαπλώνονται σταθερά αποδεικνύουν πως δεν είναι τελείως άστοχο να θεωρήσει κανείς εν μέρει καταδικασμένη την ανθρώπινη ύπαρξη. Αν συνυπολογίσουμε όλα τα παραπάνω μας μένει ελάχιστος χώρος να ξεφύγουμε, όπως τουλάχιστον το έβλεπε στα ώριμα χρόνια του ο ποιητής, αναθεματίζοντας αυτή τη ματαιότητα, αλλά αδύναμος να αρνηθεί πως κινούνταν συνεχώς στα γρανάζια της. Με αυτά τα πανανθρώπινα μηνύματα η ποίησή του φτάνει στην εποχή μας ατόφια, αντιπροσωπεύοντας την ακρίβεια και το λυρισμό που μπορεί στα παραπάνω θέματα να αποδώσει κανείς κρατώντας με σύνεση τις αποστάσεις του από την επιρρέπεια στην ενσυναίσθηση και το μελόδραμα.
Ο Καρυωτάκης είναι μια σειρά που μας θυμίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης μέσα από την προσπάθεια ενός ανθρώπου να αλλάξει πράγματα στην Ελλάδα της παγίωσης και της γραφειοκρατίας του παρελθόντος. Όσο κι αν το θέμα ακούγεται ρετρό, αξίζει να δώσετε στο σίριαλ μια ευκαιρία· ακόμη κι αν είναι μόνο για τις δυνατές συναισθηματικές στιγμές που η προβολή του υπόσχεται. 

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Παραλλαγές του Νου και Καβαφική Μνεία

Κάποιες ποιητικές συλλογές κρατούν διαρκή συντροφιά ανά τα χρόνια· και κάποιος μπορεί να τις επισκέπτεται επανειλημμένα ανακαλύπτοντας αμέτρητες φορές τα μοναδικά κρυμμένα νοήματα που μπορεί να βρίσκονται εκεί μόνο γι' αυτόν (δε χρειάζεται, ασφαλώς, να πούμε πως αυτό δε συμβαίνει μονάχα με τις ποιητικές συλλογές!). Η ποιητική τέχνη του Κωνσταντίνου Καβάφη συγκεκριμένα, εκτός από το γεγονός ότι αποτελεί απαραίτητη στάση για όποιον ενδιαφέρεται για την ελληνική ποίηση, αποτελεί υπόδειγμα γραφής για την απλότητά της· κι είναι πραγματικά εντυπωσιακό το τι μπορεί κανείς ιδιοσυγκρασιακά να ισχυριστεί πως έχει χωρέσει εκεί μέσα. Σε παρόμοιο σχόλιο μπορεί κανείς να προβεί και για τα παρακάτω, εγγενή της δικής μου σκέψης και προερχόμενα από γνωστά ποιήματά του:



Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη / θ'αλλάξουμε της τύχης την καταφορά / κ'έξω στεκόμεθα ν'αγωνιστούμε.”

Όλοι τουλάχιστο μπορούμε να φανταστούμε πως κάποιες προσπάθειές μας είναι μάταιες· πολλές φορές κατάφωρα καταδικασμένες. Ακόμη και οι φράσεις μας “δες το θετικά” και “θετική σκέψη” περιέχουν μέσα τους το ζώσιμο του εαυτού με ελπίδα και υπομονή στην περίπτωση της αποτυχίας. Παρ' όλα αυτά, δεν είναι δυνατό να θεωρήσουμε τίποτε άλλο παρά ότι είναι θετικό που προσπαθούμε· πόσο άδεια θα φαινόταν η ζωή, αν απλώς από την αρχή παραδεχόμασταν τη ματαιότητα των πραγμάτων και το βάζαμε στα πόδια και κλεινόμασταν στον εαυτό μας μια για πάντα;
Μπορεί να υπάρχουν εκεί πέρα έστω λίγοι με τεντωμένες τις κεραίες τους που κάτι περιμένουν αιωνίως όπως εμείς για να μας καλωσορίσουν. Σ' αυτούς ίσως μπορέσουμε να στηρίξουμε τον κορμό μας που αιωνίως γέρνει, είναι κάθε άλλο παρά ανίκητος, παρουσιάζει φθορές, χρειάζεται συντροφιά, και γενικώς αιωνίως χρειάζεται κάτι.
Συχνά οι προσπάθειές μας χάνονται εκεί που “στεκόμεθα ν' αγωνιστούμε” και η τύχη καραδοκεί τα πράγματα. Εκείνη παίζει τα παιχνίδια της κι εμείς χωρίς τη δυνατότητα να ελέγξουμε ακόμη και την ελάχιστη παράμετρό της. Η προσπάθεια δεν παύει καθόλου να είναι δικιά μας, ωστόσο. Υψώνει το ανάστημά της στο χώρο και στο χρόνο και τουλάχιστο καταφέρνει να καταγραφεί παρά και πριν το σκοτάδι κάθε οριστικής καταδίκης. Ακριβώς όπως κι αυτή η ιστορία των Τρώων, που τα ελαττώματά τους θυμίζουν εμάς ή τουλάχιστον όσους δεν εθελοτυφλούν κι έχουν παραδεχτεί κάθε πτυχή της θνητότητάς τους.



Πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – μη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. / Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ / στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη την γη την χάλασες.”

Πραγματικά ίσως είμαστε καταδικασμένοι ορισμένες ρωγμές να μας ακολουθούν για πάντα και να ξαναγράφουν από μόνες τους την ιστορία της ζωής μας. Ακολουθούμε όσα συνέβησαν και μας έχουν σημαδέψει ξανά και ξανά και βάζουμε το εαυτό μας να δει το ίδιο έργο. Τα βήματα προχωρούν από μόνα τους σαν να μην είναι το βάδισμα προϊόν κάποιας σκέψης, αφού “τα πόδια θυμούνται”. Και καταλήγουμε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα απ' τη γωνιά του παγωμένου κλουβιού που υποτίθεται πως οι άλλοι ή ενός είδους μοίρα, για να αποφύγουμε να πούμε μοιρολατρία, μας έχει χτίσει.
Από τα θραύσματα, ωστόσο, οικοδομείται κάτι στο ρημαδιό. Μπορεί να πάρει χρόνο και να πρέπει κανείς στην αρχεί να καμωθεί πως βαδίζει, να προσπαθήσει να σιγουρευτεί πως τα βήματά του μπορεί να δείχνουν τη διάθεση να τον οδηγήσουν κάπου. Είναι μια διαδικασία που θα πάρει χρόνο. Πιο πολύ είναι σαν το χτίσιμο ενός κόσμου απ' την αρχή χωρίς να υπολογίσει κανείς την εμφύσηση της ψυχής και τη διαδικασία της προσαρμογής της μετοίκησης, μετά την προηγηθείσα ολική καταστροφή κι επαναφορά.
Σιγά σιγά ο εαυτός μετουσιώνεται στο περιβάλλον και το περιβάλλον στον εαυτό. Ο τρόπος που αντικρύζεις τους άλλους είναι συχνά ο φακός, μέσα από τον οποίο τους παρατηρείς, που φαίνεται κι από την όψη διάθεσης της κάθε μέρας και τα θετικά ή δεινά που ανάλογα υπολογίζουμε ότι θα μας φέρει. Συχνά, βέβαια και η στενή σχέση μπορεί να φέρει την αγάπη: αφού η απόσταση κι ο φόβος εξαλειφθεί, ποιος μπορεί να παραβλέψει πως ένας έρωτας ενδέχεται να κυριεύσει την ανάσα;

Πάμπλο Πικάσο, Γκουέρνικα

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν / ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου· / μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.”

Θα προσπαθήσω πολύ να μην το τραβήξω τόσο μακριά, ώστε να χρειαστεί να πω πως η απομυθοποίηση είναι η μοίρα κάθε σχέσης.
Υπάρχουν απτά σημάδια, όμως, που επιβεβαιώνουν όχι μόνο πως η φθορά είναι καταδικασμένη να εμφανιστεί· και δεν εννοώ μόνο την καθοδική πτώση που συνεπάγεται η φύση όλων των θνητών πλασμάτων. Εκτός από την εξάλειψη της μαγείας του αγνώστου, μόλις φτάσει η στιγμή που ανακαλύπτεις επιτέλους τι κρύβεται από κάτω, η κυρίαρχη κουλτούρα μας συνηθίζει ολοένα στην αγάπη του να παρατάμε το προηγούμενο και να μεταβαίνουμε σε ό,τι επόμενο φαίνεται ενδιαφέρον και φέρεται να κινείται. Μόνο έτσι είναι ευκολότερο να κρατάμε τον εαυτό μας σε εγρήγορση και ταυτόχρονα χωρίς την απαραίτητη ισορροπία ανάμεσα στα ευχάριστα, δυσάρεστα και ευτράπελα που κρύβει η ζωή και σημαίνουν ότι οφείλουμε και αξίζει να προσπαθήσουμε να επιπλεύσουμε. Ταυτόχρονα δίνουμε στον εαυτό μας την απαραίτητη δόση αδρεναλίνης και εφησυχασμού μέσα από τη συνεχή ευχαρίστηση.
Ωστόσο, θα προσφύγω εδώ στο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ μέσα από προσωπική ελεύθερη απόδοση τσιτάτου από το στόμα της Ζιλί Ντελπί: η μαγεία μπορεί να βρίσκεται στα απλά, καθημερινά, λίγο παράξενα, που δεν περιμέναμε ποτέ ότι θα φανταζόμασταν για τον άλλο ή τους άλλους και την καθημερινή τους ρουτίνα, που ενέχει τη δυνατότητα να παραμείνει για μας κάτι ολότελα μοναδικό.


Για πιο φευγάτους παρόμοιου ύφους συλλογισμούς, μπορείτε να διαπιστώσετε κι εσείς με ποιο τρόπο τα καβαφικά ποιήματα, ή έστω διαλεγμένα αποσπάσματά τους μπορούν να δράσουν στην καθημερινότητα και την ψυχοσύνθεσή σας κουβαλώντας τα στο χέρι ή στο μυαλό σας την επόμενή σας φορά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, στο λάπτοπ ή στο μεταφορικό μέσο που φροντίζει να σας πάρει μακριά ή να σας φέρει κοντά. Άλλωστε η σκέψη και η ποίηση αποτελούν από μόνες τους πιθανότητες (δια) φυγής.

By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Τρία Κλικ Προς Απροσδιόριστες Κατευθύνσεις

Ανατρέχοντας στην, όπως θεωρώ, απαραίτητη “τέχνη της ποιήσεως”, που μοναδικά έχει τη δύναμη να νοηματοδοτεί ή τουλάχιστο να σημειώνει κάποια αξία στο πέρασμα της πεζής καθημερινότητας, αυτές είναι κάποιες από τις σκέψεις που έκανα πρόσφατα, μόλις διάβασα τους αγαπημένους μου στίχους από ποιήματα της συλλογής Τρία Κλικ Αριστερά της Κατερίνας Γώγου – όπου ο ελεύθερος συνειρμός της ψυχοθεραπείας συναντά τον ανεπαίσθητο εσωτερικό μονόλογο των μοντερνιστών, και το σχετικό το ακατανόητο.

Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου / γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.”

Είναι αναπόφευκτο ίσως στη ζωή να χάνεσαι με άτομα που ταξιδεύουν, όπως και με άτομα στάσιμα. Κάποιοι αναγκαστικά· χρειάζεται να πασχίσουν να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους την επιβίωση. Κι αυτή η δύσκολη απόφαση γι' αυτούς δε σημαίνει μόνο την ανάγκη να αναζητήσουν το μεροκάματο σε μια άλλη χώρα, όπως στην εποχή μας είναι προφανές· ιδιαίτερα όταν οι περιορισμοί των συνθηκών στη δική τους χώρα, όπως την παρούσα στιγμή στην Ελλάδα, το έχουν καταστήσει αναπόφευκτο. Μπορεί να σημαίνει, επίσης, την ανάγκη να αλλάζουν συνεχώς παραστάσεις για να μη δεθούν σημαντικά με ένα μέρος ή κάποιο πρόσωπο που τους ενδιαφέρει.
Ή μπορεί κυριολεκτικά το μέρος όπου ζουν να έχει αφανιστεί “σπιθαμή για σπιθαμή”, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που χάθηκαν ολόκληρα χωριά, οι κάτοικοι και τα υπάρχοντά τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μπορεί ένα είδος οικονομικής καταπίεσης να εξαντλεί μέρα με την ημέρα τις νεανικές ψυχές που αντικρίζουν κουφάρια μαγαζιών, έτοιμα να υποχωρήσουν ολοληρωτικά στη βία αναπαραγωγών γκράφιτι συναισθημάτων “φάσμα”, για την αγαπημένη ομάδα ή έναν έρωτα που μπορεί να μην άντεξε και τόσο και να ξεψύχησε πια κάτω από το βάρος όλων αυτών που έχει δει. Μπορεί να φύγουν νωρίς, ξημερώματα ή ένα πρωί με το βάρος σακιδίου γεμάτου σνακ στην πλάτη, για να γυρίσουν πίσω μετά από πολύ λίγες μέρες, με απογοήτευση και συντετριμμένα όνειρα, με παρόμοιο τρόπο μ' αυτόν που ο Jesus of Suburbia στο American Idiot των Green Day φαντάζομαι να παραιτείται από την αποτυχία της μεγάλης εξόδου από την έκπτωτη πραγματικότητα και την αποξένωση του Αμερικανικού Ονείρου.



Τώρα άτομα που ταξιδεύουν στη στασιμότητα θα βρεις πολλά. Αντί γι' αυτό που βρίσκεται ακριβώς μπροστά τους, καταφεύγουν όλοι μέρα στο Facebook και τα βιντεοπαιχνίδια, με αποτέλεσμα να υποχρεώνονται να προσδιορίζουν τον εαυτό τους με τρόπο που άλλοι κρίνουν κι επιλέγουν γι' αυτούς (στην εποχή μας αναπαράγοντας συμπεριφορές, φαίνεσαι ο πιο σπουδαίος). Και πάλι είναι κάτι ονειροπόλοι που τους ζηλεύω: παραδίδονται τόσο ολοκληρωτικά στις ταινίες που βλέπουν και στη μουσική που ακούν λες κι αυτά είναι τα μοναδικά πράγματα να κάνουν στον κόσμο – απ' όλες τις υποομάδες που έχω φτιάξει στο μυαλό μου διαλέγω πιο πολύ να συμπαθώ τους ονειροπόλους. Ειδικά αυτοί που αφοσιώνονται στην εκδοχή του κόσμου που προσπαθούν να φτιάξουν είναι εκείνοι που μπορείς να ερωτευτείς περισσότερο από κάθε άλλον.



Όλοι χαφιέδες είμαστε / όλοι φοράμε μαύρα μοντγκόμερι και κοτλέ παντελόνια”

Ούτε ο κομουνισμός -και ειδικά με τις αποτυχίες και τις πτώσεις του- ούτε η θρησκεία κατάφεραν να αποσπάσουν έστω και ελάχιστα τη σύγχρονη ψυχή από το να αναζητεί να αποδώσει με οποιοδήποτε τίμημα ή μέσο εύσημα στον εαυτό της με απώτερο στόχο να δοξαστεί. Στην εποχή των ΜΜΕ και της εικόνας οποιοδήποτε είδος υστεροφημίας δεν υπολογίζεται αν δεν καταγραφεί στο τώρα· αν δε συμπεριλάβει στις συνέπειές του την εξύψωση του εαυτού και την αυτόματη μειωτική δεκτικότητα απέναντι στις πιο μετριασμένες δυνατότητες κάποιου άλλου. Γι' αυτό και τον κλέψιμο οποιουδήποτε από τον περίγυρο (που μπορεί να μεταφράζεται σε κάθε λογής χαφιεδισμό και προδοσία) πρέπει ως ένα βαθμό να θεωρείται δεδομένο, μιας κι όλο και συχνότερα πια δεν καταγράφεται στο μυαλό κανενός, ούτε καν ως ηθικό αδίκημα. «Ο θάνατός σου η ζωή μου» μας συμφέρει και τον ενισχύουμε.
«΄Ολοι φοράμε» τα ίδια, γιατί η κουλτούρα του να κοπιάρεις έχει γίνει μόδα κι άντε να αντισταθείς. Σε πιέζουν οι ίδιες σου οι αντιστάσεις, αλλά και η συγκεκριμένης χροιάς απάντηση που πρέπει να δώσεις στα άτομα που περιμένουν να αποκατασταθείς στην πραγματικότητά τους. Στ' αλήθεια κάποιες φορές είσαι ο καλύτερος μόλις έχεις απαρνηθει τη διαφωνία και συμπεριφέρεσαι ακριβώς με τον τρόπο που αναμένουν τα αστόχαστα, άνωθεν υπαγορευμένα συμφέροντα των άλλων. 

Από δημιούργημα του Στέφανου Ρόκκου
«Μαύρα μοντγκόμερι και κοτλέ παντελόνια» ή ακριβώς ό,τι δέχεται στην παρούσα κατάσταση ο συρμός, ώστε ακόμη ή και ειδικά ως κόπιες να είμαστε θελκτικοί. Η μορφή που ενστερνίζεται το ανοίκειο είναι ξεκάθαρο πως εξ ορισμού δε μπορεί να γίνει αποδεκτή. Μόνο μαθαίνοντας να κυκλοφορείς ακριβώς όπως πρέπει να δείχνεις έχεις για κάποιοες στιγμές την ημέρα το δικαίωμα να μείνεις στο αυτοσχεδιασμένα ιδιόχειρο περιβάλλον σου και να συνεχίσεις να ζεις, τουλάχιστο όταν δε μονολογείς αδιάκοπα την πίκρα σου ότι άλλαξες ή έστω τις απώλειες των αλλοτριωτικών επιδράσεων που έχεις δεχτεί.

κι ας μην πάρουμε και σήμερα, βρε αδερφέ / προφύλαξη για την υγεία μας / κι ούτε να δίνεις συμβουλές / το πώς το κατεβάζω έτσι / και πώς σκορπιέμαι έτσι / και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα / τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα / να τρέξουνε.”

              
Σε μερικούς ανθρώπους έχει ιδιαίτερα αποτελεσματικά ενσταλαχθεί να κρατούν σωστά τις αποστάσεις: ο λόγος δε μου είναι πάντα ξεκάθαρος. Μάλλον φαίνεται πως προσπαθούν να μην ξεπεράσουν κάποια συγκεκριμένα όρια εγγύτητας με τον Άλλον ως έννοια μήπως και κάτι στον τρόπο που έχουν συνηθίσει να έχουν συναίσθηση της συνέχειας της ύπαρξής τους μέσα στο χρόνο σπάσει ή διαταραχθεί· και μετά αντίο πραγματικότητα, και πώς να συνηθίσεις να ζεις σε μια κατάσταση που μπορεί να ανατρέπει τον μέχρι στιγμής μετρημένο κι οριοθετημένο στην απεραντοσύνη του ορατό ουρανό. Σίγουρα κάθε αλλαγή στις περιστάσεις χειρισμού για κάποιους απαιτεί προσοχή, ή προτιμότερα αποφυγή.
Η ομαδοποίηση κι ο διαχωρισμός, κι ως συνέπεια η δημιουργία στερεοτύπων παραμένει προαπαιτούμενο χωρίς το οποίο αδυνατούμε να ζήσουμε όλοι: εξού και ο πανικός μας μόλις κάτι δραστικό συμβεί και διαταράξει τα προσεκτικά συνταιριασμένα όρια του γνωστού μας κόσμου. Μπορούμε να ξεχωρίζουμε κάθε επιθυμητό από το ανεπιθύμητο, κι ακόμη να προβαίνουμε σε ακόμη πιο εξειδικευμένους διαχωρισμούς και διαβαθμίσεις για να ικανοποιήσουμε την εκάστοτε διάθεσή μας. Να δοκιμάσουμε να συμπεριφερθούμε με την ίδια λογική ξεδιαλέγματος των αντικειμένων και στα άτομα που γνωρίζουμε επίσης. Άλλωστε στην εποχή των προϊόντων δεν έχουμε το δικαίωμα να συμπεριφερθούμε και σ' αυτούς ως άψυχα ή έμψυχα είδη που γεμίζουν το χαμένο χρόνο μας; Εμείς διαλέγουμε να τους θέσουμε ή όχι σε λειτουργία στη ζωή μας με το πάτημα ενός κουμπιού, ή αν θέλετε εναργέστερα όπως η κίνηση της ευκατάστατης κυρίας τη στιγμή που ανοίγει ξανά το μουσικό κουτί της, μετά το πέρας μιας ημέρας εξαντλητικής καθαριότητας, στη σκοτεινότερη πλευρά του σαλονιού της, απολαμβάνοντας τη φωνή που της θυμίζει τα πάντα από αιώνες εποχών ξεχασμένες στη δίνη σταθερής κίνησης πραγματικοτήτων εκσυγχρονισμού.

Πίνακας της Ντίλκα Μπερ

Περισσότερα για την ηρωίδα μου Κατερίνα Γώγου σε επόμενη ανάρτηση· μέχρι τότε ζήστε τη ζωή καταθέτοντας στην περριρέουσα ομοιομορφία τα δικά σας είδη καθημερινών αυτοσχεδιασμών.

By Μαρία Γώγογλου