Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Ταξίδια του Νου Χάρη στον Παύλο Παυλίδη

Τις στιγμές που είσαι μόνο εσύ, ένα μέρος του εαυτού σου προφυλαγμένο από τις έννοιες των άλλων ή μακριά από αυτούς, ο κόσμος συρρικνώνεται. Υπάρχουν οι εμμονές σου, όλα όσα αισθάνεσαι τόσο κοντά σε σένα, ώστε είναι αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτά· τόσο πολύ, γιατί δυσκολεύεσαι να μετρήσεις τις στιγμές που σου θύμισαν ότι είναι σημαντικό, και για σένα τον ίδιο, να συνεχίσεις. Τέτοιοι κινητήριοι μοχλοί της ζωής είναι για μένα τα τραγούδια του Παύλου Παυλίδη.

Από την πρόσφατη εμφάνιση Strings & Voices στο Gazarte (photo by Dimitris Makris)

Αλλά αυτή δεν είναι άλλη μια ανάρτηση για να σας το υπενθυμίσω (άλλωστε είναι ιδιαιτέρως ευρύτερα γνωστό ούτως ή άλλως!). Αυτή είναι μια ανάρτηση, πρωτίστως για να τιμήσω το έργο του καλλιτέχνη που έχει διανοίξει μπροστά μου ορίζοντες εμπνεύσεων, πριν και μετά τη δεύτερη φορά που παρευρέθηκα σε ζωντανή του εμφάνιση, ένα χρόνο πριν από τη σημερινή ημερομηνία· και δευτερευόντως για να συνομιλήσω με τον εαυτό μου σχετικά με την ταύτιση με το πρόσωπο του καλλιτέχνη, αυτό που ξεπροβάλλει ή καλύπτεται διεξοδικά πίσω από τα δημιουργήματα ή / και τα καλλιτεχνικά γεγονότα, και τη φευγαλέα της φύση.
Όλα λοιπόν σχεδόν ξεκίνησαν περίπου ένα χρόνο πριν.

Κάθε ζωντανή μουσική εμφάνιση είναι ένα μοναδικό γεγονός που ποτέ δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Μόνο που πολλές φορές οι μέχρι τώρα παρόμοιες εμπειρίες σου έχουν αποδείξει ότι εκεί απέναντί σου στέκεται μια μαριονέτα που απλώς περιμένει η βραδιά να κυλήσει όπως όλες οι άλλες, καταλήγοντας με την οικονομική ελάφρυνση στην κορυφή των προσδοκιών που είχε προσεκτικά προηγουμένως υπολογίσει. Δε μου συνέβη να αντικρίσω την ίδια αποστασιοποίηση των αισθήσεων του καλλιτέχνη στο πρώτο live του Παύλου που παρακολούθησα πέρσι στο Pecado της ταπεινής Ορεστιάδας (που δε φιλοξενεί τόσο συχνά καλλιτεχνικά γεγονότα, όμως έχει γνώση του τι φιλοξενεί, όταν φιλοξενεί!).Ήταν κάτι που ενθαρρύνει κάπως τις αισθήσεις σου να αλλάξουν έστω και για λίγο τον τρόπο που λειτουργούν.

Είναι ο τρόπος που διάλεξε να είναι εκεί το συγκεκριμένο βράδυ, τις συγκεκριμένες στιγμές της ημέρας του. Είναι οι δίοδοι έκφρασης που ξεδιπλώνονται μ' αυτόν τον τρόπο, λόγω διάφορων γεγονότων που συντέλεσαν στη ζωή του, όπως κι ως άθροισμα αυτής της μέρας.

Ή κι όχι ακριβώς όσα επιθυμείς να πιστέψεις. Οι στίχοι σε τοποθετούν υποτίθεται σε απόσταση αναπνοής από τον άνθρωπο, όμως ποιον άνθρωπο; Η στιχουργική είναι μια τέχνη που αριθμεί αιώνες ζωής. Γι' αυτό ακριβώς θεωρώ τη συμβολή του Μιχαήλ Μπαχτίν καθοριστική στο να καταλάβουμε ότι, εξασκώντας αυτήν, όπως κι οποιαδήποτε άλλη τέχνη, συχνά βρισκόμαστε σε διάλογο με τη συλλογική μνήμη του ίδιου του είδους ή με τους δημιουργούς που πρωτίστως θαυμάζουμε και δευτερευόντως έχουν επιδράσει με έντονο, εναργή ή μυστηριώδη τρόπο στο σύστημά μας. Πόσο ο εαυτός του είναι λοιπόν κάποιος κατά τη διάρκεια των στιχουργικών του στιγμών και ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος να τον ξεχωρίσεις από τα παραπάνω;
Και μετά, για μένα και κάποιους άλλους τουλάχιστο, είναι οι στιγμές που θεωρούμε δουλειά. Το σχεδόν αναγκαστικό κομμάτι της μέρας συχνά ισούται με τις ώρες, όταν πολύ συχνά βάζουμε τον αυτόματο για να απολαύσουμε το υπόλοιπο μέρος της που στα αλήθεια μετράει και που μπορεί να μας φέρει κάτι αναπάντεχα πρωτότυπο (άσχετα που κατά κανόνα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει συχνά). Γιατί να αφαιρέσουμε το δικαίωμα παρόμοιων στιγμών από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες;

Στο live του 2016, όπου είχα την τύχη να τον ακούσω να παίζει, ο Παυλίδης ήταν, κατά την τουλάχιστο ταπεινότατα υποκειμενική μου άποψη, αρκετά θλιμμένος για την διαδρομή που έχουν πάρει κάποιες από τις επικρατούσες ερμηνείες των τραγουδιών του από τους ορκισμένους φαν. Μιλάω για πολλούς που επιμένουν στην πίστη τους σ' αυτόν (και καλά κάνουν!), προφανώς από τις πρώτες συναυλίες των Ξύλινων Σπαθιών, όπου είχαν την τύχει να τον πρωτοαπολαύσουν (ποιος ξέρει μπορεί να είχαν κι αυτοί κάτι παρόμοιο με τη μάλλον-μια-φορά-στη-ζωή-σου-αφού-τα-συγκλονιστικά-αποφεύγουν-το-καθημερινό εμπειρία που είχα κι εγώ στο προαναφερθέν live, αν και ξεκάθαρα δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία, πράγμα που φανερώνει κι ότι συχνά μου είναι, γι' αυτό το λόγο, αδύνατο, να κατανοήσω επακριβώς την οπτική τους γωνία). Είχε μια συγκεκριμένη λύπη καθώς έπαιζε την “Ατλαντίς” και τη “Φωτιά στο Λιμάνι”, καθώς και μια αποστασιοποίηση από τα τραγούδια που σχεδόν απειλούσε να σου ξεσχίσει τα σωθικά. Ευτυχώς που παρηγοριέσαι (και όντως παίρνεις θάρρος από την επιβεβαίωση της παρηγοριάς στις μετέπειτα εμφανίσεις του) ότι σκέφτεται αλύπητα πως θα επανεφεύρει τραγούδια και στίχους, ακριβώς τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να σκέφτεται· κι αυτό μπορεί να μην είναι αναγκαστικά αρνητικό.


Ο καλλιτέχνης που αξίζει να θαυμάζεις είναι κι άνθρωπος, αλλιώς δεν αξίζεις στην πραγματικότητα να τον θαυμάζεις (και δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ένα ανδρείκελο με μηχανικές αντιδράσεις εταιρικά προκαθορισμένες). Είναι αυτός που καθορίζει τη δημιουργική διαδικασία και γι' αυτό όλο αυτό το υπέροχο που βλέπω μπροστά μου οφείλεται σ' αυτόν.

Ο ιδιαίτερος εαυτός που έχουμε την ανάγκη συχνά να σκεφτόμαστε για να νιώθουμε καλύτερα, μυστικά αναλογιζόμενοι και τις δικές μας ασύλληπτες δυνάμεις σε κάτι, στο οποίο ελάχιστοι μπορούν να μας πλησιάσουν. Τις περισσότερες φορές αυτή η αίσθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πλάνη που εγκαθίσταται με ασυνείδητα μέσα στον εγκέφαλό μας για να συντηρεί την ακεραιότητα της ατομικότητάς μας έναντι αυτής των άλλων· και να την προστατεύει με προσεκτική οριοθέτηση. Υπάρχουν, βέβαια, και σταγόνες ενδείξεων υπέρ της ανάδυσης της αντίθετης όψης. Υπάρχουν καλλιτέχνες που επιδιώκουν την εξέλιξη του εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυτοσχεδιαστικού μέρους των ζωντανών εμφανίσεών τους. Που γι' αυτούς μια συγκεκριμένη επαφή με το κοινό είναι ένα γεγονός που πρέπει να γιορταστεί με ιδιαίτερο ήχο, εικόνα και υφή. 'Η μήπως ακόμη κι εκεί επαναλαμβάνουν ασύνειδα τις εμμονές τους;


Θα μου έπαιρνε καιρό, αν άρχιζα να μετράω πόσες παυλιδο-μουσικές στιχουργικές δημιουργίες περιλαμβάνουν τη θάλασσα ως σύμβολο ή αναπόσπαστο στοιχείο της δράσης των τεκταινόμενών τους· και μπορώ να σκεφτώ το ίδιο πράγμα τουλάχιστον επίσης και για τα τρένα. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι κάθε στιγμή καθετί από αυτά εμφανίζεται στα τραγούδια με τον ίδιο τρόπο· αποφεύγοντας να αφαιρέσω από αυτή την αποτίμηση τον αναπόσπαστο ρόλο της αυτοεπαναληπτικότητας.
Θα δυσκολευτώ σίγουρα να ξεχάσω την “Κούκλα Μελαγχολική”, όπως την άκουσα στο δεύτερο live του Παύλου, στο οποίο είχα την τύχη να παρευρεθώ (και πάλι στην Ορεστιάδα, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται να πρέπει να το πιστέψουν κάποιοι!). Αν και δε θυμάμαι όλους τους στίχους που πρόσθεσε εκείνη τη στιγμή ή που τους είχε δουλέψει κάπως εκείνες τις μέρες και “του βγήκαν”, σίγουρα υπάρχει κάτι ασύγκριτο στο να βλέπεις μέρος ενός κόσμου της εποχής σου να στήνεται μπροστά σου στις ιδιοσυγκρασιακές καλλιτεχνικές του διαστάσεις. Α, και όχι, οι νέοι στίχοι δεν ήταν ίδιοι αν κι έμοιαζαν πολύ με κάποιους από αυτούς που ακούγονται στο παρακάτω, επίσης πρόσφατο βίντεο από ζωντανή εμφάνιση. Και ναι, για να ζήσετε κάτι παρόμοιο πρέπει να σηκωθείτε από την καρέκλα σας και να ψάξετε το κοντινότερο live που πρόκειται σύντομα να συμβεί γύρω σας, με την προσδοκία να ζήσετε κάτι ανάλογο. Και για το όνομα του καλλιτέχνη, πόσο πιο μεροληπτική θα μπορούσα να καταλήξω;



Υπάρχουν εκείνα τα πάθη, που καταναλώνεσαι από την ιδέα της εξοχότητάς τους κι αυτά που σε σπρώχνουν σε δρόμους διαφορετικούς· αδύνατο, φυσικά, να κατανοήσεις την εσωτερική ύστερη κατάληξη και των δύο. Αναρωτιέμαι για τις οδούς που η μουσική και η στιχουργική του Παύλου Παυλίδη θα διαλέξει για να χρωματίσει δίνες της εξέλιξης των επερχόμενων καιρών.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

Δεν είμαστε βαρετοί



Ένα ερωτηματικό φιγουράρει μέσα μας κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μια παρέα χωρίς να μπορούμε να σταυρώσουμε πολλές κουβέντες: είμαστε τόσο βαρετοί που φαίνεται πως οι άλλοι δεν έχουν τη διάθεση να κάνουν καν τον κόπο να επικοινωνήσουν μαζί μας ή απλώς έχουμε όλοι ξεμείνει από το κάτι νέο, «ενδιαφέρον να ειπωθεί»; Ένα βίντεο του Σχολείου της Ζωής έρχεται να δώσει καθησυχαστικές απαντήσεις στις ανησυχίες μας, έστω κι αν δε μπορεί να χαρακτηριστεί το μόνο άξιο να συμβουλευτούμε σε ανάλογες περιστάσεις.




ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ

Σίγουρα πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία όλοι λίγο-πολύ έχουμε βρεθεί όντας νεοσσοί σε μια καινούργια παρέα ή χαλαρώνοντας στην ήδη υπάρχουσα: ξαφνικά δε μιλάει κανείς. Όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας με το απλανές, ξεχειλίζον κενότητα νοήματος βλέμμα της αγελάδας. Τι, στ’ αλήθεια, συμβαίνει; Εμείς οι ίδιοι το προκαλέσαμε αυτό, με τις απεγνωσμένες, αλλά αποτυχημένες προσπάθειές μας να πιαστούμε από κάπου για να συνεχίσουμε μια συζήτηση ή να εισάγουμε κάτι που δεν έχει προαναφερθεί στην κουβέντα; (Με συνέπεια, φυσικά, ανεπανόρθωτα, να τα θαλασσώσουμε τελείως.) Ή μήπως βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο, όπου φαίνεται όλα να έχουν στερέψει κι ό,τι υπήρξε ποτέ να μοιραστούν τα μέλη της παρέας έχει ήδη μοιραστεί; Μερικές φορές φαντάζει εύκολο να επικαλεστούμε κάτι γενικότερο στην ατμόσφαιρα για να δώσουμε μιαν εύκολη απάντηση ∙ κι όμως, η πραγματικότητα συχνά δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται.


Από τη μια μεριά, υπάρχουν εκείνες οι κλασικές παρέες, των οποίων η σύνθεση δε μεταβάλλεται ποτέ οριστικά ∙ τα άτομα που συνυπάρχουν μεταξύ τους από τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου ή ακόμα και του Δημοτικού (!) μέχρι τα έσχατα της ενηλικίωσης. Είναι η κλασική κατάσταση (όχι ότι την έχω ζήσει στο πετσί μου), όπου λογικά δείγματα προσωπικής σου εξέλιξης ενδέχεται να περιορίζουν την παντοδυναμία του συνόλου, που οφείλει να παραμένει δεμένο παρά τις εξωγενείς απειλές. Κάπως έτσι, έρχονται εκείνες οι αμήχανες στιγμές, κατά τη διάρκεια νυχτερινών εξόδων, που ελλείψει νέων εξωτερικών ερεθισμάτων ή γενικότερης προθυμίας για ειλικρίνεια ∙ και με συνοδεία χαμηλής εντάσεως μουσική, η σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο να πεις βολοδέρνει στα μυαλά όλων. Και είναι μια βαλτώδης κατάσταση, από την οποία δε μπορείς να ξεφύγεις πάρα πολύ εύκολα, αν την έχεις τόσο απόλυτα συνηθίσει.
Προσωπικά, έχω υπάρξει παρατηρήτρια του παραπάνω φαινομένου (ο κακεντρεχής λαός το ονομάζει «μούγκα στη στρούγκα») κυρίως σε ζευγάρια, που διανύουν ήδη την τρίτη ή τέταρτη κοινή τους δεκαετία, αφού παραμένουν μαζί από τις αρχές της δεκαετίας των είκοσι ή κι από ακόμη νωρίτερα. Βλέπεις δυο αγαπημένους, που έχουν βγει για ποτό, να κοιτάζονται χωρίς καμιά αφορμή για να συζητήσουν ∙ η παρατήρηση όσων συμβαίνουν γύρω τους ίσως αποτελεί τη μόνη πιθανή θύρα διεξόδου από την κατάσταση συντριπτικής σιωπής που προφανώς εκείνες τις στιγμές αντιμετωπίζουν. Η προσωπική μου εμπειρία, ωστόσο, μου έχει προσφέρει άλλες περιπτώσεις προς εξέταση. Ολόκληρη η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, με τα ανυπέρβλητα εμπόδια που προορίζεται να συναντήσει στην εποχή μας, είναι ικανή να μας ωθήσει σε παρέες, μέσα στις οποίες ενδέχεται να αισθανόμαστε βαρετοί, ή που η συμπεριφορά των ατόμων μέσα σ’ αυτές μας ωθεί να αντιλαμβανόμαστε τα εν λόγω άτομα ως βαρετά. Κάτι που, αν και εκ πρώτης όψεως μπορεί εύκολα κανείς να χαρακτηρίσει δυσάρεστο και ανοίκειο, τείνει να συμβαίνει όλο και περισσότερο σε παρέες, όπου τα μέλη έχουν εκ των προτέρων αποφασίσει πως δε θα ήθελαν και ίσως δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεθούν μεταξύ τους.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟ!
           
            Όσο περισσότερο παραμένω, πάντως, κοντά σε άτομα με αντίθετο προσανατολισμό, τόσο περισσότερο έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως η σιωπή κατά τη διάρκεια των κοινωνικών συναναστροφών δεν είναι τόσο απόλυτα αρνητική. Ίσως μάλιστα να είναι και απαραίτητη. Η διαπίστωση πως τόσα πολλά έχουν ειπωθεί, ώστε δεν έχει μείνει χώρος να προχωρήσουμε παρακάτω μπορεί να είναι ουσιώδης για την επιβίωση μιας σχέσης, αλλά και για τη διατήρηση ενός είδους εγγύτητας. Εκτός των άλλων, αν κάποιος έχει την ίδια τάση παράτασης της ευχαρίστησης που αισθάνομαι συχνά, θα νιώθει εξίσου την ανάγκη να αναβάλλει το επόμενο πιο συγκλονιστικά υπέροχο να βιωθεί και να ειπωθεί από όλες τις πλευρές την επόμενη φορά.
Εξάλλου μπορεί αυτό το κάτι που βρίσκεται στο κάτω μέρος της γλώσσας σου δευτερόλεπτα πριν εκφραστεί να προκαλέσει μυριάδες απογοητεύσεις ή να αποξενώσει τους πάντες από σένα (ένας από τους χειρότερους φόβους του είδους ανθρώπου που ελπίζει και πάντα προσπαθεί να κοινωνικοποιηθεί). Κι αν οι υπόλοιποι δεν είναι έτοιμοι ψυχολογικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να το ακούσουν, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνεις να τους πιέζεις μόνο και μόνο για να ακούγεται αυτό που θέλεις (κάτι για το ότι πολλές φορές αισθάνεσαι ανέτοιμος ή αδύναμος να μιλήσεις στους άλλους κι αυτό λογικά πρέπει να είναι κατανοητό). Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φορά που πήγα στον κινηματογράφο με μεγάλη παρέα να παρακολουθήσω την ταινία «Μαύρος Κύκνος» την ημέρα της πρεμιέρας της στην Ελλάδα. Ήταν αδύνατο να μεταφέρω στους υπόλοιπους το συναίσθημα της αλλαγής που ένιωθα να έχει συντελεστεί μέσα μου μετά το τέλος της. Γι’ αυτό και δεν το προσπάθησα καν: έμεινα ύποπτη, μα σιωπηλή, αντί να καταλήξω καταπιεστική, ως το τέλος της βραδιάς.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ / ΑΥΤΟΕΚΦΡΑΣΗ

            Ας επιστρέψουμε, τώρα, στο βίντεο, για να λάβουμε στοιχειώδεις συμβουλές (κι ας μου επιτραπεί να τις προσαρμόσω λίγο στα μέτρα και τα σταθμά της κοσμοθεωρίας μου): επιτυχημένος ομιλητής σε μια παρέα, αλλά και κάποιος που γνωρίζει τη σημασία των στιγμών σιωπής, είναι αυτός που έχει επιτύχει τη βαθύτερη γνώση του ίδιου του εαυτού του. Κοινώς, το άτομο που αισθάνεται πότε ήρθε η σωστότερη στιγμή να μιλήσει και πότε να σωπάσει, επειδή έχει μάθει να φέρεται σους άλλους με τον ίδιο σεβασμό που φέρεται και στον εαυτό του. Κι εύλογα θα ρωτούσε κανείς: πού ακριβώς βρίσκεται κρυμμένο ένα τέτοιο άτομο; Η απάντηση είναι πως βρίσκεται μέσα μας όση δυσκολία κι αν φαίνεται να αντιμετωπίζουμε στο να χειριστούμε τους εαυτούς μας και τις περιστάσεις σωστά ώστε να απελευθερωθεί.


            Κατ’ αρχάς, δε χρειάζεται υπερβολές: το ξεκίνημα, για παράδειγμα, μιας φιλίας, όπως και μιας σχέσης μπορεί να είναι δειλό και σταδιακό. Και στ’ αλήθεια δεν υπάρχει ομορφότερη διαδικασία στον κόσμο ή κάτι άλλο που με παρόμοιο τρόπο θα ευχόσουν να του πάρει τόσο καιρό να ευοδωθεί, ακριβώς επειδή περνάς όμορφα κατά τη διάρκειά του. Το σημαντικότερο που αφορά την ειλικρίνειά μας, κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου ξεδιπλώματος είναι να ακούμε τον εαυτό μας, τις προειδοποιήσεις, αλλά και τις παρορμήσεις του σε στιγμές ευτυχίας – κάτι που ασφαλώς ορθά προϋποθέτει να τον γνωρίζουμε. Μόνο έτσι οι συμμετοχές μας στην κουβέντα θα ερμηνεύονται ως καίριες παρεμβάσεις, ακόμη κι όταν αφορούν ένα σύννεφο δυσάρεστης σκέψης ή την αδικαιολόγητη ευφορία μας στις 3 τα ξημερώματα (το θεωρώ εμφανώς το πιο επιτυχημένο παράδειγμα του βίντεο όσον αφορά ιδέες με τις οποίες μπορούμε να στρέψουμε το ενδιαφέρον των άλλων προς τον εσωτερικό μας κόσμο!).
Ο επιτυχημένος συνομιλητής αντικρίζει τους άλλους με γνώμονα τις δυσκολίες που έχει ο ίδιος αντιμετωπίσει, αλλά και τις γενικότερες παρατηρήσεις για τη ζωή που τον έχουν οδηγήσει να διαμορφώσει την κοσμοθεωρία του. Έχει μάθει να ακούει προσεκτικά τις προσωπικές του ανάγκες ακριβώς με το ίδιο τρόπο που επιθυμεί να ακούσει τους άλλους να εκφραστούν. Η κάθε είδους αδιαφορία ή απομάκρυνση άλλων ανθρώπων μπορεί να ερμηνευτεί ως ανεπιτυχής σύνδεση με τις αληθινές προσωπικές τους ανάγκες και προτιμήσεις ∙ ή ως μια απολύτως κατανοητή ασυμφωνία χαρακτήρων. Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα είστε σε μια παρέα, όταν αποφασίσετε να πάρετε το λόγο, εκπροσωπήστε επάξια τον εαυτό σας χωρίς να προδώσετε όλα όσα περισσότερο εκτιμάτε. Με σεβασμό, φυσικά, προς τους γύρω σας, κι αφήνοντάς τους χώρο να ξεδιπλωθούν. 


Το να δημιουργούμε ενδιαφέρον στις καθημερινές μας σχέσεις είναι προσωπική επιλογή και ξεκινά πρωτίστως από βαθιά μέσα μας.

By Μαρία Γώγογλου

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Η λυτρωτική φυγή

Κάθε ανάγνωση ομορφαίνει τις στιγμές που εμβαθύνεις σε έννοιες και καταστάσεις που ποτέ πριν δεν είχες σκεφτεί να αναλύσεις ή, κάπως τελοσπάντων, μέσα σου να επεξεργαστείς. Πρόκειται για ακριβώς αυτό που λέμε πως γίνεται με τα βιβλία που έρχονται να μιλήσουν για κάτι που όλοι ξέρουμε πως υπάρχει, μα συχνά αδυνατούμε να βρούμε τους λόγους για τους οποίους αξίζει να το τοποθετήσουμε σε περίοπτη θέση στην καθημερινότητά μας, ή έστω να αναφερθούμε σ’ αυτό με οποιοδήποτε τρόπο. Η Τέχνη της Φυγής της Ήβαν Χάρρις έπαιξε μέσα μου ακριβώς αυτό το ρόλο ∙ δε θα μπορούσα, ωστόσο, να μην παραδεχθώ πως η συγκεκριμένη σύντομη πραγματεία με απασχόλησε και μου τράβηξε την προσοχή, εξαιτίας της αναδρομικής συνειδητοποίησης του κεντρικού ρόλου που έχουν παίξει διάφορα είδη φυγής στη ζωή μου.


Κάτι που ασφαλώς συμβαίνει στις ζωές όλων μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Όπως, άλλωστε, αντιλαμβάνεται κανείς, αν όχι ήδη από το εξώφυλλο του βιβλίου, σίγουρα από τις πρώτες σελίδες του, η έννοια της φυγής που εξετάζεται δε σχετίζεται μόνο με την απομάκρυνση από συγκεκριμένους χώρους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να συσχετίζουμε τον εαυτό μας. Η αποκοπή συνηθειών, η απαλλαγή από είδη σκέψεων, καθώς και ο αποχαιρετισμός από πρόσωπα του περιβάλλοντός μας, στο πλάι των οποίων για οποιονδήποτε λόγο αδυνατούμε να συνεχίσουμε να αντικρίζουμε μια κοινή πορεία αποτελούν εξίσου σημαντικά είδη φυγής. Όπως, μάλιστα αποδεικνύει το βιβλίο, καθένα από αυτά αξίζει να εξετάζεται ξεχωριστά, ώστε να αποτιμηθούν βέλτιστοι τρόποι αντιμετώπισης που αξίζει ο καθένας να ακολουθήσει, ώστε να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την προσωπική του εξέλιξη και την ψυχική του ηρεμία. Ο στόχος, δηλαδή, του βιβλίου προσδιορίζεται σε ένα είδος αυτοβελτίωσης, ακόμη κι αν το ίδιο δεν υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια ή ότι, με άλλα λόγια θα αλλάξει τη ζωή των αναγνωστών αυτοστιγμεί με τις θαυματουργές, εύχρηστες συμβουλές που παρέχει για το προσωπικό τους μέλλον.

Η ανάρτηση αυτή θα στερείται ειλικρίνειας αν εδώ δεν παραδεχθώ πως η συγκυρία αγοράς του βιβλίου δε συνέπεσε με προσωπικές περιστάσεις φυγής που βίωσα πρόσφατα. Εν γένει το μοτίβο φυγής από αποτυχημένες απόπειρες σχέσεων που αποδεικνύονται αρρωστημένες πάντα με προβλημάτιζε και σχεδόν με υποχρέωνε να τις αντιμετωπίζω με δέος και την απαιτούμενη θλίψη απομάκρυνσης ∙ ενδεχομένως λόγω αυτού που πάντα αντιλαμβανόμουν ως μια μόνιμη απουσία «ομοειδών» από το σπίτι, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχω αδέρφια. Ήταν, όμως, κυρίως, μια πρόσφατη φυγή,  που επιφανειακά αρχικά έμοιαζε να μην έχει επώδυνες συνέπειες και με παρακίνησε να αρπάξω μεμιάς το βιβλίο από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να στριμώξω την ανάγνωσή του επειγόντως στο πρόγραμμά μου.


Πρόκειται για την απομάκρυνσή μου από μια ξαδέρφη μου με την οποία διατηρούσα «φιλικές» επαφές εδώ και χρόνια, πότε εγγύτερες και πότε αποστασιοποιημένες. Κάποια στιγμή, ωστόσο, η ζήλεια για τα έστω και ελάχιστα πράγματα που έχεις καταφέρει αδυνατεί να μη φέρει στο φως την επιφάνεια της κακεντρέχειας των άλλων, ειδικά όταν το μόνο που τους απασχολεί είναι να σε δουν να πέφτεις με κάποιο τρόπο (κι όταν δε συμβαίνει αυτό, πόσο πολύ νευριάζουν που ο κόσμος μπαίνει ενάντια στα σχέδιά τους!). Όταν λοιπόν, μετά από χρόνια ξεδιπλώματος προσβλητικών συμπεριφορών κι υπερβολικής ανεκτικότητας, κατάφερα να απομακρυνθώ από διάφορα είδη νεανικού άγχους και είδα τα πράγματα πιο καθαρά, η απόφαση ήταν μία και μοναδική: η απομάκρυνση από την αρνητική ενέργεια ήταν μονόδρομος, καθώς συχνά τα άτομα που εχθρεύονται δε βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό τους για να δράσουν ενάντια σε άλλους. Χρησιμοποιούν όσα ανθρώπινα ή οποιουδήποτε άλλου είδους δεκανίκια βρίσκονται στο δρόμο τους για να πετύχουν τον αρρωστημένο τους στόχο, που ξαφνικά, μέσα στην πασιφανή ευτέλειά του, βρίσκεται σε θέση πιο κεντρική και από την αξία των ενδοξότερων Θερμοπυλών. Το θέμα είναι πως η αντιμετώπιση των προσωπικών συνεπειών, που συνεπάγεται μια τέτοια φυγή από πρόσωπο, απειλεί να σε καταδυναστεύει συναισθηματικά και ψυχολογικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για όσο καιρό τουλάχιστο προσπαθείς να οργανώσεις τις άμυνές σου και να ορθοποδήσεις.

Με φόντο τα παραπάνω, η αξία της φυγής ως ενέργειας, που με διάφορους τρόπους υποστηρίζει το βιβλίο, σε εκ διαμέτρου αντίθεση με αυτό που συχνότατα εκθειάζεται από την κουλτούρα μας ως η δύναμη του να σωπαίνεις και να υπομένεις, απλώς συνέχισε να μου αποκαλύπτεται καθώς
διάβαζα όλο και περισσότερες σελίδες από την Τέχνη της Φυγής. Σιγά σιγά άρχιζαν να ξεκαθαρίζουν στο μυαλό μου τα διαφορετικά είδη φυγής που μπορεί να κανείς να συναντήσει ∙ άλλα από αυτά συνέβη να τα ζήσω,  παρατηρώντας τα κι άλλα να τα πραγματοποιήσω εγώ η ίδια. Μερικά παραδείγματα προσπαθειών φυγής, για να απαλλαγείς οριστικά από κάποιον ή κάτι που σε ενοχλεί με κάποιο τρόπο, που αξίζουν να σας τραβήξουν την προσοχή είναι τα ακόλουθα:

·        Η τεχνική της λογικής: όλοι πάντα ονειρευόμαστε πως θα απαλλαγούμε από τη μάταιη καθημερινή επαφή μας με τον άλλο, αφού πρώτα του εξηγήσουμε πλήρως τα κίνητρά μας, αλλά και τις αιτίες τους. Η μέθοδος ενδείκνυται, σύμφωνα με τη συγγραφέα, για πρωτάρηδες που έχουν πάρει το δρόμο της φυγής, όπως κατά την ταπεινή προσωπική μου γνώμη, για άτομα μανιακά με την οργάνωση, χαρακτηριστικό που όλο και πιο συχνά πιστεύω πως μπορεί να αποδοθεί στον εαυτό μου.

·        Το κόψιμο των γεφυρών: φυσικά και οι πιο hardcore εκδοχές φυγής περιέχουν τη δική τους γοητεία. Το κόψιμο μιας γέφυρας ή περισσότερων πραγματοποιείται συνήθως από ένα άτομο συνειδητοποιημένο, που έχει αγανακτήσει ή πληγωθεί βαθιά από κάποιο πρόσωπο ή κατάσταση. Αποφασίζει λοιπόν να αποχωρήσει οριστικά και ηχηρά (ο ήχος της σιωπής δε θα έπρεπε να παραβλέπεται, μιας και πρόκειται για έναν από τους πιο διαπεραστικούς), χωρίς το ελάχιστο ενδιαφέρον για τις συνέπειες που η φυγή σας μπορεί να δημιουργήσει στους γύρω σας. Αν μην τι άλλο, ένα είδος φυγής που μπορεί να επιφέρει τη ρίγη της ψυχικής ανάτασης.

·        Απόκρυφη φυγή: σε κάποιες περιπτώσεις, ο φυγάς δεν αποκαλύπτει σε κανέναν τους λόγους που τον οδήγησαν στο δρόμο, ούτε καν τη φυγή του την ίδια. Συχνά προσποιείται πως όλα είναι μια χαρά, ως συνήθως, και πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η τεχνική αυτή, ειδικά όταν πρόκειται να εφαρμοστεί σε άτομα και παρέες συστήνεται μόνο όταν το άτομο που ετοιμάζεται να την επιχειρήσει είναι έμπειρος φυγάς που ξέρει ακριβώς τι και πως το κάνει. Οι απόκρυφοι φυγάδες είναι συνήθως άτομα έξυπνα, προικισμένα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνα στις καθημερινές τους συναναστροφές.

…και η απαρίθμηση δεν επιδέχεται τέλος. Υπάρχουν πάρα πολλά είδη φυγής που ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε, κι όμως αξίζει να ανακαλύψουμε στο βιβλίο με την προοπτική να τα επανεξετάσουμε. Τουλάχιστον ανήκω στη μερίδα ανθρώπων που πιστεύει πως η προσεκτική παρατήρηση κι επανεξέταση των συμπεριφορών των άλλων και των δικών μας αποτελεί σε ορισμένες περιπτώσεις το κλειδί της ευτυχίας.
Φυσικά η παραπάνω είναι μια υπερεκτιμημένη φράση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς τη δίνη των καθημερινών σχέσεων και της εργασιακής ρουτίνας, καθώς και τα χιλιάδες απρόοπτα και παράλογα που μας συμβαίνουν συνεχώς. Η ουσία είναι πως η φυγή είναι ένα εγχείρημα που ωφελεί αν γίνει κατόπιν σκέψης και προσεκτικής παρατήρησης ∙ ταυτόχρονα, οι φυγές κάθε ανθρώπου είναι καθρέφτες που φωτίζουν το δρόμο προς τις μύχιες πτυχές του χαρακτήρα του, όπως και των δυνάμεων που τον ωθούν να μείνει στη θέση tου ή να τραβήξει πίσω ή μπρος. Για την περίπτωση της δικής μου φυγής, στην οποία προαναφέρθηκα εδώ, θα πω απλά πως επιτέλους έφτασε η στιγμή να απολαύσω την απελευθερωτική της δύναμη και τη συγκινητική αγάπη στον εαυτό, ως αποτελέσματά της, τη στιγμή που κάθε ρανίδα συμπάθειας προς ένα άτομο, αλλά και εξάρτησης από αυτό εκμηδενίζεται.



Σε κάθε περίπτωση σας συστήνω την ανάγνωση αυτού του βιβλίου προς αυτογνωσία, ετερογνωσία και κάθε άλλο είδος χρήσιμης γνώσης στο οποίο είναι δυνατό να συντελέσει. Και μην ξεχνάτε να είστε όσο πιο αυτοσχεδιαστικοί αξιώνετε στις δικές σας φυγές.


By Μαρία Γώγογλου

Μακριά από τον κόσμο των άλλων;



Υπάρχει, μου φαίνεται, μια έννοια, που όχι μόνο η γενιά μας, αλλά ολόκληρο το σύστημα των σύγχρονων κοινωνιών κινδυνεύει να απωλέσει. Ένας κοινωνός συναισθήματος, που τα παιδιά μας (αν υποθέσει κανείς πως θα αποκτήσουμε ποτέ τέτοια) δε θα γνωρίσουν καν∙ που συνεχίζει να αναπνέει υποτυπωδώς μέσα σε υπόγεια, συνειδησιακά, αλλά και αληθινών υπό κατάρρευση κτιρίων. Κι αυτή είναι η έννοια της συλλογικής ζωής, που η δυτική τεχνοκρατία έχει εδώ και αιώνες βαλθεί να καταστρέψει.


Τον τελευταίο μήνα δεν είδα σχεδόν καμία ταινία. Απαρνήθηκα την οικεία μου συνήθεια χρόνων, τις Κυριακές τα απογεύματα να κουλουριάζομαι μπροστά στο λάπτοπ, χωμένη μέσα σε μια ζεστή κουβέρτα: η δραστηριότητα που κάνεις πάντα μόνος σου κι έχει καταντήσει ρουτίνα, μακριά από τον κόσμο των άλλων είναι ακόμα ένα στοιχείο που σε απομακρύνει ολοένα από αυτούς. Είδα, όμως, ένα ντοκιμαντέρ, που ήθελα για καιρό να δω, κι ο απόηχός του με κάνει να το σκέφτομαι ακόμα: την Ταξιδιάρα Ψυχή: η ταινία της Αγγελικής Αριστομενοπούλου για τη ζωή και το έργο του Γιάννη Αγγελάκα, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια της δραστηριοποίησής του στη μουσική, μετά το τέλος των Τρυπών και μέχρι το 2010.
Τι είδους προσδοκίες μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται κατά τη διάρκεια της θέασης του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ;
Κατ’ αρχάς, όσους όρους ταξινόμησης του ελληνικού ροκ και γενικότερα των σύγχρονων ελληνικών ρευμάτων κι αν υπάρχουν στο κεφάλι σας, σας πληροφορώ πως πρόκειται να τα βρείτε σκούρα στην περίπτωση του Γιάννη Αγγελάκα, ενός από τους λίγους καλλιτέχνες, που εμφατικά αρνήθηκε να υποκύψει στους πειρασμούς της εμπορευματοποίησης, που συνηθίζουν να προσφέρονται πακέτο με την ευρεία ροκ αναγνώριση, για να εξελίξει τη μουσική του (θα βοηθήσει αν σας ξεκαθαρίσω πως όλα αυτά τα διατείνεται μια φαν του Παύλου Παυλίδη, που, επιστρέφοντας από την κοινή συναυλία του με τον Αγγελάκα, ένιωθε πια φαν και των δύο). Πρόκειται για ένα μουσικό που έχει ανάγκη να αφουγκραστεί τον παλμό της ευρύτερης έννοιας της κοινωνίας για να δημιουργήσει κάτι που τόσο συχνά φαίνεται να προέρχεται μέσα από την ψυχή μας την ίδια, κάτι που ενδεχομένως μπορεί να αποδειχθεί εύκολο να κατανοήσει οποιοσδήποτε μη λάτρης του είδους.


Όπως με φοβερή έκπληξη ανακάλυψα στο ντοκιμαντέρ, ο κόσμος του Αγγελάκα απέχει αρκετά από τον αντίστοιχο πολλών αναγνωρισμένων μουσικών: δε γνωρίζει νότες, δε υποκύπτει στο συγκεντρωτισμό του να επινοεί μελωδίες για το σύνολο των μουσικών που συνεργάζονται μαζί του γύρω από μια ιδέα, δε συντηρεί εντελώς μόνιμο τόπο κατοικίας ως τον προσωπικό του δημιουργικό χώρο. Η πρώτη κίνησή του, μετά τη διάλυση του πρώτου συγκροτήματός του, των Τρυπών, με τις τεράστιες ροκ επιτυχίες, ήταν να βγει στο δρόμο αναζητώντας νέα άτομα με τα οποία να μπορέσει να συμπορευθεί στο όραμά του, ξεκινώντας έτσι μια νέα περιπέτεια με άγνωστους συντρόφους προς άγνωστους προορισμούς.

Τον βλέπουμε λοιπόν στο αυτοκίνητό του να ξεκινά, ανάλογα με το ανά περιόδους πρόγραμμα και τους στόχους του, να κατευθύνεται προς έναν τόπο όπου προσδοκά να συναντήσει φίλους ώστε να παίξουν μουσική, να δημιουργήσουν και να περάσουν όμορφα παρέα. Πότε στην ηπειρωτική Ελλάδα, πότε σε ορεινά μέρη της Κρήτης. Τις περισσότερες φορές σε σπίτια-καταφύγια σε φυσικά περιβάλλοντα, μακριά από ένα ξερό, αστικό, υπερφορτωμένο τοπίο. Μαζί με τους αγαπημένους του φίλους-μουσικούς, όπως ο τσελίστας που παράγει τον ιδιόμορφο ήχο, ο Νίκος Βελιώτης ή ο Ντίνος Σαδίκης με το μπαγλαμαδάκι του και τη νοσταλγία για τα ρεμπέτικα κάθονται στο τραπέζι, πίνουν κάτι και πότε πότε συζητούν, έρχονται στο κέφι, γρατζουνούν ένα έγχορδο και τραγουδάνε.
Πράξη και σκέψη που απέχει έντονα από τον τρόπο που σκεφτόμαστε όλοι στην καθημερινότητά μας: να κουρνιάσουμε στη βολή μας στο κονάκι μας στο τέλος της ημέρας, απολαμβάνοντας τους κόπους που σπυρί σπυρί καταφέραμε να μαζέψουμε μακριά από οτιδήποτε μπορεί να προσπάθησε με κάθε τρόπο να αλλάξει λίγο θέση τα πράγματα ή να επηρεάσει την οπτική γωνία από την οποία τα βλέπουμε. Διότι ο μέσος άνθρωπος σπάνια στοχεύει σε κάτι ικανό να επιδράσει σε οποιαδήποτε έκφανση του κοινωνικού γίγνεσθαι και αυτή η παραδοχή δεν περιέχει τίποτε το τρομακτικό. Το τρομακτικό αρχίζει στο σημείο που αυτή η σταδιακή επιδίωξη της συγκομιδής των κόπων μας κλείνει ολοένα το παράθυρο μιας συναισθηματικής κοινής μας πορείας με τον κόσμο των άλλων. Κλείνει, εν τέλει, και σφραγίζει μια πόρτα ασφαλείας που μας απομονώνει από την έννοια της συλλογικότητας.
Έτσι, μαθαίνουμε να μαζευόμαστε σπίτι νωρίς το βράδυ μετά τη δουλειά και να παρηγορούμαστε μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη ή μια οθόνη υπολογιστή χωρίς επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, ούτε ακόμη και μ’ αυτούς που βρίσκονται γύρω μας. Απλώς βυθιζόμαστε στο δρόμο των προσωπικών μας προτιμήσεων όλο και βαθύτερα, χωρίς την ανάγκη να αναζητήσουμε συμπόρευση ή γυρισμό. Ένας αιώνας ατέλειωτα μοναχικών υπάρξεων.


Φέρνω στο μυαλό μου τις συζητήσεις μου με τη μητέρα μου για τα παιδικά της χρόνια. Όσα μου έχει διηγηθεί για την αγροτική κοινωνία της εκτεταμένης, αυτάρκους οικογένειας στην οποία μεγάλωσε, όπου ο καθένας αισθανόταν να εξαρτάται από την καλοτυχία του συνανθρώπου. Η βοήθεια του καθενός προς τον άλλο, είτε αυτός ήταν γείτονας, κοντινός, μακρινός συγγενής ή φίλος ήταν δεδομένη, τη στιγμή που ήξερες πως αυτό το είδος συνήθειας επρόκειτο όχι μόνο να σε βοηθήσει να προβληθείς και να επωφεληθείς προσωπικά, αλλά και να οδηγήσει την τοπική κοινωνία να προκόψει. Ιδέες που μόνο να ξεθωριάζουν μπορούν σήμερα, στην εποχή που, στο βωμό του προσωπικού συμφέροντος και των ψίχουλων που μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τους εαυτούς μας τίποτα απολύτως δε μετράει.
« Ήταν, όμως, ακατανόητο που δεν κρατούσατε τίποτε για τον εαυτό σας μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία» , καταλήγω να της λέω, κάθε φορά που το συζητάμε.


Είναι αστείο κι άτοπο να ισχυριστεί κανείς πως σήμερα οι συλλογικότητες επιβιώνουν μέσα από ορισμένες καλλιτεχνικές συντεχνίες με νέα πνοή. Όλοι, μα όλοι, μα όλοι, ακόμη κι ο νέος μου αγαπημένος, ο Αγγελάκας, δραστηριοποιούνται ολοένα και περισσότερο με κίνητρο το ίδιον όφελος, έστω κι αν αυτό, με μια απλή ματιά δε γίνεται αντιληπτό (είναι χαρακτηριστικό πως το δικό του όνομα φιγουράρει πρώτο και κυριαρχεί στις περισσότερες δισκογραφικές του προσπάθειες, όσο κι αν αυτό το γεγονός φαίνεται ταυτόχρονα να ωφελεί την πορεία και τη φήμη των μουσικών του συνεργατών). Είναι εκείνος, όπως λίγο πολύ ο καθένας μας, το πρόσωπο που αποτυπώνει την προσωπική του σφραγίδα πάνω σε αυτό με το οποίο επιθυμεί να δουλέψει, όπως επιβεβαιώνουν κατά τη διάρκεια της ταινίας πολλοί από τους Επισκέπτες, τους μουσικούς με τους οποίους ολοκλήρωσε ένα από τα πιο σημαντικά δισκογραφικά του βήματα μετά τη διάλυση του εφηβικού ονείρου που έζησε με τις Τρύπες.
Ωστόσο, ένα είδος συμπόρευσης στο έργο του φαίνεται πως δεν κινδυνεύει να χαθεί. Όχι από φόβο μήπως μείνει ξεκρέμαστος κι αναγκαστεί στ’ αλήθεια να αντιμετωπίσει το πραγματικό του είδωλο στον καθρέφτη∙ κάποιοι άνθρωποι, όπως εκείνος, αλλά κι αναρίθμητους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, έχουν αντικρίσει από καιρό τους δαίμονες-προσωπικούς τους διώκτες και συνομιλήσει μαζί τους. Ο Αγγελάκας, όπως κι οποιοδήποτε πρόσωπο σαν αυτόν δε θα ενδιαφερόταν ποτέ για τη διαδικασία του μοναχικού εγκλεισμού σε ένα στούντιο όπου θα υπήρχε για κάποιο καιρό μόνο ο ίδιος, ελεύθερος να παράξει τις ιδέες του. Με τρόπο παρόμοιο με το δικό του παράδειγμα, οφείλουμε, ωστόσο, όλοι, θεωρώ, να ομολογήσουμε πως κάτι που
εντοπίζεται στις αναπόσπαστες αθέλητα ευτυχισμένες στιγμές μας μαζί με τους άλλους δεν υπάρχει ούτε και υπήρξε ποτέ στη συνήθεια της καθημερινής μοναξιάς μας (είναι ίσως η στιγμή της παραδοχής του παραπάνω ισχυρισμού που μπορεί να κάνει κάτι μέσα μας να αλλάξει).

Για να μην αρχίσω καν να απαριθμώ της αρετές της συνεργατικής δημιουργίας ή έστω της αναζήτησης βοήθειας από τον πλησίον (η στιγμή που θα παραδεχθούμε τις προσωπικές μας αδυναμίες εμφανίζεται κρίσιμη) που είναι αδύνατο να χωρέσουν σε ένα σύντομο κείμενο, όπως αυτό εδώ. Το σίγουρο είναι πως κάποια ή όλες από τις προηγούμενες αλήθειες έγινε με κάποιο τρόπο κτήμα του γνωστού αγαπημένου καλλιτέχνη∙ με ορατό αποτέλεσμα τη γνωστή σειρά των αγαπημένων του δίσκων που μένουν πάντα στο μυαλό ενός προσεκτικού ακροατή που εκτιμά ταυτόχρονα κάθε στιχουργική και μελωδική αποκάλυψη. Οι ανάσες των λύκων και το Από ‘δω και πάνω είναι δυο μόνο χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα. Όσο για τις χαρές και τις δυσκολίες του είδους νομαδικής ζωής που έχει βιώσει ο Γιάννης Αγγελάκας προτείνω να σχηματίσετε μια γνώμη βλέποντας οι ίδιοι το ντοκιμαντέρ∙ είναι άλλωστε αμέτρητες οι σκέψεις που μια διαδρομή από κεντρικές συναυλιακές σκηνές σε επαρχιακά χωριά, κι από εγκεκριμένα στούντιο στο εσωτερικό ενός μητάτου μπορεί να δημιουργήσει.



Όσο για το εσωτερικό του καθενός από εμάς, ας κοιτάξουμε απλά τους άλλους δίπλα και γύρω μας, κι ας αφουγκραστούμε με οποιοδήποτε τρόπο αυτό που προσπαθούν να μας πουν. Κάποια μνήμη συλλογικότητας που έρχεται από το παρελθόν κι έχει αποτυπωθεί μέσα βαθιά μπορεί να ξυπνήσει, για αρχή.

By Μαρία Γώγογλου