Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Δικός της για Πάντα

Αν και ζούμε την εποχή κυριαρχίας του Διαδικτύου, αποφεύγουμε συχνά τη διαπίστωση πως η ζωή μας περιέχει πολλή περισσότερη επιστημονική φαντασία απ' όση ως παιδιά θα μπορούσαμε να έχουμε ποτέ μας σκεφτεί. Αυτό και πολλά άλλα, που αφορούν την πορεία των σύγχρονων σχέσεων προς την απροσωπία, με οδήγησε να σκεφτώ η ταινία Δικός της του Σπάικ Τζονζ, που μου φάνηκε κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα.


Κάτι στους όρους μοναχικότητα και Διαδίκτυο πρέπει να είναι κοινό· κάτι που οι άνθρωποι, πριν βουτήξουν βαθιά μέσα στο θαυμασμό μιας εκ των πιο μεγαλειοδών ανακαλύψεων του 21ου αιώνα, δε στάθηκαν να αναλογιστούν. Ο Θίοντορ Τουόμπλι (Γιοακίν Φίνιξ) είναι επαγγελματίας συγγραφέας κατά παραγγελία επιστολών, τις οποίες υπαγορεύει μονολογώντας στο κομπιούτερ της εταιρείας όπου εργάζεται καθημερινά. Οι πελάτες-αποστολείς των γραμμάτων και οι παραλήπτες τους είναι συχνά τακτικοί του γνώριμοι, αφού είναι φορές που τυχαίνει να έχει προσωπικά αναλάβει την αλληλογραφία τους επί σειρά ετών (ένα κλείσιμο του ματιού του σκηνοθέτη-σεναριογράφου στο σημερινό συχνό φαινόμενο απροσωπίας ή αμφιβόλου προέλευσης μηνυμάτων, καθώς και στην επιμονή στον αδιάλειπτο, απερίσπαστο και συχνά εξαντλητικό καταμερισμό εργασίας). Η κυριολεκτική ή μεταφορική απόσταση ανάμεσα στους αποστολείς και τους παραλήπτες των δικών του γραμμάτων είναι κάτι που κατανοεί με ευκολία, όντας ο ίδιος σχετικά πρόσφατα χωρισμένος από τη γυναίκα της ζωής του, εξαιτίας ενός είδους περισσότερο μεταφορικής παρά κυριολεκτικής απόστασης.
Ώσπου μπαίνει στη ζωή του η Σαμάνθα (με τη φωνή της Σκάρλετ Γιόχανσον). Η οποία δεν είναι γυναίκα, ούτε καν σκυλίτσα. Είναι το ολοκαίνουργιο λειτουργικό σύστημα που λανσάρεται στην αγορά ως η τελευταία τεχνολογική καινοτομία. Για την ακρίβεια, είναι ένα λειτουργικό σύστημα που διαθέτει τη δυνατότητα να εξελίσσεται σαν άνθρωπος συλλέγοντας, αξιολογώντας κι αφομοιώνοντας εμπειρίες· που όμως διαθέτει τις ασύλληπτες λογικές και διεκπεραιωτικές δυνατότητες ενός λογισμικού.
Η αλήθεια είναι πως σε διάφορες περιόδους της ζωής μας, πολλοί από εμάς γινόμαστε Θίοντορ: κάτι που μας πλήγωσε πολύ, ίσως μάλιστα να άλλαξε κιόλας ανεπανόρθωτα κομμάτια της ύπαρξής μας, μας κλείνει στο καβούκι μας, όπου δε χωράει κανείς άλλος. Μας κάνει να αποζητούμε την ικανοποίηση μόνο των πολύ προσωπικών μας αναγκών κι επιθυμιών με κάποια μακρινή, φυσιολογικά ανύπαρκτη-απροσδιόριστη Σαμάνθα, τη στιγμή που οτιδήποτε άλλο κι οποιονδήποτε άλλο απλώς δεν αναγνωρίζουμε πως διαβαίνουν μπροστά από το οπτικό μας πεδίο. Όλοι έχουμε ζήσει αυτή τη φάση, ιδίως μετά από κάποιο χωρισμό· το διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου η θυσία για τον άλλο μοιάζει ένας αχρείαστος, αποκρουστικός κόκκος άμμου, που από καιρό ξεφορτωθήκαμε, μετά το τέλος των διακοπών μας. Σ' αυτή την περίπτωση, η όχι αποκλειστική, αφοπλιστικά μονόπλευρη σχέση με ένα λειτουργικό σύστημα ίσως παρουσιάζεται μπροστά μας σαν απο μηχανής θεός, ως η ιδανική λύση.


Ή μπορεί απλούστερα να μη διαθέτουμε ή να μη θέλουμε να διαθέσουμε χρόνο ή τα μέσα ώστε να επενδύσουμε σε μια σχέση με σάρκα και οστά. Ο φόβος της δυσκολίας συχνά μεταμορφώνεται σε απεχθές τέρας, ενώ η ρύθμιση των πραγμάτων από τις υπαγορευμένες από την οικονομική κρίση συνθήκες ζωής είναι πανταχού παρούσα. Ας επιστρέψουμε, όμως, γρήγορα στα μεταφορικά μηνύματα που μας δίνει ο Θίοντορ και η κινηματογραφική συντροφιά του.
Κάτι που θεώρησα μοναδικό στη σύλληψη και την εκτέλεση της ταινίας ήταν σίγουρα ο τρόπος που η προσωπική επαφή απεικονίζεται να εναλλάσσεται με την απρόσωπη, σ' έναν αντιπροσωπευτικό αντικατοπτρισμό καταστάσεων στις κοινωνίες που κατοικούμε. Ο Θίοντορ, για παράδειγμα απολαμβάνει τη συντροφιά της φίλης του Έιμι, την ώρα που του είναι ξεκάθαρο πως έχει νιώσει
ό,τι υψηλότερο ή εντονότερο θα μπορούσε ποτέ να επιζητήσει ως άνθρωπος (παραφράζω εδώ γραμμές από το ίδιο το σενάριο), αντικρίζοντας τη ματαιότητα του να εισέλθει ξανά στη διαδικασία μιας ερωτικής σχέσης με γυμνό μάτι, ακόμη και χωρίς τα κοκάλινα γυαλιά χωρίς τα οποία σχεδόν δεν κάνει βήμα. Η δύναμη της απροσωπίας φαίνεται να εισχωρεί πολύ σταδιακά στο είναι του, καθώς μόλις που αρχίζει να αντιλαμβάνεται την απελευθέρωση της μη απαίτησης για αποκλειστικότητα που εκείνη συνεπάγεται: τις αδέσμευτες, μονόπλευρες απολαύσεις που η σχέση με τη Σαμάνθα του υπόσχεται. Όταν, ωστόσο, κάποια δε διαθέτει σώμα να σε αγγίξει και δε μπορείς να δεις τις αντιδράσεις της σε κάτι που είπες ή έκανες, ίσως έρθεις κάποτε στη θέση να σκεφτείς πως σε οποιαδήποτε συναισθήματα ένιωσες να στρέφονται προς εσένα εκ μέρους της έλλειπε ο στόχος ή ο προσανατολισμός. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια μοναξιά τεκμηριωμένη, φτιαγμένη ώστε προσωρινά να ανακουφίσει ένα ανθρώπινο πλάσμα που αποζητούσε να δει το ομοίωμα του εαυτού του μέσα σε άλλους και να γνωρίσει την αποδοχή τους, ακριβώς όπως όλοι καθημερινά επιζητούμε. Πράγμα δύσκολο να αισθανθεί κανείς κατά τη διάρκεια των συναναστροφών του με το έστω και ειδικά σχεδιασμένο για τον ίδιο λογισμικό του σύστημα.
Θεωρώ την ερμηνεία του Φίνιξ, αλλά και τη σκηνογραφική κατασκευή του κόσμου της ταινίας ιδανική, αλλά και κομβική για να βρεθεί κάποιος έστω κοντά στην κατανόηση των μηνυμάτων που μπορεί να μεταδώσει. Τα εύσημα πρέπει να αποδοθούν στο Τζονζ για τη φουτουριστική, ελαφρώς σπασικλίστικη άποψη του Λος Άντζελες που παραθέτει εδώ (ακόμη κι αν πολλοί θα βιαστούν να τη χαρακτηρίσουν ιδιοσυγκρασιακή), όπως και για τη σκιαγράφηση ενός πρωταγωνιστή που πετυχαίνει κυρίως να είναι ο εαυτός του χωρίς την επιθυμία να γίνει οποιοσδήποτε άλλος, όσο και στο Γιοακίν για μια ακόμη γενναία προσέγγιση ερμηνείας που κατάφερε να μας προσφέρει. Αξίζει εδώ εξίσου να σημειωθεί πως η ροή της πλοκής είναι γοργή κι, έτσι, εξασφαλίζεται ακόμη και στους λάτρεις των περιπετειών η υπόσχεση πως ενδέχεται κάτι να νιώσουν πως η ταινία μπορεί να τους προσφέρει.


Γιατί η ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον κόσμο των εικονικών σχέσεων και των αληθινών συναισθημάτων λεπταίνει σιγά σιγά. Αυτός και μόνο είναι ένας αρκετά πειστικός λόγος για να δείτε την ταινία, σε περίπτωση που δεν το έχετε ήδη κάνει.

By Μαρία Γώγογλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου