Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Ταινίες Μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Ταινίες Μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Δικός της για Πάντα

Αν και ζούμε την εποχή κυριαρχίας του Διαδικτύου, αποφεύγουμε συχνά τη διαπίστωση πως η ζωή μας περιέχει πολλή περισσότερη επιστημονική φαντασία απ' όση ως παιδιά θα μπορούσαμε να έχουμε ποτέ μας σκεφτεί. Αυτό και πολλά άλλα, που αφορούν την πορεία των σύγχρονων σχέσεων προς την απροσωπία, με οδήγησε να σκεφτώ η ταινία Δικός της του Σπάικ Τζονζ, που μου φάνηκε κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα.


Κάτι στους όρους μοναχικότητα και Διαδίκτυο πρέπει να είναι κοινό· κάτι που οι άνθρωποι, πριν βουτήξουν βαθιά μέσα στο θαυμασμό μιας εκ των πιο μεγαλειοδών ανακαλύψεων του 21ου αιώνα, δε στάθηκαν να αναλογιστούν. Ο Θίοντορ Τουόμπλι (Γιοακίν Φίνιξ) είναι επαγγελματίας συγγραφέας κατά παραγγελία επιστολών, τις οποίες υπαγορεύει μονολογώντας στο κομπιούτερ της εταιρείας όπου εργάζεται καθημερινά. Οι πελάτες-αποστολείς των γραμμάτων και οι παραλήπτες τους είναι συχνά τακτικοί του γνώριμοι, αφού είναι φορές που τυχαίνει να έχει προσωπικά αναλάβει την αλληλογραφία τους επί σειρά ετών (ένα κλείσιμο του ματιού του σκηνοθέτη-σεναριογράφου στο σημερινό συχνό φαινόμενο απροσωπίας ή αμφιβόλου προέλευσης μηνυμάτων, καθώς και στην επιμονή στον αδιάλειπτο, απερίσπαστο και συχνά εξαντλητικό καταμερισμό εργασίας). Η κυριολεκτική ή μεταφορική απόσταση ανάμεσα στους αποστολείς και τους παραλήπτες των δικών του γραμμάτων είναι κάτι που κατανοεί με ευκολία, όντας ο ίδιος σχετικά πρόσφατα χωρισμένος από τη γυναίκα της ζωής του, εξαιτίας ενός είδους περισσότερο μεταφορικής παρά κυριολεκτικής απόστασης.
Ώσπου μπαίνει στη ζωή του η Σαμάνθα (με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον). Η οποία δεν είναι γυναίκα, ούτε καν σκυλίτσα. Είναι το ολοκαίνουργιο λειτουργικό σύστημα που λανσάρεται στην αγορά ως η τελευταία τεχνολογική καινοτομία. Για την ακρίβεια, είναι ένα λειτουργικό σύστημα που διαθέτει τη δυνατότητα να εξελίσσεται σαν άνθρωπος συλλέγοντας, αξιολογώντας κι αφομοιώνοντας εμπειρίες· που όμως διαθέτει τις ασύλληπτες λογικές και διεκπεραιωτικές δυνατότητες ενός λογισμικού.
Η αλήθεια είναι πως σε διάφορες περιόδους της ζωής μας, πολλοί από εμάς γινόμαστε Θίοντορ: κάτι που μας πλήγωσε πολύ, ίσως μάλιστα να άλλαξε κιόλας ανεπανόρθωτα κομμάτια της ύπαρξής μας, μας κλείνει στο καβούκι μας, όπου δε χωράει κανείς άλλος. Μας κάνει να αποζητούμε την ικανοποίηση μόνο των πολύ προσωπικών μας αναγκών κι επιθυμιών με κάποια μακρινή, φυσιολογικά ανύπαρκτη-απροσδιόριστη Σαμάνθα, τη στιγμή που οτιδήποτε άλλο κι οποιονδήποτε άλλο απλώς δεν αναγνωρίζουμε πως διαβαίνουν μπροστά από το οπτικό μας πεδίο. Όλοι έχουμε ζήσει αυτή τη φάση, ιδίως μετά από κάποιο χωρισμό· το διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου η θυσία για τον άλλο μοιάζει ένας αχρείαστος, αποκρουστικός κόκκος άμμου, που από καιρό ξεφορτωθήκαμε, μετά το τέλος των διακοπών μας. Σ' αυτή την περίπτωση, η όχι αποκλειστική, αφοπλιστικά μονόπλευρη σχέση με ένα λειτουργικό σύστημα ίσως παρουσιάζεται μπροστά μας σαν απο μηχανής θεός, ως η ιδανική λύση.


Ή μπορεί απλούστερα να μη διαθέτουμε ή να μη θέλουμε να διαθέσουμε χρόνο ή τα μέσα ώστε να επενδύσουμε σε μια σχέση με σάρκα και οστά. Ο φόβος της δυσκολίας συχνά μεταμορφώνεται σε απεχθές τέρας, ενώ η ρύθμιση των πραγμάτων από τις υπαγορευμένες από την οικονομική κρίση συνθήκες ζωής είναι πανταχού παρούσα. Ας επιστρέψουμε, όμως, γρήγορα στα μεταφορικά μηνύματα που μας δίνει ο Θίοντορ και η κινηματογραφική συντροφιά του.
Κάτι που θεώρησα μοναδικό στη σύλληψη και την εκτέλεση της ταινίας ήταν σίγουρα ο τρόπος που η προσωπική επαφή απεικονίζεται να εναλλάσσεται με την απρόσωπη, σ' έναν αντιπροσωπευτικό αντικατοπτρισμό καταστάσεων στις κοινωνίες που κατοικούμε. Ο Θίοντορ, για παράδειγμα απολαμβάνει τη συντροφιά της φίλης του Έιμι, την ώρα που του είναι ξεκάθαρο πως έχει νιώσει
ό,τι υψηλότερο ή εντονότερο θα μπορούσε ποτέ να επιζητήσει ως άνθρωπος (παραφράζω εδώ γραμμές από το ίδιο το σενάριο), αντικρίζοντας τη ματαιότητα του να εισέλθει ξανά στη διαδικασία μιας ερωτικής σχέσης με γυμνό μάτι, ακόμη και χωρίς τα κοκάλινα γυαλιά χωρίς τα οποία σχεδόν δεν κάνει βήμα. Η δύναμη της απροσωπίας φαίνεται να εισχωρεί πολύ σταδιακά στο είναι του, καθώς μόλις που αρχίζει να αντιλαμβάνεται την απελευθέρωση της μη απαίτησης για αποκλειστικότητα που εκείνη συνεπάγεται: τις αδέσμευτες, μονόπλευρες απολαύσεις που η σχέση με τη Σαμάνθα του υπόσχεται. Όταν, ωστόσο, κάποια δε διαθέτει σώμα να σε αγγίξει και δε μπορείς να δεις τις αντιδράσεις της σε κάτι που είπες ή έκανες, ίσως έρθεις κάποτε στη θέση να σκεφτείς πως σε οποιαδήποτε συναισθήματα ένιωσες να στρέφονται προς εσένα εκ μέρους της έλλειπε ο στόχος ή ο προσανατολισμός. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια μοναξιά τεκμηριωμένη, φτιαγμένη ώστε προσωρινά να ανακουφίσει ένα ανθρώπινο πλάσμα που αποζητούσε να δει το ομοίωμα του εαυτού του μέσα σε άλλους και να γνωρίσει την αποδοχή τους, ακριβώς όπως όλοι καθημερινά επιζητούμε. Πράγμα δύσκολο να αισθανθεί κανείς κατά τη διάρκεια των συναναστροφών του με το έστω και ειδικά σχεδιασμένο για τον ίδιο λογισμικό του σύστημα.
Θεωρώ την ερμηνεία του Φίνιξ, αλλά και τη σκηνογραφική κατασκευή του κόσμου της ταινίας ιδανική, αλλά και κομβική για να βρεθεί κάποιος έστω κοντά στην κατανόηση των μηνυμάτων που μπορεί να μεταδώσει. Τα εύσημα πρέπει να αποδοθούν στο Τζονζ για τη φουτουριστική, ελαφρώς σπασικλίστικη άποψη του Λος Άντζελες που παραθέτει εδώ (ακόμη κι αν πολλοί θα βιαστούν να τη χαρακτηρίσουν ιδιοσυγκρασιακή), όπως και για τη σκιαγράφηση ενός πρωταγωνιστή που πετυχαίνει κυρίως να είναι ο εαυτός του χωρίς την επιθυμία να γίνει οποιοσδήποτε άλλος, όσο και στο Γιοακίν για μια ακόμη γενναία προσέγγιση ερμηνείας που κατάφερε να μας προσφέρει. Αξίζει εδώ εξίσου να σημειωθεί πως η ροή της πλοκής είναι γοργή κι, έτσι, εξασφαλίζεται ακόμη και στους λάτρεις των περιπετειών η υπόσχεση πως ενδέχεται κάτι να νιώσουν πως η ταινία μπορεί να τους προσφέρει.


Γιατί η ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον κόσμο των εικονικών σχέσεων και των αληθινών συναισθημάτων λεπταίνει σιγά σιγά. Αυτός και μόνο είναι ένας αρκετά πειστικός λόγος για να δείτε την ταινία, σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη κάνει.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Η Επιβίωση ενός Πιανίστα

Όσο άκαιρο κι αν φαντάζει εν μέσω καλοκαιριού το να συλλογίζεται κανείς τις σκληρές, χειμωνιάτικες (θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κανείς, εξαιτίας της ψυχρότητας που αποπνέουν) στιγμές της ιστορίας, κάποιες φορές η σκέψη τρέχει μακριά από την κατεύθυνση προς την οποία συνειδητά την έχουμε στρέψει. Έτσι, πρόσφατα το μάτι μου έπεσε πάνω στη θήκη του DVD της ταινίας Ο Πιανίστας του Ρομάν Πολάνσκι και αποφάσισα να την παρακολουθήσω για να με κατακλύσει η δύναμη της μουσικής και των μηνυμάτων μερικών από τις ζοφερότερες πτυχές της πρόσφατης ιστορίας του 20ού αιώνα.


Ο Πιανίστας είναι η ιστορία ενός Πολωνοεβραίου που έπαιζε επαγγελματικά πιάνο σε ραδιοφωνικό σταθμό της Βαρσοβίας· κι ενεργοποίησε το ένστικτο και τη θέληση που τον βοήθησε να επιζήσει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις μαζικές εξολοθρεύσεις Εβραίων της περιόδου ώστε να συνεχίσει να κάνει ακριβώς το ίδιο. Η ταινία ακολουθεί το Βλάντισλαβ Σπίλμαν, τους γονείς και τα τρία αδέρφια του στην καθημερινή τους ζωή από τις μέρες απειλής της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία, μέχρι τις φρικαλεότητες και τις ταπεινώσεις των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μετά την απόλυτη υποδούλωση της Πολωνίας στους Γερμανούς, όντας Εβραίοι, οι Σπίλμαν χάνουν σταδιακά την οικονομική τους δύναμη, την οικογενειακή τους περιουσία, τη διάθεση για να απολαύσουν τις στις χαρές της ζωής καθώς και κάθε ίχνος ψυχικής δύναμης, αυτοεκτίμησης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι περισσότεροι από αυτούς χάνουν και την ίδια τους τη ζωή.
Υπάρχει κάτι, ωστόσο, στον κεντρικό ήρωα, που επιμένει να προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή με κάθε τρόπο, το οποίο, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, σε κάνει να ελπίζεις. Ο Σπίλμαν υποβάλλεται σε όλα τα είδη των γερμανικών διώξεων, αρχικά με την οικογένειά του και στη συνέχεια απολύτως μόνος. Από τη στενότητα και την οικονομική ανασφάλεια των εβραϊκών γκέτο, όπου, όμως, ο πρωταγωνιστής εξακολουθεί να μπορεί να παίζει δημόσια Σοπέν στο πιάνο για τα προς το ζην, έστω και για να διασκεδάσει συχνά ένα τσούρμο απαίδευτων απόκληρων, στη σκληρή εξαναγκαστική εργασία των πρώτων στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο θεατής συνεχώς αισθάνεται πως κάτι είναι έτοιμο να σπάσει. Τόσο στην ψυχολογία των πρωταγωνιστών, που πασχίζουν να επιβεβαιώνουν συνεχώς ο ένας στον άλλο πως εξακολουθούν να είναι όλοι μαζί κι άρα καταφέρνουν να είναι καλά, όσο και στη ροή της πλοκής, που με τη σκληρότητα
των συνθηκών και των συμπεριφορών των Γερμανών φέρνει στο φως το σκοτάδι των συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών και καταστάσεων, αλλά και δείχνει από πόσο μικρή ψιλή κλωστή είναι δυνατό να κρέμεται η πιθανότητα ζωής κάποιου. Εν πάσι περιπτώσει, από τύχη και λόγω μιας παλιάς γνωριμίας, ο Βλάντεκ γλιτώνει το «χωνευτήρι», επιστρέφει πίσω στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα καταναγκαστικά έργα, μπλέκεται στα πλοκάμια της αντίστασης, και τελικά εγκαταλείπει οριστικά το γκέτο, κρυβόμενος σε μια σειρά από διαμερίσματα γνωστών. Ώσπου, με την επιβολή των αντιποίνων από τους Γερμανούς, μένει ξανά χωρίς στέγη και στο ρόλο του τροφοσυλλέκτη σε ένα βομβαρδισμένο, κατακρεουργημένο Βαρσοβικό τοπίο, κουρνιάζοντας όσο το δυνατόν μακρύτερα κι ασφαλέστερα από το κρύο και τρεφόμενος με ψίχουλα και απομεινάρια από στοκ κονσερβών, όπου κι όταν είναι εφικτό κάτι παρόμοιο να βρεθεί.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ταινία είναι αισιόδοξη ακριβώς όσο είναι και λυπητερή. Κι όμως. Η θέληση για ζωή, όπως και η δύναμη της Τέχνης αποδεικνύεται ισχυρότερη από τις σκοτεινές δυνάμεις, τις κακές συμπαντικές ραδιουργίες που προσπαθούν απεγνωσμένα να κατακλύσουν την ανθρώπινη φύση για να την πάρουν αμετάκλητα με το μέρος τους. Η ανυπέρβλητη σκηνή λίγο πριν την κατάληξη της ταινίας, όπου ο Γερμανός αξιωματικός συγκινείται από τη δύναμη της ερμηνείας του πλέον ρακένδυτου, ξεπαγιασμένου, αβοήθητου Σπίλμαν, και στη συνέχεια αποφασίζει να τον
βοηθήσει με προμήθειες φαγητού αποδεικνύει περίτρανα πως υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στο ανθρώπινο όρθωμα της υπόστασης μπροστά στις κακουχίες και τους κινδύνους, όταν κάποιος πραγματικά εστιάζει στο σημείο που στοχεύει να φτάσει. Και το επιχείρημα ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός πως η ιδέα για την ταινία, αλλά και η πλειοψηφία των λεπτομερειών της προέρχεται από τα απομνημονεύματα του ίδιου του Σπίλμαν. Ένα ανεπαίσθητο ίχνος απόδειξης πως η απτή θέλησή σου για κάτι μπορεί πράγματι να κινητοποιήσει μέρος του κόσμου, κι ένας ξεκάθαρος λόγος να δείτε την ταινία ανακτώντας ελπίδες, σε περίπτωση που κάποιες τέτοιες κάποιοι από εσάς έχουν ενδεχόμενα απολέσει.
Κι ασφαλώς δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Επιβεβαιώνω κι επαυξάνω καθετί θετικό που έχετε διαβάσει σχετικά με την εκπληκτική ερμηνεία του Έιντριεν Μπρόντι στη συγκεκριμένη ταινία. Ίσως να υπάρχει κάτι στη μορφή και στην ψυχή του που έκανε το κυρίως σωματικό παίξιμό του στην ταινία τόσο ομαλή υπόθεση. Και πάλι, όμως. Υπάρχουν ελάχιστοι πρωταγωνιστές που μπορούν να μεταδώσουν την ανέλπιδη προσπάθεια για ζωή, αλλά και το αέναο ένστικτο της επιβίωσης που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία όμορφων πραγμάτων και καταστάσεων, ακριβώς με τον τρόπο που το μεταδίδει ο βραβευμένος με Όσκαρ για την ερμηνεία του σ' αυτή την ταινία Μπρόντι, με ένα και μόνο βλέμμα.
Που έχει τη δυνατότητα να κινητοποιήσει διαδικασίες να επανεκτιμήσουμε τις αξίες τις ζωής, με περισσότερη ηρεμία και περισυλλογή απ' ότι στάθηκε ανθρωπίνως δυνατό στις εποχές που απεικονίζονται. Γι' αυτό και μόνο, αλλά και για τη δύναμη των ερμηνειών και των πλάνων, αξίζει κανείς να μπει στη διαδικασία παρακολούθησης της πορείας του Πιανίστα χωρίς δεύτερη σκέψη.


By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Η Ζωή των Απογόνων

Το ξέρω πως ο Κλούνεϊ έχει κάνει αρκετές ταινίες (σκηνοθετεί ή πρωταγωνιστεί σε τουλάχιστο μία κάθε χρόνο) κι έλεος πια! Τον βλέπουμε όλη την ώρα και στις διαφημίσεις· και πόσο πια να αντέξεις το πρόσωπό του να εμφανίζεται παντού; Ακόμη και την ώρα που η φάτσα του είναι το τελευταίο πράγμα που έχεις όρεξη να δεις. Όπως κι αν νιώθετε, ομολογουμένως δικαιολογημένα, για το διάσημο γκριζομάλλη ηθοποιό, αυτό που προσωπικά πάντα μου έκανε εντύπωση είναι ο τρόπος που έχει να παίζει ρόλους χωρίς απαραίτητα να φαίνεται πως έχει μπει σε οποιαδήποτε διαδικασία. Γι' αυτή του τη δεινότητα, που έχω ξεχωρίσει και σε άλλες ταινίες, θεώρησα πως οι δυο ώρες που διαρκεί η ταινία Οι Απόγονοι στην οποία πρωταγωνίστησε δε θα ήταν χαμένος χρόνος.


Ένα πέρασμα από μια σύνοψη της υπόθεσης συνέβαλλε εξίσου στο να παρθεί η παραπάνω απόφαση. Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Χαβάη, ο Ματ (Τζορτζ Κλούνεϊ) είναι ο θεματοφύλακας μιας τεράστιας έκτασης που έχει κληρονομήσει μαζί με πολυάριθμα μέλη της οικογένειάς του από τους προγόνους τους· και βρίσκεται ένα βήμα πριν την οριστικοποίηση της απόφασης να πωληθεί αυτό το τεράστιο κομμάτι γης, που προορίζεται για τουριστική εκμετάλλευση. Το ίδιο ακριβώς διάστημα, η σύζυγος του Ματ, η Ελίζαμπεθ (Πατρίσια Χέιστι), παθαίνει ένα τραγικό ατύχημα κατά τη διάρκεια μιας βόλτας με βάρκα και πέφτει σε κώμα. Λόγω και της εκτεταμένης μεταφορικής και κυριολεκτικής απόστασης μεταξύ τους το τελευταίο διάστημα, είναι σίγουρο πως ο Ματ πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος του το τέρας της ευθύνης του να φέρει κοντά τις δυο κόρες του, τη δεκάχρονη Σκότι (Αμάρα Μίλερ) και τη δεκαεπτάχρονη Άλεξ (Σεϊλίν Γούντλεϊ) ώστε να τους καταστήσει σαφές το γεγονός πως η μητέρα τους δε θα βρίσκεται για πολύ ακόμη κοντά τους· και πως παρ' όλα αυτά αξίζει να λειτουργούν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Το πράγμα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν η Άλεξ του αποκαλύπτει την αιτία του μεγαλύτερου καβγά της με τη μητέρα της: η Ελίζαμπεθ τον τελευταίο καιρό διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και είχε μάλιστα σκοπό να ζητήσει από το Ματ να προχωρήσουν σε διαζύγιο.


Η ταινία δεν είναι σίγουρο πως μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμη και των οπαδών κουλτουριάρικων ταινιών και οικογενειακών δραμάτων. Ο ρυθμός της κρατιέται αρκετά χαμηλά από το ξεκίνημα· και για τους φαν των χολιγουντιανών θαυμάτων, δεν υπάρχει καν η ελάχιστη δόση σασπένς για να τους παροτρύνει να μην εγκαταλείψουν τη θέαση, αν δεν έχουν συνηθίσει το βλέμμα τους στην οθόνη να γίνεται πιο εξεταστικό. Η περιπλοκή των γεγονότων στο εσωτερικό των ηρώων, ωστόσο, είναι ένας άλλος υποτιμημένος μα υπαρκτός λόγος να δει κανείς μια ταινία ως το τέλος, αν όχι για την παραδοχή και μόνο πως είναι αδύνατο στη ζωή να προεξοφλήσει κανείς ακριβώς για τα γεγονότα και τα πράγματα που μπορούν να τον κάνουν να πάρει μαθήματα ζωής.
Κατά τα άλλα, η θεματολογία της ταινίας είναι κάτι που βρήκα εξαιρετικά πρωτότυπο, ακόμη κι αν είναι γνωστή η εμμονή του Κλούνεϊ να καταπιάνεται, είτε σκηνοθετικά, είτε υποκριτικά, με την πολιτική πλευρά καθημερινών καταστάσεων που επηρεάζουν το μέλλον του μέσου ανθρώπου. Εκτός από το στοιχείο της πολιτισμικής διαφορετικότητας που σταδιακά φαίνεται να παραδίδεται οριστικά στη μαζική ομογενοποιημένη παγκόσμια κουλτούρα -όπως οι πλειοψηφία των Χαβανέζων χαρακτήρων στην ταινία, που τείνουν να συμπεριφέρονται όσο πιο αμερικανικά μπορεί να φανταστεί κανείς, σε εμφάνιση και τρόπους- Οι Απόγονοι είναι, στο μεγαλύτερο μέρος τους, μια ταινία που καταπιάνεται με το μέγιστης σημασίας ζήτημα του να διατηρείς με τον καλύτερο κι ίσως πιο συντηρητικό τρόπο αυτά που έχεις κληρονομήσει χωρίς ταυτόχρονα να λες αντίο στις καθημερινές απολαύσεις της ζωής που σε αφήνουν να πλησιάσεις μεγαλεία σε συναισθήματα ή υλικά αγαθά.
Από τη μια μεριά, ο Ματ εκπροσωπεί το συντηρητικότερο παράδειγμα ever, με τη συντροφική και οικογενειακή ζωή στην κατάψυξη, την άρνησή του να παραχωρηθεί η έκτασή του προς εκμετάλλευση έναντι διόλου ευκαταφρόνητου ποσού και τη γενικότερη αποστροφή του προς οτιδήποτε περιπετειώδες· όσον αφορά το λάιφστάιλ ή τον οικονομικό τομέα. Η ρήξη με τη μελλοθάνατη Ελίζαμπεθ μπορούμε να φανταστούμε πως μόνο ως επικείμενη φάνταζε πάντα στη συζυγική ζωή τους, όπως φαίνεται από τις πολλές φιλίες της, την αδυναμία της για τα εξτρίμ σπορ και τις μηδαμινές αναστολές της να προχωρήσει σε μια σχέση εκτός γάμου εξαιτίας ενός συναισθήματος έλλειψης ικανοποίησης. Από την άλλη μεριά, είτε στην περίπτωση των Χαβανέζων, είτε στην καθημερινότητά μας, το σίγουρο είναι πως πάντα αξίζει να βρίσκεται ένας τρόπος να συμφιλιώνονται οι δυο τάσεις: ενώ ζεις λίγο τη ζωή σου, όσο είσαι νέος κι ακμαίος κι έχεις τελοσπάντων κάπως στρωμένα οικονομικά και μπορείς, μην ξεχνάς πάντα να παίρνεις τα μέτρα σου, γιατί συχνά δεν υπάρχει κανείς να σε βοηθήσει, όταν έχεις γυρίσει πίσω μόνος κι έρημος και μπερδεμένος, αφού τα έχεις ήδη θαλασσώσει.


Σίγουρα Οι Απόγονοι δεν είναι μια ταινία που με ενθουσίασε απόλυτα με τη σύλληψη, το σενάριο ή τις αξεπέραστες ερμηνείες της. Πρόκειται, όμως για μια ταινία-τροφή για σκέψη σχετικά με τη σύγχρονή μας ταυτότητα κι όσον αφορά την προβληματική του που βαδίζουμε, την οποία αγγίζει. Με την προτροπή να τη δείτε, ελπίζω να προβληματίσει κι εσάς.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου

Στο χώρο του κινηματογράφου, παρατηρείται συχνά τελευταία τα οικογενειακά δράματα να κερδίζουν έδαφος σε σχέση με τις κομεντί· κάτι από την απομυθοποίηση της οικογενειακής συμβίωσης και της παντοτινής συντροφικής αγάπης που χαρακτηρίζει την εποχή μας πρέπει να έχει εισχωρήσει στα άδυτα της ταινιοπαραγωγής. Η γαλλική κωμωδία Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου του Φιλίπ Λιορέ διαφέρει σε κάποια επίπεδα από το παραπάνω παράδειγμα: ενώ εξυμνεί τις χαρές και τις αρετές του οικογενειακού βίου, χωρίς ενίοτε να αποκρύπτει τις ατέλειες που εξ ορισμού ενδέχεται να τον χαρακτηρίζουν ως ιδέα, είναι αποσπασματική, μας χαρίζει δηλαδή μόνο στιγμές του, χωρίς καμιά υπόσχεση αληθοφάνειας ή ρεαλισμού, και χωρίς να μας προπαγανδίζει κάποια άποψη που περιμένει απλώς να την καταπιούμε.


Η διαχρονική πορεία μιας οικογένειας, που αποτελείται από δυο γονείς και τρία παιδιά, ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή μέσα από τις οικογενειακές στιγμές που θεωρούνται μοναδικές για τα μέλη της. Ο Αλμπέρ (Pio Marmai), για παράδειγμα, ο μεγάλος γιος, δε θα ξεχάσει ποτέ τη μέρα που αποφάσισε να μετακομίσει μακριά από την οικογενειακή στέγη. Έχει ήδη αποχαιρετήσει το σκύλο του, μετά από την αναμενόμενη ευθανασία στα βαθιά γεράματα, κι έχει εξασφαλίσει ότι δε θα πληρώνει ενοίκιο για το στούντιο στο οποίο θα κατοικεί, στην πολυκατοικία-ιδιοκτησία του παππού (Ροζέρ Ντυμάς). Μιλάμε για τη μέρα, κατά τη διάρκεια του τελευταίου μέρους της οποίας ο Αλμπέρ θα αποφασίσει πως παραείναι ανεξάρτητος για να δειπνήσει στο πατρικό του και για να ενοχληθούν οι γείτονες που έχει βάλει τη μουσική στο τέρμα· ώσπου ένα κορίτσι πηγαίνει στην πόρτα του για να παραπονεθεί για το θόρυβο. Είναι η μέλλουσα σύζυγος του Αλμπέρ, με την οποία δε θα αργήσει ιδιαίτερα να ανακαλύψει πως, από την αρχή της γνωριμίας τους, ποτέ δεν τα πήγαινε ακριβώς καλά.
Η προσωπική μου αγαπημένη των στιγμών είναι αυτή που ρομαντικά μνημονεύει ο Ραφ (Μαρκ-Αντρέ Γκροντίν), ο δευτερότοκος γιος: η μέρα του γάμου του Αλμπέρ, στην αρχή της οποίας επιστρέφει στο πατρικό του για τις ετοιμασίες και ξαναβρίσκει όλα τα παλιά αντικείμενα που αγαπούσε ως παιδί κι ως έφηβος. Κι επειδή οι ρομαντικοί τύποι είμαστε συχνά και νοσταλγικοί, όλα αυτά φέρνουν το Ραφ πίσω στη βραδιά που γνώρισε τη Μόιρα ή Baby Stardust (Camille de Pazzis), σε ένα διαγωνισμό προσποίησης παιξίματος ηλεκτρικής κιθάρας, στα καμαρίνια, λεπτά πριν το σαρωτικό ντεμπούτο του στη σκηνή ως Magic Fingers. Φυσικά όλα είναι απλώς αρχικές εντυπώσεις και μια πλάνη στο μυαλό του Ραφ, που ψάχνει το κορίτσι των ονείρων του· είναι εύκολο, ωστόσο, να
συνεπάρει κάποιον η ταινία στο σημείο αυτό, ιδιαίτερα με την ταύτιση του θεατή με τη συμπαράσταση που δείχνει στο γιο του ο Ρομπέρ, ο πατέρας του Ραφ. Εκτός από το ότι αναλαμβάνει προσωπικά τη μεταφορά του από και προς το διαγωνισμό, τον συμβουλεύει για το πως να ανταποκριθεί προσφέροντας τις αποκρυσταλλωμένες του μουσικές γνώσεις και απόψεις κι αναλαμβάνει την κατάρτισή του και στον τομέα της ερωτικής αποπλάνησης.
Η ταινία βλέπεται απίστευτα ευχάριστα, όχι μόνο επειδή το χιούμορ των μικρών ιστοριών που την απαρτίζουν είναι τόσο λεπτό κι ανεπαίσθητο που σε χτυπάει κατακέφαλα χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι – αν και το συγκεκριμένο το θεωρώ φοβερό προσόν σε μια εποχή που το μαύρο χιούμορ πασπαλίζει υποφερτές νότες σε μια ταινία, κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθείς να γελάσεις μετά μανίας, όσο κι αν αυτό κρίνεται ανέφικτο. Θα τολμούσε να προχωρήσει κανείς στην παραδοχή πως μια γενικότερη φυσικότητα αναβλύζει από το σύνολο των
χαρακτηριστικών της ταινίας, όπως οι ερμηνείες, τα σκηνικά, τα κοστούμια, αλλά και οι φαρμακερές, ετοιμοπόλεμες ατάκες των διαλόγων. Οι νεότεροι αμφισβητούν τους πρεσβύτερους, όσο απότομα, σκληρά και βιτριολικά αυτό γίνεται και στη ζωή, αδιαφορώντας για τους ψυχοσωματικούς πόνους του να μεγαλώνεις (ας αποφύγουμε εδώ, για λόγους θετικής σκέψης, να πούμε γερνάς), να προσπαθείς να γίνεις κάτι περισσότερο από αυτό που είσαι, νιώθοντας ήδη ένα απολίθωμα που έκανε θυσίες ώστε να κάνει παιδιά, μόνο και μόνο για να τα αναθρέψει και να τα δει να ανοίγουν τα δικά τους φτερά, συχνά πεισματικά, οριστικά και αμετάκλητα. Όπως η Μαρί-Ζαν, η μητέρα, που αποφασίζει να παρακολουθήσει μαθήματα Τέχνης στο πανεπιστήμιο στα 40κάτι, επιστρέφοντας στις πολυάριθμες ομάδες φίλων και στα σκισμένα τζιν, στην προσπάθεια να σταθεί πιο κοντά στα παιδιά της, αλλά και να αναζωογονήσει τη σχέση της με το σύζυγό της.
Όσο για την πρώτη μέρα του υπολοίπου της δικής μου ζωής, επιχειρώντας να διαψεύσω το ρητό πως η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο ευφάνταστη από την τέχνη, το μόνο που μου 'ρχεται, ενώ ψάχνω και ξαναψάχνω τις αναμνήσεις μου είναι η στιγμή της φώτισης μετά το τέλος των εξετάσεων για την πρώτη ενότητα του μεταπτυχιακού μου, στις αρχές του περσινού καλοκαιριού. Αν και ολοφάνερα εσωστρεφής στιγμή, το ότι μάλλον αισθανόμουν να έχω καταφέρει κάτι κάτω από δυσχερείς περιστάσεις, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αρκετά από τα γρανάζια του μυαλού μου δούλευαν πυρετωδώς ώστε να κατεβάσω ιδέες για να στήσω ένα ιστολόγιο (αυτό εδώ!), και, για πρώτη φορά, να καταφέρω να το συνεχίσω, άναψε μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής μια νοητή ατομική λάμπα που με έκανε να δω διάφορα πράγματα υπό άλλο πρίσμα, πιο ήρεμο και συγκαταβατικό. Η παραδοχή πως είχα ανθρώπους, όπως για παράδειγμα την οικογένειά μου, που ένιωθα πως θα ήταν για πάντα εκεί, σαφώς συνέβαλε τα μέγιστα στο συναίσθημα, κι εδώ είναι που υποκλίνομαι στα μηνύματα, που, χωρίς επιμονές, προσπαθεί να μεταδώσει η ταινία. Ιδιοσυγκρασιακές σκέψεις, με βάση την Πυρκαγιά σ' ένα Σπιρτόκουτο, που τότε άκουσα για πρώτη φορά, αγναντεύοντας τοπία της Μακεδονίας· σας προτρέπω να κάνετε κι εσείς κάτι παρόμοιο σύντομα για να επωφεληθείτε από σκέψεις παρόμοιων ειδών που προσωπικά σας γεμίζουν.



Η Πρώτη Μέρα της Υπόλοιπης Ζωής σου θα διεκδικήσει τη δυνατότητα να σου μείνει αξέχαστη, αν περιλαμβάνει το χρώμα, την ανάμνηση ή βέλτιστα τη συμμετοχή αυτών που αγαπάς πιο πολύ, ανεξάρτητα αν τους επέλεξες ή σε επέλεξαν: μια όμορφη αλήθεια που η αξιοπρόσεκτη αυτή ταινία επιχειρεί να μας μεταδώσει.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2017

Ερωτικές Εντάσεις Εξ Επαφής

Την αδυναμία μου για ταινίες που ξεδιπλώνονται κυρίως με όχημα το λόγο την έχω ήδη εκφράσει, όπως και τις προτιμήσεις μου για μικρές, κατά βάση αντιχολιγουντιανές παραγωγές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Εξ Επαφής που σας συστήνω σήμερα συνίσταται στο συνδυασμό δύναμης λόγου του σεναρίου και χτισίματος των χαρακτήρων από τέσσερις γνωστούς από εμπορικές ταινίες αξιόλογους πρωταγωνιστές, που καταφέρνουν όχι μόνο να αναδυθεί το νόημα της ταινίας, αλλά και ιδιαίτερα βαθιές αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις (για την ακρίβεια, ούτε κι εγώ τους το είχα!). Με άλλα λόγια, ο παρακάτω έχει υπάρξει ένας τρόπος, κινηματογραφικά, να συμπράξει έστω και σύντομα η λάμψη με την ουσία.


Η ζωή του Νταν (Τζουντ Λο) φαίνεται να αλλάζει δραστικά την ημέρα που μπαίνει στη ζωή του η Άλις (Νάταλι Πόρτμαν), μια νέα στριπτιζέζ που έχει δραπετεύσει από την Αμερική για να επανεφεύρει τη ζωή της (ή ίσως για να τα ξαναζήσει όλα με διαφορετικό τρόπο από την αρχή, σε άλλη γη). Φαίνεται να πρωτοβρίσκει τη φωνή του συγγραφέα, που ως νεκρολόγος, ποτέ δεν είχε, και γράφει το πρώτο του βιβλίο, που το βασίζει σε λεπτομέρειες από τη ζωή της νέας του ερωμένης-μούσας. Στη γνωριμία του, ωστόσο, με την Άννα (Τζούλια Ρόμπερτς), τη φωτογράφο που αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του για την έκδοση του μυθιστορήματος, υπάρχει κάτι συντριπτικό, που τους δένει μονομιάς, κάτι που δεν περιμένεις εύκολα να συναντήσεις, όσο αδύνατο κι αν φαίνεται και στους δύο να καταγράψουν αμέσως τη δραστικότητά του. Μια τέτοια συνειδητοποίηση θα έρθει αφού η Άννα έχει περάσει μερικούς μήνες με το Λάρι, το δερματολόγο που γνώρισε από ονλάιν σύμπτωση, εξαιτίας της συνομιλίας του με το Νταν σε chat, ενώ ο τελευταίος προσποιείται ότι είναι η διαδικτυακή μορφή της Άννα. Το φάντασμα του πάθους θα αρχίσει και θα συνεχίσει να στοιχειώνει την τελευταία, αφού έχει την ευκαιρία να συνειδητοποιήσει πόσο ελάχιστα μπορεί να διαφέρει ένα εκπληκτικά μορφωμένο σύγχρονο κελεπούρι από έναν άνθρωπο των σπηλαίων, αλλά και σε πόσο περίπλοκο ζήτημα μπορεί να εξελιχθεί η έννοια της επικοινωνίας και της εκμυστήρευσης «αληθειών» μεταξύ ενός ζευγαριού.


Η ταινία εστιάζει σε όλες τις πιθανές δυάδες μεταξύ των πρωταγωνιστών· εξού και βρίθει διαλόγων, κλιμακωτών εντάσεων και διαξιφισμών, στοιχείο που μπορεί να την αποκλείσει εύκολα από το μενού προτιμήσεων των κλασικών κινηματογραφόφιλων, ιδιαίτερα εξαιτίας της δυσκίνητης πλοκής της και για το ενδεχομένως «τόσο λίγο θέαμα». Στόχος της είναι ακριβώς να καταδείξει πόσο ασταθή είναι τα θεμέλια του έρωτα, όταν, μετά από κάποιες μαγικές πρώτες στιγμές, όλη η γιορτή γίνεται ένα παιχνίδι αποκρύψεων συμφερόντων κι υπολογισμών του εύρους υποχωρήσεων εκατέρωθεν. Κάτι εμφανώς εγγύτερα στη γείωση της πεζής καθημερινής πραγματικότητας από την ιδιοσυγκρασιακή φύση του έρωτα, τη δοξασμένη με αμέτρητους τρόπους από τη χολιγουντιανή παραμυθία.
Όπως συχνά συμβαίνει στ' αλήθεια, μια σχέση μπορεί να είναι σταθερή, όπως αυτή του Λάρι και της Άννα, αποφεύγωντας τα έντονα σκαμπανεβάσματα και τις εκθαμβωτικές πρωτοτυπίες. Μπορεί απλά να βασίζεται στο ότι και οι δύο θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκεί, στο ίδιο σημείο, στο ίδιο σπίτι και την επόμενη μέρα και το συμβόλαιο του να ζουν με το συγκεκριμένο τρόπο θα ισχύει με τον πανίσχυρο τρόπο που χτίστηκε στη διάρκεια της εδραίωσης του μακρόπνοου παρελθόντος (κάτι που συχνά επιζητούμε στις τωρινές σχέσεις μας, που δυσάρεστα αντικρίζουν το αύριο με τον υποκειμενικό, εξαρτώμενο από την τηλεοπτική, αλλά και κάθε είδους κανονικότητα, χαμαιλεόντειο αέρα σύγκρισης και άσκησης κριτικής επάνω στις ιδιότητες του άλλου). Μπορεί, όμως, και να βασίζεται σε έναν απλό εκβιασμό που κρατάει τον έναν από τους δύο ή και τους δύο δέσμιο σε έναν πολιτισμικό και προσωπικό εφιάλτη, κατά τον οποίο το βάσανο του να δραπετεύσεις μακριά από την πραγματικότητα που θεωρείς οικογενειακή εστία δεν απέχει τόσο μακριά από την τυραννία του να παραμένεις σε αυτήν. Η σύγχρονη μιντιακή επίδραση πάνω στη γενικώς παγκοσμιοποιημένη μας στάση έχει συμβάλλει τα μέγιστα στη θεμελίωση του παραπάνω δυσεπίλυτου διλήμματος, πρωτίστως προτείνοντας την καθιέρωση της συντροφικότητας ως απόλυτη μέχρι θανάτου αναγκαιότητα, και δευτερευόντως εξυψώνοντας τα προσωπικά μας «θέλω» εις βάρος όσων εκφράζουν οι άλλοι σταδιακά, με φαινομενική μαεστρία.


Και φτάνουμε στην παθολογική φύση του «εγώ»· χωρίς αντίρρηση πως εισβάλλει παντού, και ειδικότερα στη φύση του έρωτα. Στους ακούραστα κοπιαστικούς διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών φαίνεται να ξεπροβάλλει ακομπλεξάριστο, απαράμιλλο, ανεπηρέαστο από τις μνήμες του διαρκούς μοιράσματος στον ορίζοντα της πορείας μιας σχέσης. Στον τελευταίο διάλογο της ταινίας, ο Νταν ζητάει από την Άλις να του πει την αλήθεια για τη σχέση μιας βραδιάς της με το Λάρι, που συνέπεσε με τη διάρκεια του διαλείμματος της δικής τους σχέσης τους, παρά το γεγονός ότι ενδέχεται να συναισθάνεται πως η πίεση και η έλλειψη τυφλής εμπιστοσύνης τους οδηγεί σε ένα είδος τέλους. Σε μια παρόμοια, όσον αφορά την κλιμάκωση της έντασής της σκηνή, ο Λάρι ζητά από την Άννα να του περιγράψει λεπτομέρειες των σεξουαλικών περιπτύξεών της με τον Νταν από τις στιγμές που τον απάτησε, λες και αυτή η στεντόρεια, χυδαία καταδίκη της δικής τους σχέσης μπορεί να αποδειχθεί πως επιβεβαιώνει τις βάσεις εδραίωσης των ορίων του ιδιοσυγκρασιακού του (μοναδικά πρωτόγονου!) χαρακτήρα. Ένας εαυτός που το μόνο που φαίνεται ξεκάθαρα να επιθυμεί είναι να ξεπροβάλλει ευκρινώς μέσα από τις διαθέσεις, τα κίνητρα και τις ενοχές άλλου, ακόμη ή ίσως ειδικά (και προφανώς γι' αυτό πιο επίπονα) κι αν πρόκειται για τον ερωτικό σύντροφο.
Χωρίς να χρειάζεται να μακρηγορήσουμε για τη φύση της αλήθειας που αναδύεται από όλες τις παραπάνω μυθοπλαστικές καταστάσεις που όμως φωτίζουν υπαρκτά και βασανιστικά σημεία των σημερινών σχέσεων. Αδιαμφισβήτητα η πλάνη της αντικειμενικής πραγματικότητας στοιχειώνει κάθε υπεραναλυτικό διαξιφισμό (που, ωστόσο, διαλογικά αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα συνομιλιών, κατά τις οποίες, στην καθημερινότητά μας, συχνά χρειάζεται να ξεστομίσουμε ακόμη κι ό,τι πιο ασήμαντο, κυριολεκτικά), τις στιγμές που ένα ή μια σειρά από συμβάντα μετουσιώνονται στις αποχρώσεις οικειοποίησης του κάθε ήρωα ή της κάθε δυαδικής δυναμικής που ξεπροβάλλει στη διάρκεια της ταινίας. Αυτή είναι σίγουρα μια από τις αναλαμπές που μπορεί να προβληματίσει, παρά τη γενικότερη κούραση του θεατή από τη μακρηγορία, που κάποια στιγμή, μετά τη μέση της ταινίας (που ωστόσο δε διαρκεί περισσότερα από 110 λεπτά), είναι δυνατό να επέλθει.


Σίγουρα είναι άλλη η θέαση ενός κομματιού ζωής από υπερβολικά κοντά, παρ' όλο που η ακατάσχετη θεατρικότητα των διαλόγων σαν να κλέβει κάτι απ' ό,τι θα μπορούσε να είναι μοναδική κινηματογραφική χάρη. Οι μοναδικές ερμηνείες και μια εσωτερική μάχη με πολλά απ' όσα σχεδόν συνεχώς αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, πάντως, θα είναι πάντα εκεί για να σας συγκινήσουν.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Βίος και Πολιτεία του Αγοριού του Πουθενά

Οι βιογραφικές ταινίες συχνά καταλήγουν βαρετές. Συχνά με ενοχλούσε, και πολλές φορές ακόμη σκέφτομαι όταν βλέπω κάποιες από αυτές, το ότι οι επιλογές που γίνονται κατά τη διάρκεια της δημιουργίας τους είναι εκεί για να δείξουν πόσο πολύ κάποιοι είναι γνώστες των γεγονότων της ζωής ενός προσώπου· κι ότι η συγκεκριμένη ζωή διαθέτει μόνο ενδιαφέροντα στοιχεία ισάριθμα με τα θέματα στα οποία ο σκηνοθέτης έχει αποφασίσει να εστιάσει. Το γεγονός ότι το ίδιο το φιλμ επιδεικνύει την επιλεκτικότητά του ήταν ξεκάθαρα κάτι που με έστρεψε προς το Αγόρι του Πουθενά της Σαμ Τέιλορ Γουντ, που έτσι κι αλλιώς ήθελα να δω λόγω του διαρκούς μου θαυμασμού για την τέχνη και την προσωπικότητα του Τζον Λένον.


Η συγκεκριμένη ταινία δεν ασχολείται με τα περιβόητα χρόνια κορύφωσης της έμπνευσης και της δημοσιότητας του πιο διάσημου από τα μέλη των Μπητλς, του συγκροτήματος που, τουλάχιστο κατά τη δική μου (ίσως κι ορισμένων άλλων) ταπεινή άποψη, άλλαξε άρδην τα παγκόσμια μουσικά πράγματα του 20ού αιώνα. Αντικείμενο έμφασης εδώ είναι τα όψιμα εφηβικά χρόνια του Λένον, και συγκεκριμένα ένα είδος οικογενειακής τραγωδίας. Συγκεκριμένα, βλέποντας το Αγόρι του Πουθενά μαθαίνουμε γιατί παρ' όλο που ο Τζον  (Άαρον Τζόνσον) έζησε μια στρωτή κι ανέμελη παιδική ηλικία κι εφηβεία, βρισκόταν σχεδόν συνεχώς μακριά από τους βιολογικούς του γονείς κατά τη διάρκειά της.
Κάτι που δε μπορείς να ισχυρισθείς με βεβαιότητα πως ήταν αρνητικό για την παιδεία και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Η θεία του Μίμι (Κριστίν Σκοτ Τόμας) και ο θείος του Τζορτζ (Ντέιβιντ Θρέλφολ) φαίνεται πως τον αγαπούσαν τόσο, ώστε φρόντισαν να λάβει την εκπαίδευση ενός εν δυνάμει λαμπρού νέου· άσχετα από την άγνοια και την απομάκρυνσή τους από πιο διαισθητικές μορφές αγάπης που ο Τζον είναι πιθανό πάντα σε κάποιο βαθμό να επιθυμούσε. Και ξαφνικά, μετά την κεραμίδα στο δόξα πατρί, αφού ως τέτοια πρέπει ο νεαρός Λένον να βίωσε το θάνατο του θείου του Τζορτζ, έρχεται μια εσωτερική παραίνεση να πλησιάσει περισσότερο τη βιολογική του μητέρα, τη Τζούλια (Αν-Μαρί Νταφ), που έχει κάνει άλλη οικογένεια, αλλά ζει μερικά στενά μακριά του, και να αρχίσει να περνά χρόνο μαζί της.
Ο νεαρός Λένον δεν έχει στη συγκεκριμένη ταινία εντελώς σχηματίσει την καλλιτεχνική φυσιογνωμία, που πολλοί έχουμε συνδυάσει με ωριμότερες περιόδους της ζωής του. Διψάει, ωστόσο, για έρωτα· διψάει να γνωρίσει το άγνωστο· ανυπομονεί για τις στιγμές που θα συντελέσει αισθητή διαφορά στον κόσμο, έστω με τους λάθος τρόπους και για τους λάθος λόγους· προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το σφυγμό της στιγμής. Σ' αυτό το σημείο της ζωής, κατά τη διάρκεια του οποίου όλοι ξέρουμε πόσο αφόρητα μπλεγμένα φαίνονται όλα και πόσο οι σφυγμοί επιταχύνονται με την παραμικρή αισθητή εναλλαγή, η οικογενειακή κρίση που έζησε ο Τζον φαίνεται καθοριστική. Η Τζούλια παίζει παιχνίδια μαζί του, χορεύει ροκ εντ ρολ, του μαθαίνει μπάντζο (κιθαροειδές όργανο, παραδοσιακά στην υπηρεσία της κάντρι και φολκ μουσικής) και κάθε στιγμή ξεχειλίζει από τρυφερότητα. Από την άλλη μεριά, η θεία Μίμι ήταν πάντα η λογική, αυτή που έχει προνοήσει να γίνει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος, χρήσιμος στην κοινωνία. Είναι στα αλήθεια ανάγκη ο μικρός κύριος που ο Τζον αργά, αλλά με σταθερά βήματα προορίζεται να γίνει, να διαλέξει ανάμεσα στις δύο μητρικές παρουσίες ως πρότυπο για τη μετέπειτα ζωή του, κι ως την κάτοχο της εστίας στην οποία θα νοσταλγεί πάντα να επιστρέφει, μετά τις περιπέτειες; Η απάντηση του Λένον δίνεται σε προχωρημένο στάδιο της ταινίας, όπως δόθηκε και στην πραγματικότητα· σφραγίζεται δε κι από μια τραγική κατάληξη που όλοι αξίζει να παρακολουθήσετε.


Βλέποντας και ξαναβλέποντας την ταινία, αδυνατεί κανείς να πιστέψει πως είναι η ρεαλιστική πραγμάτωση των τεκταινόμενων και οι εκπληκτικές ερμηνείες τα στοιχεία που την κάνουν να ξεχωρίζει. Χωρίς να μπορώ να αποφύγω να παραδεχθώ πως η σκηνοθέτης χειρίστηκε άψογα το θέμα των σκηνικών και των κοστουμιών, που δε σου επιτρέπουν καν να συλλογιστείς την πιθανή αληθοφάνεια που μπορεί να έχει προσδώσει στην ταινία, καθώς και την παραμικρή απόκλιση της πραγματικής ηλικίας του πρωταγωνιστή Τζόνσον από την αντίστοιχη του Λένον, όταν συνέβησαν όσα αναπαριστά η ταινία στην αληθινή ζωή. Το σενάριο, ωστόσο, καθώς και η πνοή που δίνει στα γεγονότα, σε συνδυασμό με μια σπάνια αναπαράσταση των ορμητικών, κι όμως καθοριστικότερων χρόνων του μεγάλου μουσικού είναι αυτά που κάνουν την ανακάλυψη της ταινίας αληθινό διαμάντι ανάμεσα σε οτιδήποτε από ανεξάρτητο σινεμά κρίνει κανείς σκόπιμο να αναζητήσει. Μιλάμε για μέρος από τα βιώματα του καλλιτέχνη, τα περισσότερα από τα οποία είναι ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό.
Δηλώνοντας ξεκάθαρη αποστροφή προς την ανθρωπολατρία, είναι εξίσου εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο τα ταραγμένα, έντονα χρόνια της εφηβείας ενός εκκολαπτόμενου καλλιτέχνη, που μόλις αρχίζει να ανακαλύπτει προς τα που φιλοδοξεί να κατευθυνθεί η ζωή του, αποτυπώνονται σε μια ευθεία γραμμή από τη σκηνοθέτη. Φαίνονται μάλιστα μέσα από τις δυο αντιμαχόμενες δυνάμεις που ευνόητα αντιπροσωπεύουν οι δύο κυρίες που διεκδικούν τη μητρότητα του Τζον τα δυο απαραίτητα συστατικά στοιχεία της καλλιτεχνίας, που είθισται κι επιβάλλεται να παραμένουν αιωνίως σε σύγκρουση μεταξύ τους: η πειθαρχία και η παρόρμηση. Από τη μια η θεία Μίμι έχει κατακτήσει επάξια τον τίτλο της κηδεμόνα του Τζον κι από την άλλη στη Τζούλια είναι αδύνατο να περιορίσει όσα νιώθει κι όσα θα έκανε ποτέ για να τον κρατήσει κοντά της. Και οι δυο στάσεις ζωής διατηρούν σε όλες τις περιστάσεις τη δύναμη να σημαδέψουν την πορεία, αλλά και να προβληματίσουν βαθιά κάποιον· ανεξάρτητα από το αν είναι μόλις έτοιμος να ακολουθήσει καλλιτεχνικά μονοπάτια ή μη.


Το Αγόρι του Πουθενά είναι μια αξιόλογη, κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να ζήσετε· άσχετα με το αν προτιμάτε την ακρόαση της ροκ εντ ρολ μουσικής και των Μπήτλς ή όχι. Η ατμόσφαιρα κι ο τρόπος που αναπαριστά τον κόσμο στον οποίο τοποθετεί το βλέμμα της είναι σίγουρο πως θα σας ενθουσιάσουν.

By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Η Επίγευση Ενός Αστακού

Μπορεί να μην έχω δοκιμάσει ακόμη το έδεσμα, αλλά δε μπορώ να ισχυριστώ πλέον το ίδιο για τον Αστακό του Γιώργου Λάνθιμου, που γύριζε εδώ και καιρό στο μυαλό μου, όχι τόσο λόγω της παγκόσμια επιτυχημένης πορείας, όσο εξαιτίας της κινηματογραφικής ματιάς του εν λόγω σκηνοθέτη, που στον Κυνόδοντα με ενθουσίασε. Αν και η υπόθεση του Αστακού τοποθετείται κι εξελίσσεται στην καρδιά μιας υποτιθέμενα μελλοντικής κι άρα ολωσδιόλου φανταστικής, δυστοπικής κοινωνίας, οι αλήθειες που μπορεί να μεταδώσει για την ανθρώπινη κατάσταση των ετεροφυλοφιλικών σχέσεων και την πραγματικότητα της συντροφικότητας δεν αποδείχτηκαν καθόλου αμελητέες.


Ο Ντέιβιντ (Κόλιν Φάρελ) βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν η σύντροφός του του ανακοινώνει πως τον απατά με κάποιον άλλο κι έχει αποφασίσει να τον αφήσει. Ιδιαίτερα γιατί οφείλει να μεταφερθεί αμέσως σε ένα ξενοδοχείο όπου μπορεί να παραμείνει ψάχνοντας την ιδανική σύντροφο για το πολύ 45 ημέρες. Αν το διάστημα αυτό εκπνεύσει χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα, τότε, όπως και κάθε υποψήφιος δεσμευόμενος, θα υποχρεωθεί να υποστεί διαδικασία μεταμόρφωσης σε ζώο της επιλογής του (ο ίδιος ο Ντέιβιντ έχει αποφασίσει πως θα προτιμούσε να γίνει αστακός). Το εγχείρημα αναζήτησης δεν αποδεικνύεται εύκολο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως ο καθένας οφείλει να αναγνωρίσει σε κάποιον από τους υποψήφιους νυμφευόμενους κάποιο χαρακτηριστικό που ήδη κατέχει, ώστε τα δύο πιτσουνάκια να οδηγηθούν στο τέλειο ταίριασμα! Πράγμα που ο πρωταγωνιστής δυσκολεύεται να πετύχει να εντοπίσει ανάμεσα σε μια γυναίκα με υπέροχα μακριά ξανθά μαλλιά, μια κοπέλα της οποίας η μύτη ματώνει νευρικά και συνεχώς, μια παντελώς άκαρδη ύπαρξη, που έρχεται σε διαμετρική αντιδιαστολή με μια άλλη υπερβολικά διαθέσιμη γυναίκα που μοιάζει μεσήλικη κι απειλεί να αυτοκτονήσει αν βιώσει την ερωτική αδιαφορία.
Κάποια στιγμή, για λίγο, κι ενώ του έχει μείνει μόνο μια εβδομάδα ζωής με τη μορφή ανθρώπου, ο πρωταγωνιστής πείθεται πως μπορεί να μοιραστεί το υπόλοιπο της ζωής του με την άκαρδη γυναίκα, που είναι και δεινά επιθετική κυνηγός· κυρίως νιώθοντας να τον κατακλύζει πιεστική η ανάγκη να επιβιώσει. Εκείνη ωστόσο ψυλλιάζεται τα ενδεχόμενα θραύσματα ευαισθησίας του και ξεσκεπάζει τα κίνητρά του, αφού σκοτώσει το μεταμορφωμένο σε σκύλο αδερφό του, με τον οποίο ο Ντέιβιντ έχει συνηθίσει να συμβιώνει, και διαπιστωθεί πως ο θάνατος του έχει προκαλέσει συγκίνηση. Είναι η αρχή του τέλους της αποδοχής των κοινωνικών συνθηκών για το Ντέιβιντ, ο οποίος, αφού αποκαλύπτεται ο πραγματικός του χαρακτήρας, αποδρά πλέον από τα εγκόσμια προς την αντισυμβατική ζωή των μοναχικών, όπου αγνοεί πως η μοναξιά και η απαγόρευση της προσωπικής επαφής μπορεί να αναπόδραστα να οδηγήσει στην ανάγκη για συντροφικότητα· και γι' αυτό μοιραία στον αληθινό έρωτα (στη συγκεκριμένη περίπτωση στο πρόσωπο της Ρέιτσελ Βάις).


Μια απίστευτα ανατριχιαστική αλήθεια για αυτή την ταινία, που ισχύει και για τον Κυνόδοντα, μολονότι ο τελευταίος αντιπροσωπεύει ξεκάθαρα μια πιο ωμή αναπαράσταση της ζωής, είναι το πόσο οι εμφανώς μετατοπισμένες, δυστοπικές προθέσεις του Λάνθιμου μας προσφέρουν στο πιάτο την αλήθεια που κατοικούμε, την κυριαρχία της οποίας συχνά αποποιούμαστε με ατράνταχτες ομολογίες μπροστά στον καθρέφτη. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ελεύθερους και δεσμευμένους, αιώνιος στυλοβάτης και των σύγχρονων κοινωνιών, ευνοεί διακρίσεις και συμπεριφορές τόσο αποτρόπαιες, που καθιστούν αδύνατο η κάθε πλευρά να συμπεριφερθεί στοχαστικά, έστω αναλογιζόμενη τις πιθανές επιπτώσεις των πράξεών της σε αντίπαλο, όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα· πλην όμως συνάνθρωπο. Τα γρανάζια μιας κοινωνίας, που οι ρυθμοί της συμπαρασύρουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, από τα οποία είναι αδύνατο να ξεφύγεις, αν θέλεις να επιβιώσεις αξιοπρεπώς και με ασφάλεια αποκαλύπτονται στο μεγαλείο της απανθρωπιάς τους, παρά το ίδιο το γεγονός της ανθρώπινής τους προέλευσης. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι είναι σκληροί, κι όταν αυτό γίνει συνήθεια, και μάλιστα θεσμοθετηθεί, η μεταμόρφωσή τους σε εν δυνάμει ανθρωπόμορφα τέρατα καραδοκεί.


Όλες αυτές οι σκέψεις γιατί η πλειάδα των παραλληλισμών, στους οποίους είναι δυνατό να προβεί κανείς ανάμεσα στα γεγονότα της πλοκής της ταινίας και φαινόμενα της πραγματικότητας προκαλεί ακόμη πιο έντονη περισυλλογή, αν κανείς την προχωρήσει και λίγο ακόμη παραπέρα. Οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο ψάχνουν απεγνωσμένα έναν τρόπο να ζευγαρώσουν, από ανάγκη, ώστε να μη μεταμορφωθούν σε κάποιο ζώο, αλλά και για να μην αναγκαστούν να αναζητήσουν τη σκληρή ζωή των μοναχικών, που περιλαμβάνει συνεχές κρυφτοκυνηγητό, στησίματα ενεδρών σε ανθρώπους και ζώα και μινιμαλιστική κοινωνικότητα. Από την άλλη μεριά, σε επίπεδο καθημερινής ζωής, η έξοδος από το σπίτι, ακόμα και για ψώνια χωρίς τον / την σύντροφο αποδεικνύεται κόλαση τη στιγμή που η αστυνομία διατηρεί κάθε δικαίωμα για τους εξονυχιστικότερους των σωματικών ελέγχων, ώστε να εξασφαλίσει ότι το πιστοποιητικό γάμου που αντικρίζει δεν είναι πλαστό ή δε στερείται αντικρίσματος. Η προσωπική μου αρχική αντίδραση σ' αυτές τις μόνο φαινομενικά παράλογες κινηματογραφικές εικόνες, και στο πόσο εύκολα είναι δυνατό να συσχετίσει κανείς καθημερινές συνέπειες και αντιδράσεις με αυτές ήταν να σκεφτώ μήπως ο σκηνοθέτης μπήκε στη διαδικασία να φιλοσοφήσει σε βάθος τις συνθήκες ζωής της ελληνικής επαρχίας, μιας και κάπως ίσως έχει έρθει σε επαφή μ' αυτές, αλλά κι επειδή εκεί ακριβώς είναι που εντοπίζει κανείς τις διαφορετικότητες στάσεων να στιγματίζονται στην ολότητά τους, να τιμωρούνται για το ενδεχόμενο ύπαρξής τους. Μετά πάλι απλώς σκέφτηκα πως διακρίσεις και διαχωρισμοί γίνονται σε όλες τις κοινωνίες ανθρώπων, μικρές ή μεγάλες, λιγότερο ή περισσότερο απολίτιστες, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ροπή προς το σεβασμό της ιδιαιτερότητες των αισθημάτων. Και σώπασα γι' αυτό το αλαζονικό αρχικό παράπονο του μόνιμου κάτοικου της περιφέρειας.


Έχω ακούσει πολλά εγκώμια για το Λάνθιμο και κάθε του έργο, όπως και πολλές κατηγορίες· με τις τελευταίες να υπερισχύουν, καταλογίζοντάς του μια επιμονή στον ελιτισμό των μορφών ξεδιπλώματος όσων τον απασχολούν στη μεγάλη οθόνη. Η αλήθεια είναι πως Ο Αστακός με κέρδισε χωρίς δεύτερη σκέψη, ιδιαίτερα λόγω των αμφιβολιών που σε γεμίζει για τις διακρίσεις που έχεις κάνεις εσύ· τις τοποθετημένες προσεκτικά μέσα σε σκέψεις και συμπεριφορές προς τους άλλους τόσο που είναι αδύνατο να δεις κατά πόσον η κοινωνία φταίει, εδώ που σε οδήγησε, και κατά πόσον εσύ η ίδια παραφέρθηκες από αντίποινα προς την αφόρητη πίεσή της, περνώντας στην επίθεση. Για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά και για όσα μπορείτε να ανακαλύψετε εσείς οι ίδιοι μέσα από αυτήν, σας τη συστήνω ανεπιφύλακτα.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Η Περιπέτεια της Φουσκωτής Πολυθρόνας

Πρέπει να ομολογήσω ότι η ανάσυρση αυτής της ταινίας από το παρελθόν έγινε κατά λάθος· ένα από τα περίεργα, εντελώς συμπτωματικά συμβάντα που φέρνει στη ζωή μας ο μαγικός κόσμος του Διαδικτύου. Συγκεκριμένα, είχα νοικιάσει τη Φουσκωτή Πολυθρόνα και την είχα δει πριν από πολλά χρόνια, χωρίς να μπορώ να παραδεχθώ πως τότε είχε αφήσει κάποιο ανεξίτηλο αποτύπωμα στις αισθήσεις ή στη μνήμη μου. Μόλις, όμως, εμφανίστηκε απροσδόκητα μπροστά μου ως αποτέλεσμα άσχετων αναζητήσεων αποφάσισα να της δώσω μια δεύτερη ευκαιρία.


Πρόκειται για μια ανεξάρτητη παραγωγή του 2005, που, με λίγη παρατηρητικότητα, αναβλύζει κριτική χαρακτηριστικών στοιχείων της αμερικανικής ζωής και κουλτούρας· χωρίς να διατείνομαι ότι η αξία των παρατηρήσεών της δε μπορεί να γενικευθεί. Ο Τζος (Μαρκ Ντάπλας) και η Έμιλι (Κέιτι Άσελτον) είναι ζευγάρι, όμως από τις πρώτες στιγμές της ταινίας είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ότι όλα δεν είναι ρόδινα μεταξύ τους. Ο Τζος αισθάνεται πολύ ανεξάρτητος κι αιώνια μέσα στο παιχνίδι, πράγμα που προκαλεί ασταμάτητα στην Έμιλι, που πιστεύει πως του έχει χαρίσει χρόνια από τη ζωή της, ένα αίσθημα προδοσίας. Ωστόσο, ο Τζος αποφασίζει τελικά να πάρει την Έμιλι μαζί του σε ένα αυτοκινητιστικό ταξίδι που έχει σχεδιάσει, κατά το οποίο σκέφτεται να διασχίσει σεβαστό κομμάτι των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε να παραλάβει μια φουσκωτή πολυθρόνα που αγόρασε από το eBay και σκοπεύει να προσφέρει ως δώρο στον πατέρα του για τα γενέθλιά του.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η φουσκωτή πολυθρόνα δε λειτουργεί μόνο ως σύμβολο της απώλειας αθώων συναισθημάτων της παιδικής ηλικίας, αλλά κι ως μια δύναμη εξαγνισμού του παρόντος, η προσπάθεια για ενδελεχείς σκέψεις σχετικά με το οποίο έχουν προ πολλού παραμεληθεί. Η φθαρμένη και διαλυμένη πολυθρόνα που παραδίδεται τελικά στο Τζος είναι το ίδιο το παιδικό κι εφηβικό (και τελοσπάντων ανήλικο) παρελθόν του που έχει κατρακυλήσει ανεπιστρεπτί, ενώ έχει φτάσει προ πολλού η ώρα για τον ίδιο να αποδεχθεί το γεγονός. Από την άλλη πλευρά, η καθυστέρηση της συνέχισης του ταξιδιού λόγω της εξαναγκαστικής ανάθεσης επισκευών στην πολυθρόνα, φέρνει στο φως τα βαθύτερα προβλήματα ανάμεσα στην Έμιλι και στον Τζος, ειδικά και μέσω της παρουσίας, της δράσης και της διαμεσολάβησης του Ρετ (Ρετ Ουίλκινς), του αδερφού του πρωταγωνιστή. Ενώ το καμάκι του τελευταίου σε μια κοπέλα στο σινεμά, όπου έχει πάει να σκοτώσει χρόνο με την Έμιλι και τον Τζος, πιάνει τόπο, τόσο που φαίνεται να έχει ερωτευτεί κι ο ίδιος τόσο τρελά, ώστε παντρεύεται το ίδιο βράδυ (όπως είναι φανερό, το παράλογο έχει τη δική του τιμητική θέση στον κόσμο της ταινίας), η Έμιλι ζει το δικό της ξεπλυμένα ρομαντικό ξέσπασμα. Πότε επιτέλους θα της εξομολογηθεί ο Τζος πως είναι η γυναίκα της ζωής του; Πόσες πιθανότητες υπάρχουν να τη ζητήσει κάποια στιγμή σε γάμο; Όταν ο κόσμος της κυρίαρχης κουλτούρας των ρομάντζων που ονειροβατούν προς την ευτυχία έχει γίνει ένα με το δέρμα σου, η επαφή με τον κόσμο της πραγματικότητας δεν είναι πάντοτε δυνατή.


Η Φουσκωτή Πολυθρόνα είναι το ψέμα στο οποίο όλοι διεκδικούμε το δικαίωμα να πιστεύουμε. Πολλές φορές, στη δίνη της καθημερινότητας, αλλά κι όταν απαιτείς από μια κατάσταση να σε κάνει να περάσεις καλά, αρνείσαι το πραγματικό της πρόσωπο, που ενίοτε μπορεί να μη φαίνεται βολικό. Ο Τζος, για παράδειγμα, κουκουλώνεται πίσω από τον συμπαγή εαυτό που στιβαρά συγκρατεί η αυτοπεποίθησή του κι αρνείται να δει το επαγγελματικό, αλλά και προσωπικό αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί. Με το τραγελαφικό αποτέλεσμα του να προσπαθεί να νοικιάσει δωμάτιο σε μοτέλ για μόνο ένα άτομο αντί για τρία (αφού η Έμιλι και ο Ρετ τον συνοδεύουν στο ταξίδι), ώστε να γλιτώσει το θαυμαστό ποσό των 10 δολλαρίων! Αλλά και με τις συνέπειες του ταχύτατου σπριντ από το τζιπ μέχρι το δωμάτιο με το σλιπάκι του ίδιου (για να μη γίνει αντιληπτός από την ιδιοκτήτρια του μοτέλ, κι ενώ έχει ήδη στείλει την Έμιλι στο δωμάτιο μεταμφιεσμένη σε Τζος) και της τελικής γελοίας αποκάλυψης.


Όσο για την αντιπαλότητα σχετικά με μια ρομαντική πραγματικότητα που έχει σταθερά δομηθεί από τη γενικότερη πραγματικότητα του ζευγαριού, γρήγορα γίνεται εμφανές πως κανένας δεν πρόκειται να υποχωρήσει από μια νοητή γραμμή πραγματοποίησης των «θέλω» του. Ο Τζος μένει, κατά μια έννοια, για πάντα παιδί μέσα του, αφού αποδιώχνει με το σκουπόξυλο τις βαθιές σκέψεις· από την άλλη, η Έμιλι αποζητά κάτι βαθύτερο, ακριβώς εκεί που δεν υπάρχει, και με την έννοια της γενικότερης απουσίας ενός ατόμου πρόθυμου και ικανού να σου προσφέρει τις αγάπες και τα λουλούδια των παραμυθιών. Η υπόσχεση για παντοτινή αγάπη είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί στα λόγια, αλλά πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί από πράξεις: να κάτι χρήσιμο που το παράδειγμα του Τζος, αλλά και μιας πλειάδας άλλων καθημερινών ανθρώπων της καθημερινότητας μπορεί να μας αποδείξει. Να είσαι ευγνώμων για το παρόν, για τα συναισθήματα που κάποιος μέχει εδώ μπορεί κι επιθυμεί να σου δώσει είναι ο καλύτερος όρκος σταθερότητας που μπορείς να κρατήσεις στα χέρια σου για να πιστέψεις στο μέλλον· ένα μέλλον που συνίσταται στο να είσαι προετοιμασμένος πως αιώνια θα εγκυμονεί απρόοπτα στοιχεία, κάτι που δεν ενέχει πάντα τη γεύση της απογοητευτικής κατάπληξης.
Δυστυχώς, η μη γενικευμένη διανομή της ταινίας στο ελληνικό κοινό με ανάγκασε να τη δω στα Αγγλικά εξαιτίας της παντελούς έλλειψης ακόμη κι αγγλικών υποτίτλων για το αλλοδαπό φιλοθεάμον κοινό. Παρά τις σποραδικές κλασικές αντιξοότητες λόγω πληθώρας ιδιωματισμών, πρέπει να ομολογήσω πως η προσπάθεια άξιζε τον κόπο. Οι ερμηνείες της ταινίας είναι κάτι πολύ πέρα από πειστικές· για την ακρίβεια έχεις την αίσθηση πως οι ηθοποιοί απλώς δεν κάνουν προσπάθεια για να υποδυθούν κάτι που ούτως ή άλλως αποτελεί συστατικό στοιχείο του εαυτού τους. Η αίσθηση αυτή συνοδεύεται και από τις ντοκιμαντερίστικες λήψεις της ταινίας, αφού, καθ' όλη τη διάρκεια, νιώθεις πως βλέπεις ένα βίντεο που τράβηξαν οι ίδιοι για να θυμούνται αυτές τις στιγμές της ζωής τους, που αναπόφευκτα σύντομα θα τακτοποιηθούν στο ράφι. Γενικότερα, όπως έχετε διαπιστώσει, για αρκετές ως τώρα αναρτήσεις μου, αν μπορούσα να κάνω κάτι στην πράξη για να εξυψώσω το στάτους ορισμένων ανεξάρτητων ταινιών στα μάτια του οποιουδήποτε θεατή λίγο ακόμη θα το είχα ήδη κάνει· αυτός είναι κι ο στόχος μου με τη συγκεκριμένη ταινία που στ' αλήθεια θεωρώ αξιόλογη, μα αδίκως παραμελημένη.


Γι' αυτό και σας προτρέπω να τη δείτε. Και γιατί κάθε στιγμή προσγείωσης στην πραγματικότητα από τις καθημερινές αυταπάτες αποδεικνύεται κρίσιμη και πέρα για πέρα αποκαλυπτική.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Μια Κάποια Γυναικεία Εκπαίδευση

Δε συνηθίζω να επιλέγω ταινίες εποχής χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που θα με σπρώξει στην πόρτα τους. Δεν είναι πως βρίσκω τα περίτεχνα κοστούμια και τα εκπληκτικά λεπτομερή σκηνικά αποκρουστικά· απλά μπορεί συχνά όλα αυτά να υπάρχουν σε μια ταινία χωρίς κανένα νόημα. Η Μια Κάποια Εκπαίδευση του Λόουν Σέρφιγκ, ωστόσο, παρά τη γενικότερη φινέτσα της, δεν είναι τέτοια περίπτωση, οπότε οποιαδήποτε αίσθηση του λεπτομερούς σας δόθηκε παραπάνω ξεχάστε την. Είναι κυρίως μια ταινία για το παρελθόν που μπορεί να μας βοηθήσει να αντικρίσουμε υπό άλλο πρίσμα το παρόν.


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, η Τζένη (Κάρεϊ Μάλιγκαν), που ζούσε σε ένα σπίτι της επαρχιακής Αγγλίας μαζί με τους γονείς της πηγαίνοντας σχολείο και περιμένοντας να μεγαλώσει και να ανοίξει τα δικά της φτερά. Της άρεσε να διαβάζει βιβλία και να μαθαίνει Γαλλικά και να ονειρεύεται πως πολύ σύντομα, μόλις καταφέρει να περάσει τις απαραίτητες εξετάσεις, θα βρεθεί να σπουδάζει Αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και θα έχει μόνο φίλους με πάθος για τη λογοτεχνία και την τέχνη, με τους οποίους θα μπορούν να κάνουν ατέλειωτες συζητήσεις για τα εκλεπτυσμένα τους γούστα. Μέχρι που μπήκε στη ζωή της ο Ντέιβιντ (Πίτερ Σάρσγκαρντ) και της έδωσε μια γεύση -ίσως λόγω του νεαρού της ηλικίας της, την αρχική- από το πως λειτουργεί ο κόσμος.
Ως μεγαλύτερος, με την κοσμική του ζωή, την απλοχεριά και την αποφασιστικότητά του, ένας αρκετά μεγαλύτερος άνδρας εύκολα μπορεί να εντυπωσιάσει την άβγαλτη Τζένη, που οι γονείς της δεν ξέρουν καν από που πάει ο δρόμος για να τη συνοδεύσουν στο κοντινότερο θέατρο. Ποιος είναι όμως ο αληθινός στόχος του Ντέιβιντ; Μέχρι ποιο σημείο θέλει να τη γοητεύσει, τι έχει στο μυαλό του να πετύχει και με ποιο τίμημα; Όλα αυτά αποκαλύπτονται σταδιακά μετά τη μέση της ταινίας, όπου η αντιστροφή της κλασικής χολιγουντιανής έκβασης πετυχαίνει καθ' ολοκληρίαν και, θα συμπλήρωνα, προσιδιάζει ανατριχιαστικά στις ανάλογες καθημερινές ιστορίες της πραγματικής ζωής.



Ακούγεται ρετρό; Η γυναικεία εξαπάτηση μπορεί να χαρακτηριστεί ορθότερα ως συστατικό στοιχείο των σχέσεων των δύο φύλων προηγούμενων εποχών; Παρά την ενδεχόμενη τάση που μπορεί να διακατέχει κάποιον να απαντήσει «ναι» στις παραπάνω ερωτήσεις, θα ήθελα να τονίσω πόσο πολύ η εξαπάτηση, που σαφώς δεν παύει να χαρακτηρίζει τον σημερινό ιστό γεγονότων, δεν είναι σπορ που εκδηλώνεται κατ' αποκλειστικότητα ενάντια στις γυναίκες, αλλά μπορεί να συμβεί στον καθένα. Όσο πανανθρώπινα θα κατορθώσουν να επιβιώσουν οι διαχρονικές αξίες των πρωταρχικών αισθημάτων, όπως η αγάπη, το μίσος και ο έρωτας, τόσο πιο πολύ θα συνεχίσουμε ως είδος κι ως μονάδες να προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε στον εαυτό μας τη σιγουριά της παντοκρατορίας της επιβολής μας. Με οποιεσδήποτε συνέπειες μπορεί η παραπάνω να συνεπάγεται για τους μικρόκοσμους των συνανθρώπων μας.
Και τώρα μπορούμε ίσως να επιστρέψουμε σε πιο αμιγώς βίντατζ συλλογισμούς. Όπως, για παράδειγμα, στο από σχεδόν καταβολής του 20ού αιώνα τονισμένου δικαίωμα των γυναικών να πραγματώνουν ακριβώς εκείνη την αποστολή για την οποία εντοπίζουν μέσα τους πως είναι προορισμένες, χωρίς τους επιφανειακότερους περιορισμούς, αλλά με ποιο τίμημα; Στον κόσμο της δεκαετίας του '50, όπου μας μεταφέρει η ταινία, η Μις Στάμπς, η φιλόλογος καθηγήτρια της Τζένη, που ασκεί με εμφανώς συνειδητοποιημένο τρόπο το επάγγελμά της, έχοντας ακολουθήσει εκτενείς σπουδές και το ξεκίνημα μιας ελπιδοφόρας καριέρας, θα μπορούσε να θεωρείται, σε πραγματικό χρόνο, μια αξιόλογη επιστήμων της εποχής της. Ή μήπως μια γυναίκα άντρας που ζει με ακατανόητο τρόπο για τα δεδομένα της κοινωνίας; Μήπως γυναίκα-άντρας δε συνεχίζει να θεωρείται και στις μέρες μας κάποια που εστιάζει στην εργασία και στις άλλες πιο προσφιλείς της δραστηριότητες, αντί να έχει τη συνεχή ανάγκη να νιώθει πως προσπαθεί να γίνει επιθυμητή στον αντρικό πληθυσμό που διεκδικεί τη δυνατότητα να την προσεγγίσει; Αυτά και μόνο όσον αφορά το επίκαιρο του χαρακτήρα της ταινίας θεωρώ πως μπορούν να μας δώσουν μπόλικη τροφή για σκέψη.


Όσο για τη μάστιγα του συναισθηματικού κόσμου, δε μπορούμε σ' αυτή την οπτική γωνία της ταινίας παρά να διαγνώσουμε ένα κενό στο οποίο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να πέσει μέσα. Καρδιές ραγίζουν καθημερινά, και ποιο το αποτέλεσμα; Απανταχού εκρήξεις μοναξιάς, επειδή, ω, η ατράνταχτη παντοτινή δύναμη της απώλειας. Κοινώς, οι ξάγρυπνες νύχτες που θα περάσεις θρηνώντας το σφάλμα σου, θρηνώντας το γιατί να μη βρίσκεται αυτή η μορφή ακόμη στη ζωή σου, παρ' όλο που αισθάνεσαι την ίδια στιγμή την ανάγκη να αναθεματίσεις κάθε μόριό της. Ακόμη κι αν ντρέπεσαι, ακόμη κι  από τον εαυτό σου να παραδεχθείς οτιδήποτε από τα παραπάνω. Και όχι, σνιφ, ήταν η τελευταία φορά που πιάστηκες κότσος, γιατί αποκλείεται να ξαναγίνει, θωρείς δεδομένο πως αποκλείεται εσύ να ξανακάνεις το ίδιο λάθος, κι όμως πόσο εμφανές είναι από την ίδια την ευαίσθητή σου φύση πως είσαι έτοιμη να το ξανακάνεις. Και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά, ειδικά τώρα που έμαθες. Κάπως έτσι ίσως αισθανόταν και η Τζένη μετά από άνευ πρωτοτυπίας τυπικά αντιτζέντλεμαν άδειασμα από το Ντέιβιντ λίγο πριν το φινάλε της ταινίας. Όχι, αυτοί οι δύο δε ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.


Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε παρεκβάσεις, στις οποίες ενδεχομένως δικαιωματικά βούτηξα παραπάνω, αυτοσχεδιαστικά ή μη, όλοι έχουμε το δικαίωμα και τις ευκαιρίες να είμαστε αληθινοί άνθρωποι, με το α κεφαλαίο, ανεξαρτήτως φύλου. Και κάπου κάπου όλοι φαίνεται να χρειαζόμαστε εκπαιδεύσεις ικανές να μας ξυπνήσουν, όχι απλώς αναπόφευκτα, αλλά καθημερινά· κινηματογραφικές ή μη.

By Μαρία Γώγογλου