Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Μουσική Μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Μουσική Μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Ταξίδια του Νου Χάρη στον Παύλο Παυλίδη

Τις στιγμές που είσαι μόνο εσύ, ένα μέρος του εαυτού σου προφυλαγμένο από τις έννοιες των άλλων ή μακριά από αυτούς, ο κόσμος συρρικνώνεται. Υπάρχουν οι εμμονές σου, όλα όσα αισθάνεσαι τόσο κοντά σε σένα, ώστε είναι αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτά· τόσο πολύ, γιατί δυσκολεύεσαι να μετρήσεις τις στιγμές που σου θύμισαν ότι είναι σημαντικό, και για σένα τον ίδιο, να συνεχίσεις. Τέτοιοι κινητήριοι μοχλοί της ζωής είναι για μένα τα τραγούδια του Παύλου Παυλίδη.

Από την πρόσφατη εμφάνιση Strings & Voices στο Gazarte (photo by Dimitris Makris)

Αλλά αυτή δεν είναι άλλη μια ανάρτηση για να σας το υπενθυμίσω (άλλωστε είναι ιδιαιτέρως ευρύτερα γνωστό ούτως ή άλλως!). Αυτή είναι μια ανάρτηση, πρωτίστως για να τιμήσω το έργο του καλλιτέχνη που έχει διανοίξει μπροστά μου ορίζοντες εμπνεύσεων, πριν και μετά τη δεύτερη φορά που παρευρέθηκα σε ζωντανή του εμφάνιση, ένα χρόνο πριν από τη σημερινή ημερομηνία· και δευτερευόντως για να συνομιλήσω με τον εαυτό μου σχετικά με την ταύτιση με το πρόσωπο του καλλιτέχνη, αυτό που ξεπροβάλλει ή καλύπτεται διεξοδικά πίσω από τα δημιουργήματα ή / και τα καλλιτεχνικά γεγονότα, και τη φευγαλέα της φύση.
Όλα λοιπόν σχεδόν ξεκίνησαν περίπου ένα χρόνο πριν.

Κάθε ζωντανή μουσική εμφάνιση είναι ένα μοναδικό γεγονός που ποτέ δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Μόνο που πολλές φορές οι μέχρι τώρα παρόμοιες εμπειρίες σου έχουν αποδείξει ότι εκεί απέναντί σου στέκεται μια μαριονέτα που απλώς περιμένει η βραδιά να κυλήσει όπως όλες οι άλλες, καταλήγοντας με την οικονομική ελάφρυνση στην κορυφή των προσδοκιών που είχε προσεκτικά προηγουμένως υπολογίσει. Δε μου συνέβη να αντικρίσω την ίδια αποστασιοποίηση των αισθήσεων του καλλιτέχνη στο πρώτο live του Παύλου που παρακολούθησα πέρσι στο Pecado της ταπεινής Ορεστιάδας (που δε φιλοξενεί τόσο συχνά καλλιτεχνικά γεγονότα, όμως έχει γνώση του τι φιλοξενεί, όταν φιλοξενεί!).Ήταν κάτι που ενθαρρύνει κάπως τις αισθήσεις σου να αλλάξουν έστω και για λίγο τον τρόπο που λειτουργούν.

Είναι ο τρόπος που διάλεξε να είναι εκεί το συγκεκριμένο βράδυ, τις συγκεκριμένες στιγμές της ημέρας του. Είναι οι δίοδοι έκφρασης που ξεδιπλώνονται μ' αυτόν τον τρόπο, λόγω διάφορων γεγονότων που συντέλεσαν στη ζωή του, όπως κι ως άθροισμα αυτής της μέρας.

Ή κι όχι ακριβώς όσα επιθυμείς να πιστέψεις. Οι στίχοι σε τοποθετούν υποτίθεται σε απόσταση αναπνοής από τον άνθρωπο, όμως ποιον άνθρωπο; Η στιχουργική είναι μια τέχνη που αριθμεί αιώνες ζωής. Γι' αυτό ακριβώς θεωρώ τη συμβολή του Μιχαήλ Μπαχτίν καθοριστική στο να καταλάβουμε ότι, εξασκώντας αυτήν, όπως κι οποιαδήποτε άλλη τέχνη, συχνά βρισκόμαστε σε διάλογο με τη συλλογική μνήμη του ίδιου του είδους ή με τους δημιουργούς που πρωτίστως θαυμάζουμε και δευτερευόντως έχουν επιδράσει με έντονο, εναργή ή μυστηριώδη τρόπο στο σύστημά μας. Πόσο ο εαυτός του είναι λοιπόν κάποιος κατά τη διάρκεια των στιχουργικών του στιγμών και ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος να τον ξεχωρίσεις από τα παραπάνω;
Και μετά, για μένα και κάποιους άλλους τουλάχιστο, είναι οι στιγμές που θεωρούμε δουλειά. Το σχεδόν αναγκαστικό κομμάτι της μέρας συχνά ισούται με τις ώρες, όταν πολύ συχνά βάζουμε τον αυτόματο για να απολαύσουμε το υπόλοιπο μέρος της που στα αλήθεια μετράει και που μπορεί να μας φέρει κάτι αναπάντεχα πρωτότυπο (άσχετα που κατά κανόνα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά). Γιατί να αφαιρέσουμε το δικαίωμα παρόμοιων στιγμών από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες;

Στο live του 2016, όπου είχα την τύχη να τον ακούσω να παίζει, ο Παυλίδης ήταν, κατά την τουλάχιστο ταπεινότατα υποκειμενική μου άποψη, αρκετά θλιμμένος για την διαδρομή που έχουν πάρει κάποιες από τις επικρατούσες ερμηνείες των τραγουδιών του από τους ορκισμένους φαν. Μιλάω για πολλούς που επιμένουν στην πίστη τους σ' αυτόν (και καλά κάνουν!), προφανώς από τις πρώτες συναυλίες των Ξύλινων Σπαθιών, όπου είχαν την τύχει να τον πρωτοαπολαύσουν (ποιος ξέρει μπορεί να είχαν κι αυτοί κάτι παρόμοιο με τη μάλλον-μια-φορά-στη-ζωή-σου-αφού-τα-συγκλονιστικά-αποφεύγουν-το-καθημερινό εμπειρία που είχα κι εγώ στο προαναφερθέν live, αν και ξεκάθαρα δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία, πράγμα που φανερώνει κι ότι συχνά μου είναι, γι' αυτό το λόγο, αδύνατο, να κατανοήσω επακριβώς την οπτική τους γωνία). Είχε μια συγκεκριμένη λύπη καθώς έπαιζε την “Ατλαντίς” και τη “Φωτιά στο Λιμάνι”, καθώς και μια αποστασιοποίηση από τα τραγούδια που σχεδόν απειλούσε να σου ξεσχίσει τα σωθικά. Ευτυχώς που παρηγοριέσαι (και όντως παίρνεις θάρρος από την επιβεβαίωση της παρηγοριάς στις μετέπειτα εμφανίσεις του) ότι σκέφτεται αλύπητα πως θα επανεφεύρει τραγούδια και στίχους, ακριβώς τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να σκέφτεται· κι αυτό μπορεί να μην είναι αναγκαστικά αρνητικό.


Ο καλλιτέχνης που αξίζει να θαυμάζεις είναι κι άνθρωπος, αλλιώς δεν αξίζεις στην πραγματικότητα να τον θαυμάζεις (και δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ένα ανδρείκελο με μηχανικές αντιδράσεις εταιρικά προκαθορισμένες). Είναι αυτός που καθορίζει τη δημιουργική διαδικασία και γι' αυτό όλο αυτό το υπέροχο που βλέπω μπροστά μου οφείλεται σ' αυτόν.

Ο ιδιαίτερος εαυτός που έχουμε την ανάγκη συχνά να σκεφτόμαστε για να νιώθουμε καλύτερα, μυστικά αναλογιζόμενοι και τις δικές μας ασύλληπτες δυνάμεις σε κάτι, στο οποίο ελάχιστοι μπορούν να μας πλησιάσουν. Τις περισσότερες φορές αυτή η αίσθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πλάνη που εγκαθίσταται με ασυνείδητα μέσα στον εγκέφαλό μας για να συντηρεί την ακεραιότητα της ατομικότητάς μας έναντι αυτής των άλλων· και να την προστατεύει με προσεκτική οριοθέτηση. Υπάρχουν, βέβαια, και σταγόνες ενδείξεων υπέρ της ανάδυσης της αντίθετης όψης. Υπάρχουν καλλιτέχνες που επιδιώκουν την εξέλιξη του εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυτοσχεδιαστικού μέρους των ζωντανών εμφανίσεών τους. Που γι' αυτούς μια συγκεκριμένη επαφή με το κοινό είναι ένα γεγονός που πρέπει να γιορταστεί με ιδιαίτερο ήχο, εικόνα και υφή. 'Η μήπως ακόμη κι εκεί επαναλαμβάνουν ασύνειδα τις εμμονές τους;


Θα μου έπαιρνε καιρό, αν άρχιζα να μετράω πόσες παυλιδο-μουσικές στιχουργικές δημιουργίες περιλαμβάνουν τη θάλασσα ως σύμβολο ή αναπόσπαστο στοιχείο της δράσης των τεκταινόμενών τους· και μπορώ να σκεφτώ το ίδιο πράγμα τουλάχιστον επίσης και για τα τρένα. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι κάθε στιγμή καθετί από αυτά εμφανίζεται στα τραγούδια με τον ίδιο τρόπο· αποφεύγοντας να αφαιρέσω από αυτή την αποτίμηση τον αναπόσπαστο ρόλο της αυτοεπαναληπτικότητας.
Θα δυσκολευτώ σίγουρα να ξεχάσω την “Κούκλα Μελαγχολική”, όπως την άκουσα στο δεύτερο live του Παύλου, στο οποίο είχα την τύχη να παρευρεθώ (και πάλι στην Ορεστιάδα, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται να πρέπει να το πιστέψουν κάποιοι!). Αν και δε θυμάμαι όλους τους στίχους που πρόσθεσε εκείνη τη στιγμή ή που τους είχε δουλέψει κάπως εκείνες τις μέρες και “του βγήκαν”, σίγουρα υπάρχει κάτι ασύγκριτο στο να βλέπεις μέρος ενός κόσμου της εποχής σου να στήνεται μπροστά σου στις ιδιοσυγκρασιακές καλλιτεχνικές του διαστάσεις. Α, και όχι, οι νέοι στίχοι δεν ήταν ίδιοι αν κι έμοιαζαν πολύ με κάποιους από αυτούς που ακούγονται στο παρακάτω, επίσης πρόσφατο βίντεο από ζωντανή εμφάνιση. Και ναι, για να ζήσετε κάτι παρόμοιο πρέπει να σηκωθείτε από την καρέκλα σας και να ψάξετε το κοντινότερο live που πρόκειται σύντομα να συμβεί γύρω σας, με την προσδοκία να ζήσετε κάτι ανάλογο. Και για το όνομα του καλλιτέχνη, πόσο πιο μεροληπτική θα μπορούσα να καταλήξω;



Υπάρχουν εκείνα τα πάθη, που καταναλώνεσαι από την ιδέα της εξοχότητάς τους κι αυτά που σε σπρώχνουν σε δρόμους διαφορετικούς· αδύνατο, φυσικά, να κατανοήσεις την εσωτερική ύστερη κατάληξη και των δύο. Αναρωτιέμαι για τις οδούς που η μουσική και η στιχουργική του Παύλου Παυλίδη θα διαλέξει για να χρωματίσει δίνες της εξέλιξης των επερχόμενων καιρών.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Μακριά από τον κόσμο των άλλων;



Υπάρχει, μου φαίνεται, μια έννοια, που όχι μόνο η γενιά μας, αλλά ολόκληρο το σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών κινδυνεύει να απωλέσει. Ένας κοινωνός συναισθήματος, που τα παιδιά μας (αν υποθέσει κανείς πως θα αποκτήσουμε ποτέ τέτοια) δε θα γνωρίσουν καν∙ που συνεχίζει να αναπνέει υποτυπωδώς μέσα σε υπόγεια, συνειδησιακά, αλλά και αληθινών υπό κατάρρευση κτιρίων. Κι αυτή είναι η έννοια της συλλογικής ζωής, που η δυτική τεχνοκρατία έχει εδώ και αιώνες βαλθεί να καταστρέψει.


Τον τελευταίο μήνα δεν είδα σχεδόν καμία ταινία. Απαρνήθηκα την οικεία μου συνήθεια χρόνων, τις Κυριακές τα απογεύματα να κουλουριάζομαι μπροστά στο λάπτοπ, χωμένη μέσα σε μια ζεστή κουβέρτα: η δραστηριότητα που κάνεις πάντα μόνος σου κι έχει καταντήσει ρουτίνα, μακριά από τον κόσμο των άλλων είναι ακόμα ένα στοιχείο που σε απομακρύνει ολοένα από αυτούς. Είδα, όμως, ένα ντοκιμαντέρ, που ήθελα για καιρό να δω, κι ο απόηχός του με κάνει να το σκέφτομαι ακόμα: την Ταξιδιάρα Ψυχή: η ταινία της Αγγελικής Αριστομενοπούλου για τη ζωή και το έργο του Γιάννη Αγγελάκα, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της δραστηριοποίησής του στη μουσική, μετά το τέλος των Τρυπών και μέχρι το 2010.
Τι είδους προσδοκίες μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται κατά τη διάρκεια της θέασης του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ;
Κατ’ αρχάς, όσους όρους ταξινόμησης του ελληνικού ροκ και γενικότερα των σύγχρονων ελληνικών ρευμάτων κι αν υπάρχουν στο κεφάλι σας, σας πληροφορώ πως πρόκειται να τα βρείτε σκούρα στην περίπτωση του Γιάννη Αγγελάκα, ενός από τους λίγους καλλιτέχνες, που εμφατικά αρνήθηκε να υποκύψει στους πειρασμούς της εμπορευματοποίησης, που συνηθίζουν να προσφέρονται πακέτο με την ευρεία ροκ αναγνώριση, για να εξελίξει τη μουσική του (θα βοηθήσει αν σας ξεκαθαρίσω πως όλα αυτά τα διατείνεται μια φαν του Παύλου Παυλίδη, που, επιστρέφοντας από την κοινή συναυλία του με τον Αγγελάκα, ένιωθε πια φαν και των δύο). Πρόκειται για ένα μουσικό που έχει ανάγκη να αφουγκραστεί τον παλμό της ευρύτερης έννοιας της κοινωνίας για να δημιουργήσει κάτι που τόσο συχνά φαίνεται να προέρχεται μέσα από την ψυχή μας την ίδια, κάτι που ενδεχομένως μπορεί να αποδειχθεί εύκολο να κατανοήσει οποιοσδήποτε μη λάτρης του είδους.


Όπως με φοβερή έκπληξη ανακάλυψα στο ντοκιμαντέρ, ο κόσμος του Αγγελάκα απέχει αρκετά από τον αντίστοιχο πολλών αναγνωρισμένων μουσικών: δε γνωρίζει νότες, δε υποκύπτει στο συγκεντρωτισμό του να επινοεί μελωδίες για το σύνολο των μουσικών που συνεργάζονται μαζί του γύρω από μια ιδέα, δε συντηρεί εντελώς μόνιμο τόπο κατοικίας ως τον προσωπικό του δημιουργικό χώρο. Η πρώτη κίνησή του, μετά τη διάλυση του πρώτου συγκροτήματός του, των Τρυπών, με τις τεράστιες ροκ επιτυχίες, ήταν να βγει στο δρόμο αναζητώντας νέα άτομα με τα οποία να μπορέσει να συμπορευθεί στο όραμά του, ξεκινώντας έτσι μια νέα περιπέτεια με άγνωστους συντρόφους προς άγνωστους προορισμούς.

Τον βλέπουμε λοιπόν στο αυτοκίνητό του να ξεκινά, ανάλογα με το ανά περιόδους πρόγραμμα και τους στόχους του, να κατευθύνεται προς έναν τόπο όπου προσδοκά να συναντήσει φίλους ώστε να παίξουν μουσική, να δημιουργήσουν και να περάσουν όμορφα παρέα. Πότε στην ηπειρωτική Ελλάδα, πότε σε ορεινά μέρη της Κρήτης. Τις περισσότερες φορές σε σπίτια-καταφύγια σε φυσικά περιβάλλοντα, μακριά από ένα ξερό, αστικό, υπερφορτωμένο τοπίο. Μαζί με τους αγαπημένους του φίλους-μουσικούς, όπως ο τσελίστας που παράγει τον ιδιόμορφο ήχο, ο Νίκος Βελιώτης ή ο Ντίνος Σαδίκης με το μπαγλαμαδάκι του και τη νοσταλγία για τα ρεμπέτικα κάθονται στο τραπέζι, πίνουν κάτι και πότε πότε συζητούν, έρχονται στο κέφι, γρατζουνούν ένα έγχορδο και τραγουδάνε.
Πράξη και σκέψη που απέχει έντονα από τον τρόπο που σκεφτόμαστε όλοι στην καθημερινότητά μας: να κουρνιάσουμε στη βολή μας στο κονάκι μας στο τέλος της ημέρας, απολαμβάνοντας τους κόπους που σπυρί σπυρί καταφέραμε να μαζέψουμε μακριά από οτιδήποτε μπορεί να προσπάθησε με κάθε τρόπο να αλλάξει λίγο θέση τα πράγματα ή να επηρεάσει την οπτική γωνία από την οποία τα βλέπουμε. Διότι ο μέσος άνθρωπος σπάνια στοχεύει σε κάτι ικανό να επιδράσει σε οποιαδήποτε έκφανση του κοινωνικού γίγνεσθαι και αυτή η παραδοχή δεν περιέχει τίποτε το τρομακτικό. Το τρομακτικό αρχίζει στο σημείο που αυτή η σταδιακή επιδίωξη της συγκομιδής των κόπων μας κλείνει ολοένα το παράθυρο μιας συναισθηματικής κοινής μας πορείας με τον κόσμο των άλλων. Κλείνει, εν τέλει, και σφραγίζει μια πόρτα ασφαλείας που μας απομονώνει από την έννοια της συλλογικότητας.
Έτσι, μαθαίνουμε να μαζευόμαστε σπίτι νωρίς το βράδυ μετά τη δουλειά και να παρηγορούμαστε μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη ή μια οθόνη υπολογιστή χωρίς επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, ούτε ακόμη και μ’ αυτούς που βρίσκονται γύρω μας. Απλώς βυθιζόμαστε στο δρόμο των προσωπικών μας προτιμήσεων όλο και βαθύτερα, χωρίς την ανάγκη να αναζητήσουμε συμπόρευση ή γυρισμό. Ένας αιώνας ατέλειωτα μοναχικών υπάρξεων.


Φέρνω στο μυαλό μου τις συζητήσεις μου με τη μητέρα μου για τα παιδικά της χρόνια. Όσα μου έχει διηγηθεί για την αγροτική κοινωνία της εκτεταμένης, αυτάρκους οικογένειας στην οποία μεγάλωσε, όπου ο καθένας αισθανόταν να εξαρτάται από την καλοτυχία του συνανθρώπου. Η βοήθεια του καθενός προς τον άλλο, είτε αυτός ήταν γείτονας, κοντινός, μακρινός συγγενής ή φίλος ήταν δεδομένη, τη στιγμή που ήξερες πως αυτό το είδος συνήθειας επρόκειτο όχι μόνο να σε βοηθήσει να προβληθείς και να επωφεληθείς προσωπικά, αλλά και να οδηγήσει την τοπική κοινωνία να προκόψει. Ιδέες που μόνο να ξεθωριάζουν μπορούν σήμερα, στην εποχή που, στο βωμό του προσωπικού συμφέροντος και των ψίχουλων που μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τους εαυτούς μας τίποτα απολύτως δε μετράει.
« Ήταν, όμως, ακατανόητο που δεν κρατούσατε τίποτε για τον εαυτό σας μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία» , καταλήγω να της λέω, κάθε φορά που το συζητάμε.


Είναι αστείο κι άτοπο να ισχυριστεί κανείς πως σήμερα οι συλλογικότητες επιβιώνουν μέσα από ορισμένες καλλιτεχνικές συντεχνίες με νέα πνοή. Όλοι, μα όλοι, μα όλοι, ακόμη κι ο νέος μου αγαπημένος, ο Αγγελάκας, δραστηριοποιούνται ολοένα και περισσότερο με κίνητρο το ίδιον όφελος, έστω κι αν αυτό, με μια απλή ματιά δε γίνεται αντιληπτό (είναι χαρακτηριστικό πως το δικό του όνομα φιγουράρει πρώτο και κυριαρχεί στις περισσότερες δισκογραφικές του προσπάθειες, όσο κι αν αυτό το γεγονός φαίνεται ταυτόχρονα να ωφελεί την πορεία και τη φήμη των μουσικών του συνεργατών). Είναι εκείνος, όπως λίγο πολύ ο καθένας μας, το πρόσωπο που αποτυπώνει την προσωπική του σφραγίδα πάνω σε αυτό με το οποίο επιθυμεί να δουλέψει, όπως επιβεβαιώνουν κατά τη διάρκεια της ταινίας πολλοί από τους Επισκέπτες, τους μουσικούς με τους οποίους ολοκλήρωσε ένα από τα πιο σημαντικά δισκογραφικά του βήματα μετά τη διάλυση του εφηβικού ονείρου που έζησε με τις Τρύπες.
Ωστόσο, ένα είδος συμπόρευσης στο έργο του φαίνεται πως δεν κινδυνεύει να χαθεί. Όχι από φόβο μήπως μείνει ξεκρέμαστος κι αναγκαστεί στ’ αλήθεια να αντιμετωπίσει το πραγματικό του είδωλο στον καθρέφτη∙ κάποιοι άνθρωποι, όπως εκείνος, αλλά κι αναρίθμητους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, έχουν αντικρίσει από καιρό τους δαίμονες-προσωπικούς τους διώκτες και συνομιλήσει μαζί τους. Ο Αγγελάκας, όπως κι οποιοδήποτε πρόσωπο σαν αυτόν δε θα ενδιαφερόταν ποτέ για τη διαδικασία του μοναχικού εγκλεισμού σε ένα στούντιο όπου θα υπήρχε για κάποιο καιρό μόνο ο ίδιος, ελεύθερος να παράξει τις ιδέες του. Με τρόπο παρόμοιο με το δικό του παράδειγμα, οφείλουμε, ωστόσο, όλοι, θεωρώ, να ομολογήσουμε πως κάτι που
εντοπίζεται στις αναπόσπαστες αθέλητα ευτυχισμένες στιγμές μας μαζί με τους άλλους δεν υπάρχει ούτε και υπήρξε ποτέ στη συνήθεια της καθημερινής μοναξιάς μας (είναι ίσως η στιγμή της παραδοχής του παραπάνω ισχυρισμού που μπορεί να κάνει κάτι μέσα μας να αλλάξει).

Για να μην αρχίσω καν να απαριθμώ της αρετές της συνεργατικής δημιουργίας ή έστω της αναζήτησης βοήθειας από τον πλησίον (η στιγμή που θα παραδεχθούμε τις προσωπικές μας αδυναμίες εμφανίζεται κρίσιμη) που είναι αδύνατο να χωρέσουν σε ένα σύντομο κείμενο, όπως αυτό εδώ. Το σίγουρο είναι πως κάποια ή όλες από τις προηγούμενες αλήθειες έγινε με κάποιο τρόπο κτήμα του γνωστού αγαπημένου καλλιτέχνη∙ με ορατό αποτέλεσμα τη γνωστή σειρά των αγαπημένων του δίσκων που μένουν πάντα στο μυαλό ενός προσεκτικού ακροατή που εκτιμά ταυτόχρονα κάθε στιχουργική και μελωδική αποκάλυψη. Οι ανάσες των λύκων και το Από ‘δω και πάνω είναι δυο μόνο χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα. Όσο για τις χαρές και τις δυσκολίες του είδους νομαδικής ζωής που έχει βιώσει ο Γιάννης Αγγελάκας προτείνω να σχηματίσετε μια γνώμη βλέποντας οι ίδιοι το ντοκιμαντέρ∙ είναι άλλωστε αμέτρητες οι σκέψεις που μια διαδρομή από κεντρικές συναυλιακές σκηνές σε επαρχιακά χωριά, κι από εγκεκριμένα στούντιο στο εσωτερικό ενός μητάτου μπορεί να δημιουργήσει.



Όσο για το εσωτερικό του καθενός από εμάς, ας κοιτάξουμε απλά τους άλλους δίπλα και γύρω μας, κι ας αφουγκραστούμε με οποιοδήποτε τρόπο αυτό που προσπαθούν να μας πουν. Κάποια μνήμη συλλογικότητας που έρχεται από το παρελθόν κι έχει αποτυπωθεί μέσα βαθιά μπορεί να ξυπνήσει, για αρχή.

By Μαρία Γώγογλου

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Για Όσο Ακόμη Κρατά το Σόου

Τίποτε ακριβώς δεν είχα στο μυαλό μου όταν διάλεξα πριν λίγες μέρες να διαβάσω το βιβλίο Κράτα το Σόου του Θεοδόση Μίχου· περισσότερο από το ότι ένα βιβλίο με ελάχιστο όγκο θα ήταν κατάλληλο για να το ρίξω στις αποσκευές των διακοπών μου, χωρίς δεύτερη σκέψη. Ταυτόχρονα, κάτι στη σύνοψη που το έδενε απορίφραστα με τον κόσμο της μουσικής με κινητοποίησε θυμίζοντάς μου πόσο καιρό είχα να πιάσω κάτι που να απέχει λίγο από το λογοτεχνικό κόσμο της μυθοπλασίας, όπου δραπετεύω συνήθως. Εν τέλει, η εμπειρία ήταν συναρπαστική, επειδή πήρα θάρρος να συνεχίσω την προσωπική μου γραφή (αφού αποδείχτηκε πως υπάρχει κι ο Μίχος που το κάνει, κι άρα, δεν είμαι πια τόσο μόνη στον κόσμο), αλλά κι επειδή κάτι από αυτό που υπάρχει στις συναυλίες που πηγαίνουμε και στη μουσική που ακούμε, το οποίο επιδρά άμεσα στο χαρακτήρα μας, μου αποκαλύφθηκε μοναδικά.

Το βιβλίο είναι ένα ολόκληρο κομμάτι ζωής που εναλλακτικά θα ήθελα να ζήσω, όντας επαρχιώτισσα κι έχοντας υπάρξει κοινό σε συναυλίες ελάχιστες φορές, σε σχέση με τις κατάλληλες ευκαιρίες που δε θα έχανε εύκολα κανείς στην Αθήνα ή τη συμπρωτεύουσα. Συγκεκριμένα, ο αφηγητής διηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά της ζωής του (σχεδόν αληθινά, όπως το εξώφυλλο μαρτυρά) που σχετίζονται άμεσα με κάποιες από τις σημαντικότερες συναυλίες τις οποίες έχει, με ποικίλες ιδιότητες, παρακολουθήσει και απολάυσει από την τρυφερή παιδική του ηλικία μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. “Και δηλαδή πόσο σημαντικά θα μπορούσαν να είναι αυτά τα γεγονότα γι' αυτόν;” θα μπορούσε εύλογα να αναρωτηθεί κάποιος. “Πολύ”, θα απαντούσε γρήγορα κάποιος άλλος, ειδικά αν σκεφτούμε πόσο φαν πολλών υποειδών της εγχώριας και της ξένης ροκ μουσικής υπήρξε ο αφηγητής, αλλά και πόσο συνειδητή υπήρξε η μετέπειτα απόφασή του να ζήσει από την τρέλα του να γράφει για τη ροκ μουσική.
Η πεμπτουσία του βιβλίου συνοψίζεται σε κάτι που ως συναυλιάζουσα έχω επανειλημμένα διαπιστώσει: πόσο πολύ αυτό που σου μένει στο τέλος της βραδιάς είναι το τι έκανε ο διπλανός σου ή πως χαζολογούσε η παρέα σου παρά το τι συνέβαινε πάνω στη σκηνή με την απόλυτη αντικειμενικότητα ενός εξωτερικού παρατηρητή. Σ' αυτό το ύφος κυμαίνονται οι ιστορίες σε συνδυασμό με την πεποίθηση του συγγραφέα ότι, σε κάποιο σημείο, ο συνδυασμός στίχων, συμβάντων και υπερθεάματος επιδρά στην προσωπικότητα και στην ατομική εξέλιξη κάποιου με ξεχωριστό τρόπο. Υπό αυτό το πρίσμα, σε μια από τις ιστορίες, διαλέγει να μας εξιστορήσει τι συνέβη μετά από μια από τις πρώτες συναυλίες που είχε παρακολουθήσει ως νιόφερτος φοιτητής Φυσικής στην Αθήνα, όταν διάλεξε να περιμένει τον καλλιτέχνη για να του ζητήσει αυτόγραφο. Τότε γνώρισε έναν άλλο τύπο, πιο παθιασμένο με το έργο του μουσικού, που περίμενε επίσης, με μια πολαρόιντ στο χέρι, και παροτρύνοντας τον αφηγητή να τον φωτογραφήσει με το Mark Lanegan (που είναι ο καλλιτέχνης που μόλις έχει δώσει συναυλία και αναμενόταν), ενώ ο ίδιος διατίθεται να κάνει το ίδιο γι' αυτόν. Η ιστορία εξελίσσεται μόνο ελαφρώς με μη αναμενόμενο τρόπο, αφού ο αφηγητής καταλήγει και με αυτόγραφο, και με φωτογραφία με το Lanegan και την αφεντιά του, αλλά και με ένα κουτάκι μπίρας που ο καλλιτέχνης του χαρίζει και που ο αφηγητής καταλήγει να χρησιμοποιήσει ως στήριγμα της φωτογραφίας που προηγήθηκε επί σειρά ετών στη δισκοθήκη του. Να κάτι που έμεινε τουλάχιστον ως λάφυρο για την προσπάθεια.
Η άλλη ιστορία που ξεχώρισα ήταν η μέρα που ο αφηγητής διαλέγει να κάνει πρόταση γάμου σ' Εκείνη, το κορίτσι των ονείρων του. Βρίσκονται μαζί στο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης, όπου έχουν διαμείνει αστέρες και αστέρες της ροκ στο παρελθόν το πρωινό που εκείνος σκέφτεται να ξεστομίσει τις λέξεις. Οι όμορφες στιγμές που έχουν περάσει μαζί στις σοφιστικέ συνοικίες της μεγαλούπολης τις τελευταίες μέρες στροβιλίζουν στο μυαλό του, όπως και διάφορες άλλες από όσες έχουν ζήσει τα τελευταία χρόνια, ώσπου... τη βλέπει τυλιγμένη στις πετσέτες μετά το πρωινό ντους, βγάζει από το βρακί του του δαχτυλίδι (πλέον κατάλληλο και ασφαλές μέρος για να το αποθηκεύσει κανείς, αμέριμνος) και της το λέει! Το αποτέλεσμα θα το μάθετε μόλις διαβάσετε το βιβλίο (έτσι για να νιώσετε και λίγο σασπένς μέχρι τότε!), αλλά μπορώ με βεβαιότητα να πω πως από τη δομή,το περιεχόμενο και τον κοφτό, ρωμαλέο ρομαντισμό που το διακατέχει πραγματικά δεν περίμενα τίποτα λιγότερο.

Κάθε συμπλεγματική συμπεριφορά είναι το αντίστοιχο και ανάλογο σε ένταση σύμπτωμα μιας μετατραυματικής εμπειρίας.”

Η γλώσσα και το ύφος του βιβλίου είναι σίγουρα ένας από τους βασικότερους παράγοντες που σε κάνουν να μη θέλεις να το αφήσεις κάτω ούτε για μια στιγμή. Η ροή των προτάσεων και η στίξη εναρμονίζονται πλήρως με την εκάστοτε συναισθηματική και συχνά σωματική κατάσταση που βρίσκεται ο αφηγητής σε καθεμιά από τις ιστορίες· και παρ' όλο που ενός είδους έλλειψη αναπνοής, αφού το τέλος των ορμητικών προτάσεων δε διαφαίνεται εύκολα, σε κάνει συχνά να αμφιβάλλεις για το τι στ' αλήθεια μέχρι τώρα διάβασες σε μια συγκεκριμένη παράγραφο, το να γυρίζεις πίσω ξανά και ξανά για να ξαναανακαλύψεις αυτό που δε βρήκες ακόμη είναι μια απόλαυση από μόνη της. Χώρια που ένα σωρό συναισθήματα κρυμμένα στις παύσεις, στο ρυθμό κι ανάμεσα στις γραμμές βρίσκεις να τα έχεις περάσει κι εσύ η ίδια: η ασφάλεια, η άνεση και ταυτόχρονα μια κάποια αμηχανία όταν βρίσκεσαι σε μια συναυλία με τους γονείς σου, πολύ μετά την ηλικία των 25, η σιγουριά του πόσο καλά ξέρεις τους φίλους σου, ώστε μπορείς με βεβαιότητα να αναπαραστήσεις μέσα σου τι σκέφτεται ο καθένας τους ξεχωριστά στη διάρκεια ενός μουσικού event, αλλά κι αυτό που νιώθεις, όταν αναλογίζεσαι πόσο σίγουρη είσαι για το setlist ενός αγαπημένου καλλιτέχνη, αλλά και για το τι θα διαδραματιστεί κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης βραδιάς που σε κάνει να αισθάνεσαι πως με κάποιο τρόπο την έχεις ξαναζήσει. Όλες αυτές οι μαγικές στιγμές γύρω από τη σκηνή, όταν οι άνθρωποι και τα πράγματα μοιάζουν ξαφνικά αυτονόητα και ανείπωτα, και γι΄αυτό και είναι τόσο δύσκολο να αποτυπωθούν σε χαρτί· που, όμως, ο Μίχος τα εξερευνά χρησιμοποιώντας έναν ιδιόχειρο εκφραστικό κι ερμηνευτικό κώδικα, που δε μπορεί παρά να καθηλώσει τον έστω κι ελάχιστα μυημένο στη ροκ εντ ρολ φιλοσοφία αναγνώστη.

Τη στιγμή, βέβαια, που αποκαλύπτεται περίτρανα πως το σκληροτράχηλο περίβλημα, που κάθε “μέσος” άνθρωπος έχει φανταστεί να ζώνει κάθε ροκ φαν γίνεται παρελθόν. Ο ρομαντισμός του συναυλιακού κόσμου αποκαλύπτεται άμεσα, αλλά και σταδιακά από το Μίχο σε μια εποχή που ελάχιστα έχει προηγηθεί αυτήν που διανύουμε, αλλά και που κατά τη διάρκεια της οποίας η φυσική παρουσία ενός προσώπου, πάνω στη σκηνή ή μη είχε μια μυστήρια, εξέχουσα σημασία (όπως για κάποιους φαν έχει ακόμα, ειδικά στα lives, όπου θέλοντας και μη βρίσκεσαι πιο κοντά με τον καλλιτέχνη, σύμφωνα με την προσωπική μου γνώμη). Τα εισιτήρια που φυλάς με υπερπροστασία μέχρι το τέλος της βραδιάς, ώστε να τα προσθέσεις στη κάνεις συλλογή, αλλά και η απεγνωσμένη, συχνά ανέλπιδη προσπάθεια να φτάσεις όσο πιο κοντά γίνεται στη σκηνή υποδηλώνουν έναν κρυμμένο ανθρωπισμό, που σίγουρα η ψηφιακή κουλτούρα, με την απροσωπία της απειλεί να αφανίσει. Ό,τι κι αν τελικά γίνει, τουλάχιστο το Κράτα το Σόου θα είναι ένα από τα βιβλία που αξίζει να διαβάσει οποιοσδήποτε λάτρης της χρονικά προπορευόμενης κουλτούρας· που κανείς από εμάς που έχουμε έστω και λίγο ζήσει λάμψεις της αίγλης των ζωντανών μουσικών εμφανίσεων δε θα συμφωνούσαμε ποτέ πως πρέπει να αποβληθεί διαπαντός από τις συνήθειές μας.
Ο Θεοδόσης Μίχος
Γιατί ο κόσμος της μουσικής υπάρχει ακόμη μέσα στα βιβλία κι αξίζει υπέρμετρα να υπάρχει· και το Κράτα το Σόου του Θεοδόση Μίχου, που αξίζει να πιάσετε στα χέρια σας όσο πιο σύντομα γίνεται είναι μια απτή απόδειξη του γεγονότος αυτού.
 
By Μαρία Γώγογλου

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ο Ίαν Κέρτις και Κάποιες Χαμένες Ελπίδες

  Η κινητικότητα της άνοιξης είναι λογικό να μας επηρεάζει ανάλογα· η αναγέννηση της φύσης μας φέρνει κάθε χρόνο και πιο κοντά σε μια ακατανόητα ευφορική καθαρότητα της σκέψης, με το που αντιλαμβανόμαστε την παρουσία της. Δεν απουσιάζουν, ωστόσο, απανταχού οι σκοτεινές δυνάμεις, αυτές που μας κρατούν μέσα στο πετσί μας και λίγο πιο μακριά από το γενικότερο σμίξιμο κατά τη διάρκεια όλων των εποχών του έτους, αφού πρόκειται για την άλλη όψη και της δικής μας φύσης. Αυτές ακριβώς τις δυνάμεις, των οποίων την παρουσία είμαι σίγουρη πως όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε αισθανθεί, θα μνημονεύσω σήμερα, για να τις ξορκίσω, αλλά κι επειδή αξίζει να γράψω για τη ζωή ενός ανθρώπου που πρόσφερε αξιόλογο έργο πριν παραδοθεί οριστικά στα άδυτά τους.


Και δεν πρόκειται για άλλη μια φορά για τη λατρεία μου για τους ροκ (κι όμως κατά βάθος, τόσο ποπ) σταρς και τις εντυπωσιακές ιδιορρυθμίες τους (όσο κι αν το σημερινό πρόσωπο, λόγω της φήμης που εν ζωή, αλλά και μετέπειτα απέκτησε, σαφώς δικαιούται το χαρακτηρισμό). Πρόκειται για την καθημερινή ποίηση της ζωής κι όσους από εμάς πιστεύουμε σ' αυτή και στην ανάδυσή της στο μέσο άνθρωπο. Κάπου στις λαβυρινθώδεις ατραπούς αυτού του συλλογισμού βρίσκουμε την ανάγκη του Ίαν Κέρτις για προσωπική έκφραση μέσα από την ποίηση των τραγουδιών του και συνεπακόλουθα την εμφάνισή του στο κατώφλι της κυρίαρχης κουλτούρας, το συχνά διαδεδομένο μονοπάτι επιτυχίας.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, αφού ελπίζω πολλοί από εσάς να θέλετε να μάθετε ποιος πραγματικά ήταν.

Ο Ίαν Κέρτις γεννήθηκε στην Αγγλία το 1956 κι έζησε τη σκοτεινή της πλευρά εν είδει προσωπικού μεγαλείου, θα μπορούσε να πει κανείς, όσο κι αν ένα κοινό, δυνητικά συλλογικό χαρακτηριστικό ελάχιστα αφήνει να φανεί από το ιδιότυπο της φυσιογνωμίας του. Διακρίθηκε στην ποίηση από παιδί, όμως τον κέρδισε η παραβατικότητα, ιδιαίτερα επειδή ήταν αδύνατο τότε για μέλος εργατικής οικογένειας να διεκδικήσει μεστή πρόσβαση στη μουσική κουλτούρα της εποχής χωρίς να προβεί σε τέτοιες συμπεριφορές. Κλέφτης μουσικών δίσκων, λοιπόν. Κλέφτης καλουπιών προτύπων, με αποσκευές άδειες από τα λοιπά απαραίτητα υλικά αγαθά και γεμάτες από όνειρα.
Το πιο σημαντικό πράγμα σχετικά με τον Ίαν, που ενδέχεται να είναι και το μοναδικό που σας έρχεται στο μυαλό σχετικά μ' αυτόν, είναι η επιληψία. Ίσως, μπορούμε να δεχτούμε πως η ιστορία της ζωής του έχει γίνει γνωστή και καταστεί ενδιαφέρουσα ως αυτή του «επιληπτικού καλλιτέχνη». Η αλήθεια είναι πως ξεκίνησε να υποφέρει από τη δίνη των αλλεπάλληλων κρίσεων από το 1978, δηλαδή λίγο μετά το σχηματισμό ενός από τα βασικότερα συγκροτήματα του Μάντσεστερ, των Joy Division και λίγο πριν την παγκόσμιά τους επιτυχία. Η ιδιαιτερότητα της στάσης του επάνω στη σκηνή εντοπίζεται ακριβώς στον τρόπο που ακόμη και με τις κινήσεις του (όσο φυσικά και με τους στίχους, αλλά και με την ερμηνεία του) προσπάθησε να μεταφέρει την εμπειρία της επιληψίας. Μιας κινησιολογίας που καθόλου δεν αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα την καθημερινή μας προσπάθεια να βγάλουμε νόημα απ' ότι έχει απομείνει σ' αυτά που ονομάζουμε «εαυτό» και «ζωή» στον 21ο αιώνα. Αυτά κι άλλες αμπελοφιλοσοφίες μπορoύν να σας συντροφεύσουν ενώ απολαμβάνετε το επόμενο βίντεο.


Η αλήθεια, επίσης, είναι πως ενδέχεται να μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επώδυνο να προσπαθείς να ισορροπήσεις σε έναν διεθνή χώρο, με τις πολλαπλές σου ιδιαιτερότητες, κουβαλώντας παντού ένα ανεξήγητο φαινόμενο που απειλεί να διαλύσει κάθε εσωτερική κι εξωτερική σου δύναμη. Κι ότι η δύναμη μιας φαρμακευτικής αγωγής βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με κρίσεις που απειλούν να σου απομυζήσουν και το τελευταίο ίχνος ενέργειας. Κι επίσης ότι μπορούν όλα αυτά να θεωρηθούν ανυπέρβλητα σε σαφή εναρμονισμένο συνδυασμό με εκτροχιασμένες επιλογές που ανακαλύπτεις πως αδυνατείς να διορθώσεις, όπως για παράδειγμα ο αποτυχημένος γάμος, στον οποίο προχώρησες από τα 20 σου κι έχει αρχίσει να σε βαραίνει. Έτσι ο Ίαν αυτοκτόνησε δι' απαγχονισμού κάπου περίπου 37 χρόνια πριν, μήνες πριν συμπληρώσει τα 24 έτη ηλικίας.
Πράγμα που μπορεί αμέσως να μας οδηγήσει να σκεφτούμε ένα σωρό πράγματα, με πρώτη το γενικότερο είδος «αντιμετώπισης» των καλλιτεχνών από την κοινωνία να κυριαρχεί στο δικό μου μυαλό. Έρχεται από παρατήρηση, εντελώς επιφανειακά ανθρωπολογική, ότι συχνά οι καλλιτέχνες αποτελούν ένα απόκοσμο είδος, ιδιαίτερα σε σχέση με την πορεία ικανοποίησης των βασικών αναγκών του καθημερινού ανθρώπου· με ένα είδος διάκρισης, με έμφυτη την τάση να υποβαθμίσει να γίνεται αισθητό στον ορίζοντα των επαφών του τελευταίου με τον πρώτο. Και αλλιώς: δεν προσπαθώ να πω πως οι καλλιτέχνες, όπως ο Ίαν, και πολλοί άλλοι χρειάζονταν, όπως κι έχουν ανάγκη ιδιαίτερη φροντίδα και μια ιδιωνύμως κατάλληλη προσαρμογή της συμπεριφοράς. Προσπαθώ απλώς να διατυπώσω την απλή παραδοχή πως έχουμε ανάγκη την ενσωμάτωση κάθε μέλους της κοινωνίας για να επωφεληθούμε από αυτήν ως ατομικότητες κι ως σύνολο. Όσο κι αν κάποιοι μας φαίνονται απίστευτα όντα πέρα ως πέρα, μπορούμε να παλέψουμε με τον παραμερισμό της παρόρμησης να τους αγνοήσουμε ή να περιθωριοποιήσουμε ακόμη και τη σκιά τους.

Έντβαρντ Μιουνκ, Μελαγχολία

Σχεδόν τελευταία, ως παραδοχή, έρχεται η μοναξιά και συγκεκριμένα η πραγματικότητα της μοναξιάς ως αποτέλεσμα της επικράτησης του καπιταλισμού, κι όπως αυτό συνεπάγεται, της γενικευμένης επιβολής της ατομοκεντρικής θεώρησης του κόσμου (δε δέχομαι πως, αν και στην περίπτωση του Ίαν μιλάμε για τα μέσα του 20ού αιώνα, οι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες δεν είχαν ήδη αρχίσει να βιώνουν τα σύγχρονα συμπτώματα που απορρέουν από τα παραπάνω). Αυτή η μοναξιά, τελοσπάντων, που σε κάνει να αισθάνεσαι πως κανένας από τους γύρω σου δε σε καταλαβαίνει ακριβώς και γι' αυτό είναι αδύνατο να βοηθηθείς. Αυτό το είδος της που σε σπρώχνει ολοταχώς προς τη διαπίστωση πως είναι σχετικά αδύνατο να μιλήσεις για οτιδήποτε με τον οποιοδήποτε και να μοιραστείτε νοήματα. Αυτή των αδιέξοδων επιλογών στη σφαίρα της πραγματικότητας, που ο Ίαν προφανώς πάλευε να ισορροπήσει, κάτι που όπως φαίνεται δεν πρόλαβε.
Απλώς, άλλη μια ιστορία για να μην τα παρατάτε ποτέ, για ξεχωριστούς λόγους, σήμερα, ούτε σαράντα χρόνια από το ατυχές συμβάν.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Αναπολώντας τα Ξύλινα Σπαθιά

Πιθανότατα σκέφτεστε ήδη το ελληνικό ροκ συγκρότημα της δεκαετίας του '90 και των αρχών του '00, αφού είναι πολύ εύκολο να σας το φέρουν στο νου οι δυο τελευταίες λέξεις του τίτλου. Αυτή, όμως, δεν είναι μια ανάρτηση αποκλειστικά και μόνο για το συγκρότημα του Παύλου Παυλίδη, που άφησε εποχή (για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το μουσικό, το έργο και η καλλιτεχνική αύρα του οποίου κατέχουν έτσι κι αλλιώς περίοπτη θέση σε αυτή εδώ το ιστολόγιο, βλέπε σχετικές αναρτήσεις εδώ κι εδώ). Αυτή η ανάρτηση παίρνει ως αφορμή την επιλογή ονόματος του εν λόγω συγκροτήματος, και γι' αυτό ίσως εύλογα επικεντρώνεται στο -όχι αυστηρά- παιδικό βιβλίο Τα Ξύλινα Σπαθιά του Παντελή Καλιότσου, συγγραφέα με εξαιρετικό ενδιαφέρον.


Μια φορά κι έναν καιρό, πολλά πολλά χρόνια πριν, οι μεγάλοι της γης μαζέυτηκαν και μέτρησαν τα κουκιά. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αποφάσισαν ότι αφού οι πόλεμοι έχουν κυριαρχήσει μέχρι στιγμής στον πλανήτη (κάπου εδώ γίνεται εμφανές ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1972 και γράφτηκε προφανώς προγενέστερα, αφού στην εποχή μας οι πόλεμοι λείπουν εδώ και πολύ καιρό), είναι υγιές και ηθικό, τα παιδιά να εξασκούνται αδιαλείπτως στην πρώιμη πολεμική τέχνη παίζοντας (τι άλλο;) πόλεμο με χρήση εξοπλισμού που ελάχιστα στερείται των αληθινών πολεμικών αξεσουάρ κι εφοδίων. Πόλεμος, λοιπόν σταδιακά κυριαρχεί, μετά την επιθετική εισβολή της προώθησης πολεμικών παιχνιδιών και στη Μανωλίτσα, ένα ελληνικό επαρχιακό χωριό,όπου το ζωτικότερο ρόλο έχει φιλόδοξα αναλάβει κατ' αποκλειστικότητα η βιτρίνα του μαγαζιού του Μπαρμπα-Γάντζου, του ντόπιου παιχνιδοπώλη. Τα παιδιά, λοιπόν, κι εκεί πορεύονται (όπως γίνεται και στην πραγματική ζωή) με ό,τι τους εξοπλίζει ο κόσμος των μεγάλων. Δηλαδή εχθρότητα, αντιπαλότητα, ανταγωνισμό· κοινώς τον πόθο να φάει ο ένας το κεφάλι του άλλου.

Κι όλα βαίνουν καλώς, και θα πήγαιναν ακόμη καλύτερα για το μαχητικά εμπνευσμένο Παγκόσμιο Συνέδριο Παιχνιδοποιών, που πρωτοστατεί στην προώθηση των παιδικών πολεμικών σύνεργων. Εκεί ο ελληνικός αντιπρόσωπος, κ. Τσιτσιφιόγκος αναδεικνύεται σε πανούργα φυσιογνωμία, επιδεικνύοντας την επιτυχία της Μανωλίτσας και όχι μόνο. Μόνο που μετά από σειρά αποτυχημένων κι επιτυχημένων πολεμικών σχεδίων επιθέσεων κι ενεδρών στη Μανωλίτσα, των οποίων τον έλεγχο έχουν αναλάβει οι δυο επικεφαλής των αντίπαλων παρατάξεων, ο Θανάσης, ο Αρχηγός και ο Φώτης, ο Στρατάρχης εμπλέκεται ο Άμαχος πληθυσμός. Αυτόν τουλάχιστο αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο ενός φιλήσυχου χωριανού, με αναπηρίες και χωρίς πόρους και συγγενείς, που κατοικεί στον παλιό μύλο της περιοχής κι εμπλέκεται άθελά του στις εχθροπραξίες, «πέφτωντας» στο πεδίο της μάχης, καθώς κατευθύνεται προς το «σπίτι» του. Κάπου εκεί, και με απώτερο σκοπό να αποτρέψει τα παιδιά από τις πρόωρες πολεμικές ασκήσεις και τη διάβρωση των μυαλών τους από σκέψεις μάχης, βγαίνει στο προσκήνιο ο κύριος Γουργούρης, ο φαρμακοποιός και ήρεμη δύναμη του χωριού, ευαγγελιζόμενος την ειρήνη.
Στα δικά μου μάτια το βιβλίο μοιάζει εύκολα προσεγγίσιμο από τον κόσμο των μικρών παιδιών που μόλις έχουν αρχίσει να αγγίζουν τη χαρά της ανάγνωσης στην πρώιμη σχολική ηλικία. Είναι γεμάτο με ήρωες και περιπετειώδη περιστατικά – ο Φώτης, ο Στρατάρχης και η μάχες γύρω από το λόφο του Μπάρδα που διαδραματίζονται στην κορύφωση του βιβλίου αποτελούν ενδεικτικά μόνο παραδείγματα. Μια ματιά από τον κόσμο ενός ενηλίκου, ωστόσο, εύκολα φέρνει στο φως πως πρόκειται για βιβλίο μιας άλλης εποχής· μιας περιόδου που χρωματίστηκε έντονα από το φόβο του Ψυχρού Πολέμου και της αμφιβολίας για το αύριο που ο αντίκτυπός του είχε καταφέρει να διασπείρει. Στην εποχή μας, μιας και οι θερμές εχθροπραξίες έχουν πια ξεπεραστεί ο πόλεμος μοιάζει κάτι απροσδιόριστα μακρινό· ένα είδος ψυχρότητας κι εξάσκησης στην αυτοσυγκράτηση έχουν προ πολλού πάρει τη θέση του τόσο στις διακρατικές, όσο και στις διαπροσωπικές σχέσεις με τα αποτελέσματα να είναι εξίσου δραματικά με την απόλαυση της ηρεμίας και της ασφάλειας που προσφέρει ένα παρατεταμένο καθεστώς ειρήνης: οι άνθρωποι προτιμούν να κρατούν για τον εαυτό τους τόσο τις διαφωνίες που αισθάνονται όσο και τα θερμότερα των συναισθημάτων. Όπως κι ο ίδιος ο Παυλίδης έχει σε πρόσφατη συνέντευξή του ξεκαθαρίσει ζούμε πλέον πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της ζωής μας μπροστά σε “οθόνες παρά διαφωνούμε μεταξύ μας”.
Και με την ευκαιρία της αναφοράς του ονόματός του, ας επιστρέψουμε για λίγο πίσω στο θρυλικό ελληνικό ροκ συγκρότημα. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω βρει ακόμη βίντεο ή συνέντευξη όπου ο δημοφιλής μουσικός να αναφέρει ότι ο τίτλος του βιβλίου έδωσε το όνομα στα μουσικά Ξύλινα Σπαθιά· τουναντίον έχει παραδεχθεί πως κάτι που είδε σε κάποια ταινία αποτέλεσε την αφορμή του εν λόγω ονόματος, ακόμη κι αν σε πάμπολλες πηγές και ιστοσελίδες το συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρεται ως έναυσμα για την επιλογή. Ανεξάρτητα από το ακριβές σημείο αφετηρίας της έμπνευσης για την ονοματοδοσία (πέρα απ' όλα πρέπει να αναγνωρίσουμε τον απαραίτητο χώρο στο δημιουργό για να διηγηθεί την ιστορία που τον εκφράζει, αν και πιθανώς κι αυτήν που περιέχει τη μεγαλύτερη δόση αλήθειας), η αφετηρία της σκέψης του είναι εμφανής με γυμνό μάτι σε κάποιον έστω κι ελάχιστα εξοικειωμένο με τη δουλειά των Ξύλινων Σπαθιών, για όσο τουλάχιστο διήρκεσε. Ένα αθώο πολεμικό παιχνίδι απέναντι στην εμπορευματοποίηση που τόσο απλόχερα πρόσφεραν τα ελληνικά ΜΜΕ το επίμαχο διάστημα του μεσουρανήματός τους· ένα είδος αντίστασης στη νοοτροπία της αναπαραγωγής και της υποκρισίας του καλλιτέχνη και του φιλότεχνου· το ταυτόχρονο ύψωμα τεσσάρων μουσικά αντιηρωικών αναστημάτων είναι τα πιο ιδανικά χαρακτηριστικά τους που θα θυμόμαστε πάντα. Χωρίς να διατείνομαι πως σ' αυτούς και μόνο συνοψίζονται αποκλειστικά οι λόγοι για τους οποίους πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε το βιβλίο ή να το συστήσετε στα παιδιά σας ή σε παιδιά που ξέρετε. 

 
Μια ελπίδα που αντηχεί ακόμη για ειλικρινή αυθεντική επικοινωνία με τον άλλο ίσως είναι ο πιο συγκροτημένος λόγος – κάτι που έχουμε πάψει από καιρό να μαθαίνουμε να εκτιμάμε. Ο Παντελής Καλιότσος και τα Ξύλινα Σπαθιά του, αλλά και τα άλλα, τα ελληνικά ροκ-εναλλακτικά Ξύλινα Σπαθιά είναι με το έργο τους ακόμη εδώ να μας το θυμίσουν.

By Μαρία Γώγογλου

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Αντισυμβατικές Σκέψεις

Συχνά σε στιγμές έξαρσης έντονων συζητήσεων έχω υποστηρίξει μέχρι τέλους τη συμπάθειά μου σε συγκεκριμένα είδη υποκουλτούρων ή δείγματα αντικουλτούρας· διαλέξτε ό,τι πιστεύετε πως ταιριάζει στην περίσταση. Θυμάμαι συγκεκριμένα, όχι ιδιαίτερα πρόσφατο διάλογο, κατά τη διάρκεια του οποίου εξέφρασα τη συχνά έντονη δυσαρέσκειά μου για προϊόντα του κυρίαρχου ρεύματος -κοινώς, για κάποια τραγούδια που, όχι απλά βρίσκουν το δρόμο προς τα ραδιόφωνα, αλλά μονοπωλούν κιόλας τα ερτζιανά, χωρίς μάλιστα να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. “Θα ήθελα να ξυπνήσω μια μέρα και να είναι κυρίαρχο ραδιοφωνικό υλικό οι Magic de Spell και οι De Facto” έχω δηλώσει με χαρακτηριστικά αποστομωτικό τρόπο, εν μέρει ίσως απωθητικό.
Όχι πως το μετανιώνω, αν κι ένα μέρος βάθους διαφωνίας είναι πλέον δεδομένο, μετά από επαφή διαρκείας με καλλιτεχνικά δείγματα που πίστεψαν από την ψυχή τους κι αυθεντικά στην αντίπερα όχθη. Ένα τέτοιο είναι ξεκάθαρα το πρόσωπο που σήμερα με ιδιαίτερη περηφάνια και συγκίνηση τιμά αυτό το ιστολόγιο: ο φρόντμαν του συγκροτήματος Νιρβάνα, κι επάξιος αντιπρόσωπος της κορύφωσης του κινήματος γκράντζ στα μέσα των 90s, Κερτ Κομπέιν, σεβαστός αριθμός χρόνων από την παραίτηση από τη ζωή του οποίου έχει πρόσφατα συμπληρωθεί.


Μακριά από τα φώτα οποιασδήποτε μποέμ ή πολυτελούς ευτυχίας στη γη της Αφθονίας του καπιταλισμού, ο Κερτ γεννήθηκε το 1967 στο Αμπερντίν της Ουάσιγκτον. Εκεί μεγάλωσε, παράτησε το σχολείο, περιθωριοποιήθηκε βιώνοντας αναπόσπαστα προσωπικές στιγμές μοναξιάς και διαρκούς αυτοπαραίτησης· βρίσκοντας τη δύναμη το 1987 να ιδρύσει ένα συγκρότημα, μαζι με τον παιδικό του φίλο Κρις Νοβοσέλιτς, σε διαρκή προσπάθεια να ανήκει κάπου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το κάπου ήταν η ροκ μουσική και η στέγη της γκραντζ, που η σταδιακή μετακόμιση στο Σιάτλ του πρόσφερε, αλλά και το είδος της φιλοδοξίας που φιλοξένησε η φύση του να γίνει συνεχιστής ενός κύματος της ροκ εντ ρολ. Για όσους αγνοούν παντελώς αυτή την πλευρά της ιστορίας, για το διάστημα της σοβαρής ενασχόλησής του με τη ροκ μουσική-ποιητική του γραφή, ο Κερτ υπήρξε εξαιρετικά επίμονος και τελειομανής, γεγονός που ενδέχεται να αποκρύπτεται από τις δηλώσεις στις ξεχωριστές live εμφανίσεις του ότι στο επόμενο κομμάτι “μπορεί να τα θαλασσώσει”.


Όσο για τον παραπάνω προβληματισμό, σχετικά με κυρίαρχες και περιθωριακές κουλτούρες, αντικουλτούρες ή / και υποκουλτούρες, πιστεύω πως είναι επαρκώς αντιπροσωπευτική η αίσθησή μου ότι ο νέος Κερτ, ο βουτηγμένος στις γκαράζ ιδεολογίες και τις μαγικές βραδιές των 150 ατόμων θα έλεγε ότι θα τον συνάρπαζε το άνοιγμα προς ένα μεγαλύτερο κοινό· που ενδεχομένως και να άκουγε κάτι λιγότερο από τον απόλυτα χαρακτηριστικό ήχο του ξισίματος των χορδών της ηλεκτρικής κιθάρας. Γι' αυτό άλλωστε και διάλεξε να κερδίσει τη συμπάθεια παραγωγών άλλων εξωστρεφών και δημοφιλών συγκροτημάτων, ώστε οι δημιουργίες του στο Nevermind να γίνουν επιτυχίες, όπως δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή η γκράντζ γνωρίσει. Ο πιο έμπειρος Κερτ, ωστόσο, με βεβαιότητα δε θα ξεχνούσε να τονίσει την πιο σκοτεινή όψη της επιτυχίας. Αυτήν που βγαίνεις στο δρόμο και όλοι φορούν το ίδιο σκισμένο και κατατριμμένο τζην με σένα και διατηρούν τα ίδια άστατα μακριά ξανθά μαλλιά με τα δικά σου. Αυτήν που βλέπεις εκατοντάδες εν δυνάμει εαυτούς σου να αντιγράφουν τη συμπεριφορά σου· κι ας είσαι ένας απόλυτα ρομαντικός περιθωριακός που ποτέ δεν έφτασε στις τελευταίες τάξεις του λυκείου. Αυτήν που τα επίδοξα αστέρια της ροκ του σιναφιού σου μιμούνται, ενώ εύχονται να μπορούσαν να αποκτήσουν το ίδιο γρέζι για να τσιρίζουν με κάποια μαεστρία στις κορυφώσεις κι ας αισθάνεσαι τη δική σου ερμηνεία ως έναν τρόπο να συναντηθεί ο ψυχικός σου κόσμος με την ιδεολογία που κουβαλάς.
Λίγοι θα διαφωνούσαν πως η μοίρα ενός ροκ καλλιτέχνη αναπόφευκτα ταλαντεύεται ανάμεσα στις δύο τάσεις· φαντάζει ουτοπικό και χρίζει ευτυχών περιστατικών κι ομαλής καθοδήγησης το να ανακαλύψει κανείς τη χρυσή τομή ανάμεσά τους. Συχνά, αν τα καταφέρει, το μέλλον είναι απλόχερο. Αν πάλι, όπως στην περίπτωση του Κερτ, υπάρχει κάτι πολύ αδιόρατο κι αναπόσπαστα συγκεκριμένο στην ευαισθησία που τον διακρίνει ενδέχεται να κινδυνεύσει θανάσιμα να προδοθεί από ασυμβατότητα με τον ίδιο τον εαυτό.
Η Κόρτνεϊ Λαβ
Γιατί μπορεί να νιώθεις αυτή την ακατανίκητη δύναμη να σε σέρνει προς το μέρος της όταν διψάς για κάποια κατανόηση και προσοχή, αλλά είναι δύσκολο να χειριστείς ένα σύνολο κέντρων ελέγχου που σε αναπαράγουν εν αγνοία σου, απομυζώντας ταυτόχρονα την ενέργειά σου. Το ίδιο ακριβώς ισχύει για έναν αριθμό μέσων αποφάσεων, προς τις οποίες το άνοιγμα με ελαφριά καρδιά, αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της ζωής μας. Όπως η συντροφικότητα, για παράδειγμα, για να αποφύγει να στρέψει κανείς το θέμα προς τη γαμήλια όψη, η δυσοίωνη πλευρά της οποίας εξίσου σκίασε τη ζωή του Κερτ. Μπορεί στην αρχή να νομίσεις πως μια συγκεκριμένη γνωριμία ήταν γραφτό να πραγματοποιηθεί ακριβώς λόγω του ότι, στα μάτια σου, και σ' αυτά όλου του κόσμου, η αντισυμβατικότητα του πάθους της σου παρέχει ορίζοντα ασφάλειας σ'ό,τι ξεκάθαρα αντιμετωπίζεις ως γνώριμα νερά για να ταξιδεύεις. Άλλα, όμως, μας αποδεικνύει η απόληξη του γάμου του με την Κόρτνεϊ Λαβ, έταιρο θηλυκό γκράντζ αστέρι της περιόδου. Η πλαστική πραγματικότητα , οι υποσχέσεις αντισυμβατικότητας και το τίποτα στο οποίο μπορείς να οδηγηθείς. Κι η ύστατη συγκέντρωση όλων των λόγων που μπορεί να σε οδήγησαν μια ανοιξιάτικη μέρα σε μια τοξική παραμονή σε μια έπαυλη στην εξοχή με ένα όπλο στο στόμα. Σαν ύμνος αντίστασης από καιρό ξοφλημένης εποχής ονείρων.

Τζέρτρουντ Αμπερκρόμπι, Σχέδιο Θανάτου

Οπωσδήποτε θεωρώ τη δύναμη χαρακτήρα και θέλησης σημαντικές περιοχές στις οποίες το αγαπημένο είδωλο υστερούσε και γι' αυτό δεν τα κατάφερε, αφήνοντάς μας μοιραία στερημένους και με μνήμη στραμμένη στο άδικο. Αλλά η τόσο συγκεκριμένη του ευαισθησία, γνώρισμα χαρακτήρα τόσο εξαιρετικά σπάνιο, διαπερνά τις κάθε λογής αποστάσεις και φτάνει μέχρι την εποχή μας. Ακούστε τη να ξεχειλίζει στο παρακάτω τραγούδι και σκεφτείτε τουλάχιστο για μια στιγμή κάτι που πιστεύετε πως μπορεί να έχει άμεση σχέση με αυτόν, αφού κάτι τόσο λίγο έμεινε πια στην απτή πραγματικότητα να του αναλογεί, όπως και στη συνείδησή μας.



By  Μαρία Γώγογλου